200 χρόνια νέα εθνική μυθολογία – μέρος Ι

«Αλέξανδρος ο Μέγας Σφαγευς»: Ο ελάχιστος αντίλογος στον μύθο του «Αλέξανδρου του Μέγα», η αντιστροφή της «τόλμης, της ευφυίας και της δόξας» που εντοπίζονται στο πρόσωπό του, και αναδεικνύονται ως το απόλυτο ιστορικό παράδειγμα ελληνισμού και εθνικοφροσύνης... Η φωτογραφία αποτελεί «ιστορική προσθήκη στο άγαλμα του μεγαλέκου», μετά από παρέμβαση της συλλογικότητας Σουαρέ Νουάρ στις 5 Σεπτεμβρίου 2018, στη Θεσσαλονίκη.

μύθοι, ψέματα και τερατογεννέσεις από τη σύσταση του ελληνικού κράτους

για το έθνος και την εθνική ιδεολογία

Η εμφάνιση της εθνικής ιδεολογίας εξυπηρέτησε τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Από τη μία, αποτέλεσε την ιδεολογία που αντικατέστησε τη θρησκεία στην ερμηνεία του κόσμου (διαβρώνοντας τα ιδεολογικά στηρίγματα των φεουδαρχών), ενώ πάνω σε αυτή χτίστηκαν και τα πρώτα ανεπτυγμένα έθνη-κράτη (διαβρώνοντας τα πολιτικά στηρίγματα των μοναρχιών και των αυτοκρατοριών). Από την άλλη ενσωματώθηκε από το έθνος-κράτος ως μηχανισμός συγκρότησής του, τόσο γεωπολιτικά (καθορισμός συνόρων – τα οικόπεδα των αναδυόμενων αστικών τάξεων), όσο και πολιτικά (διαγράφοντας στο όνομα της εθνική ενότητας όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού ανταγωνισμού μεταξύ των «υπηκόων»-εγχώριο ανθρώπινο παραγωγικό δυναμικό). «Θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτέλεσε το τέλειο όχημα, πάνω στο οποίο η καπιταλιστική εποχή εδραιώθηκε στο ιστορικό προσκήνιο. Το έθνος-κράτος είναι το νέο μοντέλο οργάνωσης της κοινωνικής ζωής. Η εξουσία πλέον δεν είναι θεόσταλτη, αλλά παραχωρείται με πιο συμμετοχικές διαδικασίες, όπως είναι οι δημοκρατικές εκλογές. Η οικονομική δραστηριότητα πλέον ρυθμίζεται και αλληλοτροφοδοτείται από το κράτος». 1

Με αυτόν τον τρόπο η εμφάνιση του έθνους αποτέλεσε την ιστορική τομή, που διαπέρασε κάθετα τη συνέχεια της ιστορίας, και έκτοτε ενσωματώθηκε από την κυριαρχία – μάλιστα ως αδιάρρηκτη και αδιαμφισβήτητη σχέση του παρόντος με το παρελθόν.

Βέβαια, δεν  κατάφερε εξαρχής να επιβληθεί στους από κάτω ως κοινωνική σχέση, γεγονός λογικό για οποιαδήποτε νεογέννητη ιδεολογία, που δεν έχει κανένα αντίκρισμα στην καθημερινή ζωή, ούτε και στα συμφέροντα των εκμεταλλευόμενων, που αποτελούσαν (και αποτελούν) την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Τα έθνη, λοιπόν, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, δεν κατασκευάστηκαν μέσα σε μία νύχτα. Για να «τεθούν σε λειτουργία» έπρεπε πρώτα ο υποψήφιος  πληθυσμός να περάσει μέσα από μια διαδικασία εθνικής ομογενοποίησης, ώστε η σύνθεσή του, αλλά και η πολιτισμική του συγκρότηση να συνάδουν με την αναδυόμενη εθνική ιδεολογία. Η διαδικασία αυτή περιλάμβανε κυρίως βίαια μέσα, είτε μιλάμε για επεκτατικές πολεμικές επιχειρήσεις και μαζικές σφαγές πληθυσμών, για διωγμούς ή μαζικές μετακινήσεις (ξεριζωμός), είτε για πιο ήπιες μεθόδους ,όπως η επιβολή κοινής «εθνικής» γλώσσας, και η απαγόρευση οποιασδήποτε άλλης, ο θρησκευτικός προσηλυτισμός, η εκ νέου ονοματοδοσία σε πόλεις και χωριά κ.ο.κ. Η ομογενοποίηση με τη σειρά της γέννησε και τη διαφοροποίηση από το «Άλλο», σύμφωνα με τα κατά τόπους συμφέροντα των φρέσκων αστικών τάξεων αλλά και με τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε εθνικισμού.

Η αρχή είχε γίνει. Το επόμενο βήμα ήταν να επανεγγραφεί η ιστορία από το κράτος, με τρόπο που να παρουσιάζει το «αέναο» έθνος, διαγράφοντας τόσο τα εγκλήματά του, όσο και την ημερομηνία παραγωγής του, δίνοντας την εικόνα μιας συμπαγούς πολιτισμικής, πολιτικής, ιστορικής «εθνικής οντότητας», την οποία καλούμαστε (ως υπήκοοι – στην περίπτωσή μας ως «Έλληνες») να ενσαρκώσουμε στο παρόν.

Στο ψητό

Με αφορμή τα 200 χρόνια από την «Ελληνική Επανάσταση του 1821», και για όσο διαρκούν οι «εορτασμοί», η στήλη αυτή θα καταπιαστεί με τις μικρές και μεγάλες «αλήθειες», πάνω στις οποίες δομήθηκε η νεότερη ελληνική εθνική μυθολογία.

Εκκινούμε από μία θέση πολεμική σε κάθε έθνος, και κρατάμε την προσοχή μας στραμμένη στις υποτελείς τάξεις, τα συμφέροντά τους και τις διεργασίες διάβρωσης του καπιταλιστικού οικοδομήματος συνολικά. Σκοπός είναι να αναδείξουμε τις «άλλες » οπτικές γεγονότων, κεντρικών αποφάσεων και εξελίξεων, που έχουν εγγραφεί στην ελληνική ιστορία και αφήγηση ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες. «Τα γεγονότα είναι η μισή υπόθεση – η άλλη μισή είναι το πώς θα τα ερμηνεύσεις»…

Γιατί 25η Μαρτίου;

Η γεωγραφική θέση του σημερινού ελληνικού κράτους οδήγησε πολλούς διαφορετικούς λαούς μέσα στην ιστορία στα εδάφη του. Υπό την οθωμανική αυτοκρατορία, στα εδάφη αυτά φιλοξενούταν μια πανσπερμία διαφορετικών λαών, εθνοτήτων και φύλων, που σε καμία περίπτωση δεν είχαν γλωσσική, εθιμική, πολιτισμική ή θρησκευτική συνοχή. Μοναδικά κοινά στοιχεία τους το γεγονός πως κατοικούσαν πάνω-κάτω στις ίδιες ή σε κοντινές περιοχές, όπως και το ότι πλήρωναν φόρους στην ίδια εξουσία.

Οι βαλκανικοί εθνικισμοί γεννήθηκαν σε μία περίοδο που διαφαινόταν η κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι αναδυόμενοι κρατικοί σχηματισμοί χρειαζόντουσαν μία ιδεολογική κατασκευή που θα μπορούσε καταρχάς να συνενώσει (ομογενοποιήσει) τους -υπό πολιτισμική «διαμόρφωση»- πληθυσμούς, και να τους κινητοποιήσει για την προσάρτηση ακόμα περισσότερων εδαφών. 2

Για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η ορθοδοξία αποτέλεσε τη συγκολλητική ουσία που θα ενοποιούσε τον πληθυσμό. Από «θρη­σκευτικό δόγμα ευρείας ισχύος», που το ασπάζονταν διάφορα φύλα με διαφορετικές γλωσσικές καταβολές, το μετέβαλε σε «βάση και θεμέλιο της ελληνικής εθνικοφροσύνης».3 Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο ορθόδοξος χριστιανισμός ενσωματώθηκε ως δομικό και ζωτικό στοιχείο της εθνικής ιδεολογίας, με ισχυρά ριζώματα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό μέχρι και σήμερα.

Για την αποτελεσματικότερη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του, σε συνεργασία με τους επίσημους ιστοριογράφους, φρόντισαν ώστε η θρησκεία να εγγραφεί με ποικίλους τρόπους στην επίσημη ελληνική ιστορία. Και κάπως έτσι, ενώ είναι καταγεγραμμένο πως οι πολεμικές επιχειρήσεις -η αρχή δηλαδή της «επανάστασης του 1821»- ξεκίνησαν στις 21 Μάρτη με την πολιορκία των Καλαβρύτων, και συνεχίστηκαν με την κατάληψη της Καλαμάτας στις 23 του μήνα4, επισήμως ως ημέρα εορτασμού της αρχής της «επανάστασης» έχει επιλεγεί η 25η. Κρίθηκε σημαντικότερο ο εθνικός εορτασμός να συμπίπτει με τον «ευαγγελισμό της θεοτόκου». Η ταύτιση μιας θρησκευτικής εορτής με μία εθνική, διευκόλυνε την ανάδειξη της θρησκευτικής γενεαλογίας του ελληνικού έθνους, ενώ παράλληλα χρωμάτισε ιδεολογικά (εθνικά) τη θρησκευτική γιορτή που σηματοδοτεί τη «σύλληψη του θεανθρώπου».

Η αλύτρωτη Καβάλα

Η συγκρότηση των βαλκανικών κρατών πέρασε από πολλά στάδια μέχρι να ολοκληρωθεί. Η διαφαινόμενη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, θα άφηνε πίσω «ορφανή» γη, την οποία ήδη διεκδικούσαν τα γειτονικά κράτη.

Από την αυγή του 20ου αιώνα, βασικό αντίπαλο του ελληνικού κράτους στη βαλκανική χερσόνησο αποτέλεσε το κράτος της Βουλγαρίας. Με τη λήξη των βαλκανικών πολέμων, μια σειρά από ευτυχή γεγονότα έφεραν την Ελλάδα να έχει υπερδιπλασιάσει τα εδάφη της, ενώ αντίστοιχα η Βουλγαρία βγήκε από αυτούς τους πολέμους αδικημένη, παραμένοντας όμως αντίπαλο δέος για το ελληνικό κράτος.

Λίγους μήνες μετά, στα προεόρτια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το ελληνικό κράτος επιδιώκει τη σύναψη συμμαχίας με τις δυνάμεις της Αντάντ. Η Ελλάδα γίνεται δεκτή από τις μεγάλες δυνάμεις του σχηματισμού, μόνο όταν η Οθωμανική αυτοκρατορία «μπαίνει» στον Πόλεμο με την πλευρά των κεντρικών δυνάμεων. Όσο οι συσχετισμοί αλλάζουν όμως, το ελληνικό κράτος δεν παίρνει αποφάσεις.

Στο μεταξύ, η ελληνική κυριαρχία στην περιοχή της Μακεδονίας, που ήρθε ως αποτέλεσμα των βαλκανικών πολέμων, δεν είχε ακόμα εδραιωθεί. Είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας λοιπόν, ο βασικός διεκδικητής των προσαρτημένων εδαφών της, η Βουλγαρία, να «μπει» στον Α’ ΠΠ επίσης με τις δυνάμεις της Αντάντ, ώστε να αφεθεί στην άκρη ο ανταγωνισμός από τα βόρεια σύνορα, στο όνομα της κοινής συμμαχίας.Σε αυτό το πλαίσιο επιλέχθηκε η πόλη της Καβάλας ως αντάλλαγμα, το οποίο προσφέρθηκε στο βουλγαρικό κράτος για να το προσελκύσει στο συμμαχικό στρατόπεδο. Η κίνηση αυτή είναι ενδεικτική τόσο της «ελληνικότητας» μιας από τις νεοαποκτηθείσες πόλεις, όσο και των βλέψεων του ελληνικού κράτους εκείνη την περίοδο.

Εν τέλει, η Βουλγαρία επέλεξε το στρατόπεδο των κεντρικών δυνάμεων, και μόνο μετά τα χρόνια του Εθνικού Διχασμού, το ελληνικό κράτος πήρε επίσημα θέση στο πλευρό της Αντάντ, το 1917.

Το «αλισβερίσι της Καβάλας» φαίνεται να αγνοούν οι περισσότεροι εθνικόχτυπημένοι ελληναράδες. Είναι ένα εύλογο ερώτημα το πόσες ακόμα σελίδες αλυτρωτισμού θα γέμιζαν, αν πράγματι η πόλη είχε παραχωρηθεί στο βουλγαρικό κράτος;

Καταυλισμός προσφύγων από τη Μ. Ασία

Ο μικρασιατικός καταποντισμός και το απαύγασμα του ελληνικού ρατσισμού

Με τον όρο «μικρασιατική καταστροφή», ή με τον λιγότερο δημοφιλή «μικρασιατική εκστρατεία», έχει καταγραφεί στην επίσημη ελληνική ιστορία η απόβαση του ελληνικού στρατού στα παράλια της Μ. Ασίας. Παρ όλο που αφήνεται να εννοηθεί πως η «καταστροφή» προήλθε αποκλειστικά από εξωτερικούς παράγοντες, η αλήθεια είναι πως η καταστροφή ξεκίνησε από και οφείλεται κυρίως στις επεκτατικές πολεμικές επιχειρήσεις του ελληνικού κράτους προς την ανατολή, και τις συμφωνίες που συνάφθηκαν εκ των υστέρων, στο όνομα των αναδυόμενων εθνικισμών (και αντίστοιχα εθνών-κρατών), και με τη βούλα των μεγάλων δυνάμεων.

Καταστροφή λοιπόν αποτέλεσαν οι σφαγές προλεταρίων και χωρικών, όπως και οι εμπρησμοί ολόκληρων οικισμών στο πέρασμα του ελληνικού στρατού προς την ασιατική ενδοχώρα. Καταστροφή αποτέλεσε η «ανταλλαγή πληθυσμών» που υπεγράφη επίσημα ως τμήμα της συμφωνίας της Λωζανής: Ξεριζωμός και επιβεβλημένη μετακίνηση σε πληθυσμούς που συνολικά (με βάση τα επίσημα στοιχεία) ξεπερνούσαν τα 2.300.000 άτομα – ενδεχομένως ένα από τα πιο βάρβαρα μέτρα που ελήφθησαν ποτέ ως διακρατική συμφωνία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η ελληνική μειονότητα, που «επέστρεψε στην πολύπαθη πατρίδα της», είχε να αντιμετωπίσει τον ρατσισμό και την περιθωριοποίηση. Και ξεριζωμένοι, και στιγματισμένοι…

Muhammad Ali Sadpara / Μαδαρίτης

Υποσημειώσεις:

1. https://apatris.info/simeioseis-gia-tin-ethniki-ideologia/
απόσπασμα από το κείμενο «Υπάρχει ζωή χωρίς πατρίδα;», εφημερίδα δρόμου Άπατρις, φύλλο 41, σελ.  22 – συνίσταται η ανάγνωσή του για μία πιο εμπεριστατωμένη αποδόμηση της εθνικής ιδεολογίας.

2. Δεν έλειψε το σιγοντάρισμα από τις μεγάλες δυνάμεις, που ωφελούνταν από την παρακμή της αυτοκρατορίας, και εργαζόντουσαν στην κατεύθυνση κατασκευής-δημιουργίας συμμάχων στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.

3. http://eranistis.net/wordpress/2013/12/20/ορθόδοξα-θεμέλια-ενός-κράτους-ανορθό/
«Ορθόδοξα θεμέλια ενός κράτους ανορθόδοξου», Βασίλης Ραφαηλίδης, 22/02/1987, εφημερίδα Έθνος.

4. Μάλιστα στις 23 Μάρτη κάθε χρονιάς, το επίσημο κράτος, μέσω στελεχών και ανώτερων εκπροσώπων του, δίνει το παρόν στις «τιμητικές εκδηλώσεις μνήμης για την απελευθέρωση της Καλαμάτα από τον οθωμανικό ζυγό».

Προτεινόμενη βιβλιογραφία – κάποιες πηγές:

«Τα μυστικά του βούρκου – καλά κρυμμένα μυστικά του ελληνικού ιμπεριαλισμού στον 20ο αιώνα (α μέρος: 1914 – 1922)», σειρά anti-imp, ν. 3, εκδόσεις αντισχολείο

«Μπάσταρδη μνήμη – Θεσσαλονίκη 1912-2012, εκατό χρόνια ελλάδας, πατριαρχίας καπιταλισμού είναι αρκετά», Μπάσταρδες με μνήμη, αυτοέκδοση

«Τα αιρετικά – 10 + 1 ιστορίες (παρα)χάραξης της Ιστορίας, Ζήσης ι. Καραβάς, εκδόσεις Documento

«Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, 1830-1974», Βασίλης Ραφαηλίδης, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου