Bye-bye Μόρια

Όταν μια φυλακή καίγεται, όσοι και όσες αισθανθήκαμε έστω και για μια στιγμή τη συνθήκη της φυλάκισης, δεν μπορούμε παρά να ανατριχιάσουμε από χαρά. Ανεξάρτητα αν μετά από την καταστροφή της θα χτιστεί μία νέα, και ανεξάρτητα αν μετά την απόδραση κάποιων φυλακισμένων τα άδεια κελιά θα ξαναγεμίσουν, το γεγονός της απόδρασης δεν μπορεί παρά να μας γεμίζει αγαλλίαση. Ο αγώνας άλλωστε για την κατάργηση κάθε φυλακής, όπως και όλοι οι αγώνες, περνάνε μέσα από τον αγώνα για την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση στο εδώ και το τώρα.

Ήταν Τρίτη βράδυ, 8 Σεπτεμβρίου του 2020, όταν μία από τις πιο μισητές φυλακές της Ευρώπης έγινε παρανάλωμα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιοι αποπειράθηκαν να κάψουν το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μόριας. Σχεδόν σε καθημερινή βάση ξεσπούσαν μικρότερες φωτιές, απόρροια αγανάκτησης ή εύφλεκτου συνωστισμού, που σβήνονταν από πυροσβέστες και έγκλειστους. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν το ίδιο. Οι ψυχές των ανθρώπων ήταν πιο ξερές από ποτέ, και τα πρόσκαιρα πράγματά τους μοιάζαν πιο πολύ με προσάναμμα παρά με αγαθά. Είχαν προηγηθεί για άλλη μία φορά συγκρούσεις, είχε προηγηθεί η έλευση των αστυνομο-γιατρών, που θα επέβαλαν τον πλήρη αποκλεισμό όλου του camp και την απομόνωση πληθυσμιακών ομάδων μέσα σε αυτό. Είχε προηγηθεί η απόφαση να χτιστεί ένα τείχος που θα έκλεινε μέσα όλες τις φτωχογειτονιές που αναπτύσσονταν γύρω από το στρατόπεδο της Μόριας. Είχαν προηγηθεί πέντε μήνες περιορισμού και εγκατάλειψης στο όνομά της Δημόσιας Υγείας. Είχε προηγηθεί η μείωση του επιδόματός τους και η έλλειψη κάθε προοπτικής.

Αυτά και άλλα πολλά γίναν η αιτία για να σταθεί απέναντι στα πυροσβεστικά οχήματα πλήθος έγκλειστων, οπλισμένο με πέτρες, έτοιμο να διαφυλάξει ότι οι φλόγες θα τυλίξουν ολόκληρη την κόλασή τους. Δωμάτιο-δωμάτιο άνοιγαν τις γραφειοκρατικές δομές του Προκρούστη και καίγανε, καίγανε, ξανά και ξανά, και την επόμενη, και τη μεθεπόμενη, μέχρι να σιγουρευτούν πως δεν θα γυρίσουν πίσω. Όσοι φοβούνται τις αλλαγές θα σκαρφιστούν οτιδήποτε για να δικαιολογήσουν την προηγούμενη κατάσταση. Όλες εμείς οι λευκές Ευρωπαίες που ξυπνάμε να πάμε στη δουλειά μας, εγκλωβισμένες σε μία καθημερινότητα σχετικής αφθονίας και προβλεπόμενων συγκινήσεων, ταραζόμαστε με τη βίαιη αποτελεσματικότητα της φωτιάς. Ταραζόμαστε με το πόσο εύκολα και σε λίγη ώρα αλλάζουν όσα φαίνονται έως τώρα ακλόνητα. Ο κάθε ένας με το συμφέρον που ήθελε να υπηρετήσει σκαρφίστηκε ένα σωρό δαίμονες ως υπαίτιους του εμπρησμού. Τούρκοι πράκτορες, σκοτεινοί κυβερνητικοί, τζιχαντιστές, ντόπιοι φασίστες, αλλοδαποί φασίστες, παρέλασαν από το μικροαστικό φαντασιακό που προσπαθεί να δικαιολογήσει την αδράνεια και την ανάθεση. Αυτό το σκούρο ύφασμα που βάζουμε μόνες μας στα μάτια για να μην αντικρίσουμε, να μην βρεθούμε αντιμέτωπες με το να πάρουμε θέση. Όποιοι διάβολοι και αν βάλανε τη φωτιά, η πράξη αυτή δεν είναι απομονωμένη από τα γέλια των παιδιών, τις ιαχές του πλήθους που αποχαιρετούσε εκστασιακά την φυλακή του.

Η πράξη αυτή δεν είναι άσχετη με τις πέτρες που οργανωμένα εκσφεδονίζονται ακόμα και τώρα, μία εβδομάδα μετά, προς τους βασανιστές του. Η πράξη αυτή δεν είναι άσχετη με την άρνηση των ανθρώπων να μπουν σε νέα δομή, με την άρνησή τους να τραφούν, με την άρνησή τους να δεχτούν τη φιλανθρωπία των λευκών. Μία εβδομάδα μετά, 13.000 άνθρωποι βρίσκονται αποκλεισμένοι από αστυνομικές δυνάμεις, που μέρα με τη μέρα γίνονται περισσότερες, σε ένα κομμάτι δρόμου που οδηγεί στο λιμάνι. Νύχτα και μέρα στρατιωτικά αεροπλάνα αποβιβάζουν εκατοντάδες ματατζήδες και ειδικές δυνάμεις με κάθε είδους εξοπλισμό. Καραβιές ξεφορτώνουν κλούβες, αύρες και άλλα ειδικά οχήματα. Πυροσβεστικά αεροπλάνα πετάνε συνεχώς ώστε να σβήσουν τις επαναλαμβανόμενες φωτιές που βάζουν οι εγκλωβισμένες, είτε για να ξανά κάψουν ότι είχε μείνει όρθιο, είτε για να σαμποτάρουν τις προσπάθειες για την κατασκευή καινούργιας φυλακής, είτε για να προστατευτούν από τα εκατοντάδες δακρυγόνα που ρίχνει η αστυνομία εναντίον τους. Ταυτόχρονα στον ουρανό της Μυτιλήνης πετούν κάθε είδους drone και ελικόπτερα, που παρακολουθούν τις κινήσεις τους, και οργανώνουν την καταστολή που αναμένεται να κορυφωθεί ώρα με την ώρα. Σίγουρα όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν αποτελούν ένα ενιαίο υποκείμενο, ούτε μπορούμε να τους αποκαλέσουμε στο σύνολό τους εξεγερμένους. Οι φυλετικές και εσωτερικές τους συγκρούσεις άλλωστε ήταν κάτι που καλλιεργήθηκε συστηματικά στην άθλια συνθήκη που ζούσαν. Παρόλα αυτά δεν μπορούμε να μην διακρίνουμε μία μάζα εξεγερμένων που δεν δέχονται στην παρούσα φάση να κάνουν βήμα πίσω. Που παίζουν το μέλλον τους στη φωτιά, που χτίζουν πέτρα την πέτρα την απελευθέρωσή τους. Οι ίδιοι άνθρωποι σκαρφίζονται πρακτικές άμεσης δράσης, όπως την επιθετική αποχή συσσιτίου, την επιθετική απόρριψη ανθρωπιστικής βοήθειας ή την επιθετική άρνηση ενσωμάτωσής τους στο νέο αφήγημα της εξουσίας. Την ώρα που κάποιοι ανησυχούν για την τροφή και τις ανέσεις αυτών των ανθρώπων, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στα συνθήματά τους: “We don’t want new camp, we want Freedom”, “We don’t want food, we want Freedom”. Κρατώντας σφιχτά στα χέρια μας αυτά, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε τις καταστάσεις και τα αδιέξοδα που πυροδότησε η εξέγερση στις αλληλέγγυες και στον ντόπιο πληθυσμό.

Το αρχικό μούδιασμα που διαπέρασε οριζόντια τον αλληλέγγυο κόσμο ήρθε να αντικαταστήσει η προσπάθεια ανθρωπιστικής διαχείρισης της κατάστασης. Πρώτες σκέψεις όλων ήταν πώς θα τραφεί ο πληθυσμός που ήταν στους δρόμους, πού θα κοιμηθεί, πώς θα διασφαλιστεί από φασίστες κτλ. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να χαρακτηριστεί το λιγότερο ως ανεπίκαιρη, αν χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα οι χιλιάδες μερίδες φαγητού που μείναν αδιάθετες εξαιτίας της επιθετικής άρνησης μερίδας των εξεγερμένων να επιστρέψει στην προηγούμενη κανονικότητα της ανθρωπιστικής διαχείρισης. Επιπλέον, πέντε χρόνια τώρα στο νησί έχει στηθεί μία επιχείρηση εκατομμυρίων, μέσω της οποίας πλουτίζουν διάφοροι συστημικοί και μη παράγοντες, και η οποία αναλαμβάνει να ικανοποιεί βασικές ανάγκες των εγκλωβισμένων. Ακόμη χειρότερα οι οργανώσεις επαγγελματικού ανθρωπισμού, φανερά προβληματισμένες με την προώθηση αιτημάτων που ακυρώνουν τις επενδύσεις τους, προτάσσουν την επιστροφή στο παρελθόν μέσα από την έμπρακτη συμμετοχή στην ανοικοδόμηση ενός νέου camp, σε αγαστή συνεργασία με τον στρατό και την αστυνομία. Συνδυάζοντας όλα αυτά βρισκόμαστε μπροστά στο διαχρονικό αδιέξοδο της αλληλεγγύης, όταν φλερτάρει με τη φιλανθρωπία και τη λογική της θυματοποίησης, και δεν ταυτίζεται σωματικά και ψυχικά με τον αγώνα των εξεγερμένων ενισχύοντάς τον με τρόπους που διαφυλάσσουν και προωθούν τα αιτήματά τους. Άσπονδοι αλληλέγγυοι των εγκλείστων, για λίγο και υπό την υπόκρουση ρατσιστικών κορωνίδων, φάνηκε με τις πράξεις της μία μερίδα των ντόπιων.

Έχοντας ως πάγιο αίτημά τους να κλείσει η Μόρια, έστησαν μπλόκα εμποδίζοντας τα μηχανήματα που φτάσανε για να καθαρίσουν την καμένη περιοχή, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί. Επίσης φρόντισαν να δείξουν την επιθετικότητά τους στον Υπουργό Μετανάστευσης, τον οποίο δεν άφησαν να προσεγγίσει. Ο αγώνας των ντόπιων μπορεί επίσης να ιδωθεί μέσα από ένα πρίσμα εγκατάλειψης, παραπλάνησης, προσωπικών φιλοδοξιών και αδιεξόδων. Βιώνοντας το εμπόριο ανθρώπων που αναπτύσσουν ανοιχτά τα παγκόσμια συμφέροντα, και μπρος στην υπεροπλία του συστήματος, πέρασαν σταδιακά, τουλάχιστον ένα μέρος τους, από τα αδιέξοδα της ανθρωπιστικής διαχείρισης στον ρατσιστικό οχετό. Έρμαια των πολιτικάντηδων με κρυφές ατζέντες, και των φιλόδοξων ηγετίσκων που κολυμπάνε στην κουτάλα του συμφέροντος, αφήνονται να καθοδηγηθούν από αυτούς, φτάνοντας σύντομα στα αντίθετα αποτελέσματα από όσα προσδοκούν. Όσοι γνωρίζουμε την ελληνική κοινωνία σε ένα βάθος δεκαετιών δεν μπορούμε να μείνουμε έκπληκτοι με την φαινόμενη συντηρητικοποίησή της. Ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, η πατριαρχία και η ανάθεση είναι βαθιά ριζωμένα και κινητήριοι μοχλοί της σκέψης της ελληνικής κοινωνίας εν γένει. Ακόμη και αν κάποιοι αστικοί «καλοί τρόποι» επιβλήθηκαν λόγω της προσωρινής αφθονίας που απήλαυσε ένα μέρος της κοινωνίας, η αποστασιοποίηση και ο ωχαδερφισμός δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τεχνητή απόκρυψη των παραπάνω. Μπροστά στην τωρινή κατάσταση είναι υποκριτικό να μιλάμε για 10-100 φασίστες ή για τη στάση κάποιου κόμματος.

Όλο το δημοκρατικό τόξο στη Λέσβο, μπρος στη μεγάλη γιορτή του τέλους της Μόριας, στάθηκε είτε βάζοντας τα κλάματα είτε ξερνώντας οχετό. Έναν οχετό που τα ΜΜΕ δεν χάνουν ευκαιρία να φουσκώσουν μέχρι τα πιο απόμακρα εγκεφαλικά κύτταρα. Η διαχείριση της πληροφόρησης γίνεται με τους όρους της εθνικής απειλής, φορτισμένους με εκείνους της υγειονομικής βόμβας. Οι ειδικές δυνάμεις αστυνομίας και στρατού, που εμποδίζουν τις μετανάστριες από το να προσεγγίσουν το λιμάνι, μεταμορφώθηκαν αυτή τη φορά, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη λίγους μήνες πριν, σε προστάτες τους από τα μολυσμένα ζόμπι που ξαμολάει το τουρκικό καθεστώς. Αυτή την εικόνα όμως κάπου στο βάθος την χτίσαμε όλοι. Όταν δεν είδαμε τη στολή του μπάτσου κάτω από αυτή της γιατρέσας. Όταν καταπίναμε αμάσητα ανούσιο ανθρωπισμό. Όταν η ατομική μας ευθύνη γινόταν αιτία αποξένωσης, όταν η επιστημονικότητα συνέτριβε έννοιες όπως αυτοδιάθεση και αυτοδιαχείριση. Όταν αποφεύγαμε να συγκρουστούμε με τον χορό των εκατομμυρίων που στόχο είχε να αναπαράξει τον εγκλεισμό και την καταστολή. Όταν αποφεύγαμε να μιλήσουμε, μην και συμπέσει κάποια λέξη μας με αυτές που χρησιμοποιούν όσοι κατ’ εξαίρεση ονομάσαμε φασίστες. Όταν εξευμενίζαμε τον ρατσισμό της κοινωνίας κατηγορώντας 10-100 ακροδεξιούς. Όταν συναινούσαμε με το ιατρικό ιερατείο, κλείνοντας το μάτι στην υποκριτική διαχείριση που γινόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η μόνη λύση, όπως αυτή εκφέρεται από τους εξεγερμένους, είναι η μη-λύση. Και αυτήν οφείλουμε να προωθήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις. Όσο τα κράτη και οι ανθρωπιστικές οργανώσεις προσπαθούν να βρουν τους τρόπους διαχείρισης αυτής της έκρυθμης κατάστασης, ο μόνος ρόλος που μπορούμε να έχουμε είναι να τους σαμποτάρουμε. Η μη-λύση έρχεται αντιμέτωπη με την έννοια της ανάθεσης. Γιατί η διαχείριση, εφόσον γίνεται από ένα κεντρικό σύστημα εξουσίας, δεν μπορεί παρά να διαιρεί, να φυλακίζει, να απομονώνει. Για άλλη μία φορά θα πρέπει να σκεφτούμε τι πραγματικά σημαίνει αλληλεγγύη. Τι είδους αλληλεγγύη περιμένουν οι εξεγερμένοι ή οι φυλακισμένες που καίει μέσα τους ακόμα η φωτιά της εξέγερσης. Σε έναν αγώνα που οι εξεγερμένοι προτάσσουν το σώμα τους και θυσιάζουν στις φλόγες τα υλικά αγαθά, αλληλεγγύη δεν είναι ένα πιάτο φαΐ, μία σκηνή και ένας μπάτσος. Μπρος στη μεγάλη φωτιά που έκαψε τη Μόρια, μικρές σπίθες ολούθε είναι ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσουμε με τις εξεγερμένες. Οι καρδιές μας ζεστάθηκαν από τις μεγάλες φωτιές που ισοπέδωσαν την κόλαση της Μόριας. Όπως πάντα σε τέτοιες στιγμές τα τέρατα αποκαλύπτουν με τον πιο σαφή τρόπο τις προθέσεις τους. Ας γίνουν οι αδυναμίες τους η δικιά μας στόχευση, μέχρι την τελική κατάρρευση οποιασδήποτε λύσης. Μέχρι να οικοδομήσουμε άπειρες εύθραυστες κοινωνίες ισότητας και αλληλεγγύης.

Μέχρι την ισοπέδωση κάθε φυλακής, μέσα ή έξω.

ΤραμουντάναΛεβάντες
16/09/2020
https://athens.indymedia.org/post/1607147