«Εμείς», ως μέλη ενός παράξενου μπαλέτου, που ο χορογράφος βρίσκεται εκεί ψηλά, στην εξέδρα των επισήμων.
Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου έμαθα να χρησιμοποιώ το πρώτο πληθυντικό. Από τότε απέκτησα επίσης και την κακή συνήθεια, που κουβαλάω ακόμα και τώρα, να αποκαλώ αυτόν που έχω απέναντι ως «εσείς», επειδή ήταν δάσκαλος, καθηγητής, προϊστάμενος ή απλά μεγαλύτερος, άρα άξιζε σεβασμό κατά τις διδαχές των θεματοφυλάκων της ηθικής που έτυχε να με διαπαιδαγωγήσουν. Αποκαλώντας τον κόσμο με το «εσείς» ένιωσα αντανακλαστικά ότι ανήκω σε κάτι που λέγεται «εμείς».
Σιγά σιγά και σχεδόν ύπουλα ένιωσα το «εμείς» γερά στο πετσί μου. «Εμείς» οι μαθητές του 1ου δημοτικού, «εμείς» οι μαθητές του 3ου γυμνασίου, «εμείς» οι μαθητές του 1ου λυκείου, «εμείς» που γεννηθήκαμε σε εκείνη τη μουντή πόλη και δεν γουστάραμε τις γειτονικές, «εμείς» που ακούγαμε αυτή την μουσική, «εμείς» η γενιά του ’70 ή του ’80 (τα προκόψαμε και οι δυο) που μεγαλώσαμε υπό αυτές τις συνθήκες, «εμείς» που αργότερα σπουδάσαμε αυτό, και πολύ αργότερα «εμείς» που δουλέψαμε σε αυτόν τον τομέα, «εμείς» που είχαμε τις «ίδιες» ιδέες, «εμείς» που είχαμε τα «ίδια» γούστα, «εμείς»… και ας ήμασταν η μέρα με τη νύχτα μεταξύ μας, αρκεί που ήμασταν «εμείς» και δεν ήμασταν οι «άλλοι».
Μεγάλωσα με τον ήχο πολιτικών λόγων στην τηλεόραση και στην πλατεία του χωριού μου: «σύντροφοι «εμείς», όλοι μαζί «εμείς» πρέπει…», και χαζεύοντας αυτούς που μιλούσαν ψηλά από τις εξέδρες παρατήρησα ότι έκανα ασυναίσθητα ό, τι μου έλεγαν, αφού δεν υπήρχα σε άλλη γραμματική μορφή.
«Εμείς» πίσω από μια χώρα, μια σημαία, μια καταγωγή, ένα φύλο, μια ομάδα, έναν εργασιακό τομέα, μια ερωτική σχέση, μια ιδέα, μια ιδεοληψία, και εγώ το βλήμα να δικαιολογούμαι για «εμάς».
Μια πηγαία και εσωτερική τάση να στρατολογηθώ σε ένα «εμείς», η οποία είχε το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που περίμενα, αντί να με κάνει λιγότερο μόνη, με έστηνε αντιμέτωπη ως μέλος αυτών των αλλοπρόσαλλων ομάδων απέναντι σε περισσότερες διαφορές από ότι ομοιότητες, κάτι που με έφερε προ εκπλήξεως. Την έκπληξη ακολούθησε η αμηχανία. Η αμηχανία αυτή μεγάλωνε όταν βρισκόμουν στη δύσκολη θέση να υποστηρίξω αυτό το «εμείς» που κατά περιστάσεις τύχαινε να είμαι μέρος του.
Όσο περνούσε ο καιρός το ήδη ενοχοποιημένο κοινωνικά «εγώ» πισωπατούσε, μέχρι που έπιασε θέση στη γαλαρία του μυαλού μου, αν είχε και πιο πίσω από ‘κει θα πήγαινε κι άλλο πίσω. Το «εγώ» το χρησιμοποιούσα μόνο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, πραγματικού στριμώγματος ή πολύ περισσότερο όταν μια κατάσταση έπαιρνε την πρέπουσα ή την ευχάριστη τροπή. Στην τελευταία περίπτωση, με χαμηλωμένη φωνή και με χαρά που έκρυβα καλά, έλεγα την απαγορευμένη λέξη στις προτάσεις «εγώ το έκανα αυτό» ή «ήμουν και εγώ εκεί». Όταν όμως κάτι πήγαινε στραβά, κρυβόμουν πίσω από ένα ασφαλές και ανώνυμο «εμείς».
Σε όσα πιο πολλά «εμείς» χωρούσα τόσο πιο ασφαλής ένιωθα, κι ας με προδίδαν κάπου-κάπου, ή τα πρόδιδα εγώ. Άλλωστε αν κάποιος δρούσε με βάση το «εγώ» στους καιρούς της μετάθεσης ευθύνης διαχωρίζοντας τη θέση του, τότε η οικογένεια, το σχολείο, η κοινωνία ή το κράτος με συνοπτικές διαδικασίες θα τον χαρακτήριζαν εγωιστή, αλαζόνα, αδιάφορο ή ακόμα και εχθρικό προς το κοινό καλό, ιδιότροπο, ύποπτο και παράξενο αφού δεν χωράει και δεν μπορεί να προσαρμοστεί σε ένα από τα «εμείς» που τον κατατάξανε από τα γεννοφάσκια του, ή νόμιζε ότι διάλεξε ο ίδιος. Γιατί με το «εγώ» χαρακτηρίζεσαι, γίνεσαι αντιπαθητικός, φέρεις ευθύνη, στοχοποιείσαι, απολύεσαι. Για αυτό και χρησιμοποιείται με φειδώ.
Ποιος είναι λοιπόν ο κοινός παρονομαστής σε όλα αυτά τα «εμείς»; «Εμείς» ποιοι; Όλοι «εμείς» τι κοινό έχουμε μεταξύ μας; Τι διαφορές έχουμε από τους υπόλοιπους «εμείς» στους οποίους δεν έτυχε να βρεθούμε συγκυριακά και από τύχη; Γιατί καθόμουν τόσο καιρό σε τόσα «εμείς»; Γιατί τα έβαζα μπροστά να με κρύψουν; Πώς πήγα στο «εμείς» πριν εξετάσω το «εγώ», αν αυτό το «εμείς» με πήγαινε κάπου αλλού; Γιατί τόσοι άνθρωποι όταν βρεθούμε υπόλογοι και προ των ευθυνών μας βάζουμε ασπίδα τον πρώτο πληθυντικό; Γιατί αυτή η μηχανή του κιμά που λέγεται «εμείς» δεν έμαθε σε «εμάς» και το «εγώ», αφού μας έμαθε τόσα άλλα;
Ίσως το «εμείς» τελικά δεν ήταν τόσο αθώο όσο πίστευα και ας είναι βασική ανάγκη του ανθρώπου, από την αρχή του κόσμου να ανήκει κάπου. Το «εμείς» με δηλητηρίασε με το μικρόβιο της δειλίας, του ετεροκαθορισμού και της υποταγής, γιατί στο «εμείς» κάποιος πάντα κρατάει τα γκέμια. Με το «εμείς» που πάει πακέτο με το «ναι» και με το «μπεεε» τα έχω βάλει, αυτό το «εμείς» σιχαίνομαι, αυτό που εξυπηρετεί κάποιων λίγων τα «εγώ», ποτέ το δικό μου. Το «εμείς» που με καθυστέρησε να το δικαιολογώ και ας το υπηρέτησα τόσο πιστά.
Με ποιο τρόπο θα μάθω ως άτομο που είμαι προϊόν μιας ολοκληρωτικής κοινωνίας την ανάληψη ευθύνης, την αυτοβουλία και την πρωτοβουλία; Θα το μάθω μόνο λέγοντας και κανένα «όχι». Για να φτάσω εκεί πρέπει πρώτα να λέω «εγώ», να σκέφτομαι ως «εγώ» και να πράττω ως «εγώ», δημόσια και κατ’ ιδίαν. Πρέπει να περάσω από το «εγώ», με τη σύγκρουση που συνεπάγεται αυτό. Ίσως αν κατακτήσω το «εγώ» να πάω σε ένα «εμείς» που θα είναι πλέον προσωπική μου υπόθεση, και όχι ένα ξένο σώμα που δεν μπορώ να ορίσω. Τότε ίσως θα μπορέσω να διαλέξω το «εμείς» που μου ταιριάζει, όχι αυτό που φόρεσα σαν δανεικό ρούχο, που με κάνει να δείχνω γελοία, να νιώθω άβολα, που με δυσκολεύει στις κινήσεις, που δεν μου πάει στο χρώμα, άσε που με στενεύει στα μανίκια και που να δεις πόσο με στενεύει στον λαιμό…
αλεξία