LGBTQIA+ PRIDES: Όχι στη «μοναρχία του σεξ»

Το παιδί έχει ένα καθεστώς ηδονής για το οποίο η επιγραφή «σεξουαλικό» αποτελεί πραγματική φυλακή…

Michel Foucault

 

Το κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, σε πλήρη ένταση τις δεκαετίες ’60-’70, υποτονικότερο και κατά καιρούς αναζωπυρούμενο σήμερα, αντλούσε πάντοτε τα κυριότερα επιχειρήματά του από τη σεξουαλική επιθυμία και ηδονή σε ένα λόγο σχεδόν εμμονικό. Φυσικοποιώντας την ερωτική πράξη του ανθρώπινου όντος πέρασε έτσι όλο το φεμινισμό, τα αιτήματα για ισότητα των δύο φύλων και την προάσπιση των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων, τρανσέξουαλ κ.ά. μέσα από μια κολυμπήθρα στα νερά της οποίας δέσποζε το ελεύθερο σεξ και η απρόσκοπτη σεξουαλική δραστηριότητα.

Όλα τα prides ανά τον κόσμο διοργανώνονται πλέον με επίκεντρο την ηδονή για την οποία αξιώνουν ελεύθερη έκφραση, υιοθετώντας την πρόκληση και τη λαγνεία με τρόπο ακραίο και ενίοτε αναπόφευκτα θεαματικό. Αλλά, αν η βλασφημία και η πρόκληση ήταν πάντοτε το όχημα της πιο αιχμηρής κριτικής και άρνησης (η ιστορία της τέχνης έχει άπειρα παραδείγματα να επιδείξει), όταν η «μοναρχία του σεξ» έχει αποικίσει την πραγματικότητα σε κάθε της πτυχή, η βλασφημία και η πρόκληση καταλήγουν να υπηρετούν αυτό ακριβώς που αντιπαλεύουν: συντονίζονται με το κυρίαρχο σε απόλυτη αρμονία. Στα σύγχρονα media κυριαρχεί η εικόνα του trendy γκέι, ο χώρος του θεάματος φιλοξενεί αμφίφυλες ή άφυλες περσόνες για να τους αναγνωρίσει με ένα στόμφο δημοκρατικότητας και πολυφωνίας την αξία τους ως ισότιμων ατόμων, η αγορά διευρύνεται, εμπλουτίζεται και ενισχύεται σε ποικιλία από τις καινούριες τάσεις. Και επιστέγασμα όλων των παραπάνω, η (νεο)φιλελεύθερη ρητορεία που θέλει το δικαίωμα στη σεξουαλική επιλογή αναπαλλοτρίωτο και φέρνει τον Μπουτάρη να φωτογραφίζεται αγκαλιά με τις τρανς στο pride της Θεσσαλονίκης.

Ίσως όλα αυτά να είχε υπόψη του ή μάλλον να τα προέβλεψε με τρόπο διορατικό ο Michel Foucault, όταν με το έργο του «Η ιστορία της σεξουαλικότητας» επιχείρησε να ασκήσει κριτική στην υπόθεση της καταστολής του σεξ από την εξουσία όπως διατυπωνόταν εκείνη την εποχή από το φροϋδο-μαρξισμό και την ψυχανάλυση. Αν και μεγάλος ανατόμος της εξουσίας και των μεθόδων πειθάρχησης, ενεργό κομμάτι της ριζοσπαστικής γαλλικής διανόησης και ομοφυλόφιλος ο ίδιος (πέθανε άλλωστε οροθετικός το 1984), αρνήθηκε να αναγνωρίσει το κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης εντός του υπάρχοντος συστήματος της σεξουαλικότητας, θεωρώντας το ως το προοδευτικό άλλοθι του συστήματος αυτού που παρήγαγε καθαυτό εξουσία. Αντίθετα, ενθάρρυνε σε εναλλακτικό προς το σεξ λόγο και πρακτικές και αναζήτησε τρόπους να πλήξει την πρωτοκαθεδρία της σεξουαλικής ηδονής έναντι όλων των άλλων σωματικών ηδονών.

Προφανώς, μια τέτοια κεντρική θέση, η οποία αφενός συμφωνούσε με τη γενικότερη θεώρησή του περί κοινωνικών και ιστορικών κατασκευών και αφετέρου παραμέριζε βιολογικά και ψυχαναλυτικά δεδομένα που δύσκολα επιδέχονταν αντίλογο, φαντάζει σε μας τουλάχιστον αλλόκοτη, αν όχι αυθαίρετη και ατεκμηρίωτη. Όμως εξίσου αλλόκοτο και βαθιά προβληματικό είναι το να προσβλέπουμε σε μια σεξουαλική απελευθέρωση μέσα σε μια οικονομία σεξουαλικότητας δομημένη από την εξουσία με σκοπό να την υπηρετήσει. Ο Foucault, όσο σθεναρά κι αν υποστήριζε τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και την εν γένει σεξουαλική ελευθερία, δεν έπεσε στην παγίδα να υποστασιοποιήσει και να αντικειμενικοποιήσει το σεξ. Αν ωστόσο ο «Βασιλιάς Σεξ» (le Sexe Roi) δεν μπόρεσε τελικά να αποκαθηλωθεί προκειμένου να ανακαλύψουμε άλλους τρόπους διαμόρφωσης ταυτοτήτων και απελευθερωτικών προταγμάτων («μια άλλη οικονομία των σωμάτων και των ηδονών»), ευθύνη φέρει και το ίδιο το κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης που εστίασε τόσο επίμονα στο σεξ, εξαντλώντας πολλές φορές κάθε θεωρητική προσέγγιση του θέματος στην ικανοποίηση μιας φυσικής, “βιολογικοποιημένης” ανάγκης.

Το ζητούμενο φυσικά δεν είναι να αρνηθούμε καθολικά τη σεξουαλική ανάγκη και επιθυμία και να ασπαστούμε τον ασκητισμό ως αντίδραση στο σεξοκεντρικό λόγο της εποχής μας. Είναι όμως άστοχο να μη στρέψουμε κάποια στιγμή τα βέλη της κριτικής μας σ’ αυτή την ατέρμονη αναζήτηση σεξουαλικής ηδονής, στην κυνική εναλλαγή συντρόφων κάθε φύλου, στην αναγωγή της συνεχούς λαγνείας σε δείκτη ελευθερίας και προσωπικής ολοκλήρωσης, με τη φθηνή δικαιολογία ότι όλα αυτά πηγάζουν από μια αντικειμενικά ανυπέρβλητη σεξουαλική φύση. Πριν ξεπέσουμε στη ζωώδη κατάσταση και παραδοθούμε στα σεξουαλικά ένστικτα ή πριν –ακόμα χειρότερα– προσαρμοστούμε στο πρότυπο του μονίμως ενεργού σεξουαλικού υποκειμένου που μας πλασάρεται, καλούμαστε να αναστοχαστούμε πάνω στο σεξ και τη θέση του στη ζωή μας. Κι αυτός ο βίαιος λόγος για απελευθέρωσή του, οι πειραματισμοί και η άρση των σεξουαλικών ταμπού μέσα σε μια γενικευμένη διάθεση μη δέσμευσης, μακράν του να αποτελεί μόδα (όπως συνηθίζεται να αποκαλείται από πολλούς τελευταία), είναι πρωτίστως απόρροια της αναγωγής του σεξ σε κεντρικό άξονα της ζωής και ρυθμιστή συμπεριφορών.

Ακόμα και το αίτημα για πολυσυντροφικότητα (polyamory), αν και επιχειρείται να μη συνδεθεί αποκλειστικά με τη σεξουαλική δραστηριότητα, αφορά σε ένα εξίσου ρευστό και συναισθηματικά ασταθές υποκείμενο, που ποτέ δεν εφησυχάζει αλλά αναζητεί διαρκώς να ολοκληρωθεί μέσα από πολλαπλές συνδέσεις (σεξουαλικού ή άλλου τύπου). Η μετάβαση από τη σχέση στο δίκτυο (όρος που έχει καταντήσει πλέον μάστιγα στην εποχή μας) περιγράφεται με τα ζοφερότερα χρώματα από το Zygmunt Bauman, αναδεικνύοντας την ευθραυστότητα των σχέσεων και την αδυναμία δέσμευσης. Γιατί, όπως μπροστά στο PC μας ανοίγουμε και κλείνουμε καρτέλες κατά βούληση μόνο και μόνο επειδή κάτι μας κεντρίζει περισσότερο ή λιγότερο το ενδιαφέρον, ανάλογα και στην προσωπική μας ζωή η σύνδεση και η αποσύνδεση λαμβάνει μια τρομαχτική ευκολία. Τελικά η ακούραστη αναζήτηση ηδονής και η ενθουσιώδης μας έκθεση σε διάφορες πηγές για την ικανοποίησή της είναι αμφίβολο αν μας ολοκληρώνει ή αν, εν τέλει, μας καθιστά μονίμως ανικανοποίητους κι εκτεθειμένους σε μια σταδιακή «απ-εκμάθηση του έρωτα».

Η πολυσυντροφικότητα, όσο κι αν οι διακηρύξεις των υποστηρικτών της προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, συνδέεται κι αυτή άρρηκτα με τη σεξουαλικότητα στην πιο ακραία της εκδοχή. Διότι το γεγονός ότι ούτως ή άλλως είμαστε όλοι ενταγμένοι σε ένα πλέγμα σχέσεων στη ζωή μας φαντάζει κοινότυπο κι απολύτως αυτονόητο, αν δεν υπεισέλθει ο παράγοντας σεξ ώστε να τις κάνει να φαίνονται πιο «προωθημένες» και αντίθετες στις κυρίαρχες νόρμες. Αν οι βαλτωμένες ερωτικά δυαδικές σχέσεις που έχουν ανάγκη από ανανέωση, και η σεξουαλική ενέργεια που είναι καταδικασμένη να ατονήσει με το χρόνο όταν διοχετεύεται σε ένα μόνο πρόσωπο, συνηγορούν στη λύση της πολυσυντροφικότητας, αντιλαμβανόμαστε ότι στο επίκεντρο όλων αυτών βρίσκεται πάλι μια σεξουαλική φύση αδηφάγα και οπωσδήποτε πολυγαμική. Το κατά πόσο, από την άλλη, η ειλικρίνεια και η συναίνεση, βασικές προϋποθέσεις μιας πολυσυντροφικής σχέσης, όπου η ζήλια και η κτητικότητα θα εξοβελιστούν ως δια μαγείας, είναι στην πράξη εφικτές χωρίς μια συνολική αναμόρφωση της ζωής, είναι από μόνο του ερώτημα που σηκώνει μακρά συζήτηση.

Μακρά παραμένει και η συζήτηση για το αν τελικά το σεξ είναι κοινωνική κατασκευή ενταγμένη σε μια δεδομένη ιστορική πραγματικότητα, της οποίας τα πρότυπα υπηρετεί ή αν είναι μια φυσική, αντικειμενική τάση του ανθρώπου, επιστημονικά προσδιορισμένη από τη βιολογία ή την ψυχαναλυτική θεωρία των ενορμήσεων. Κι αν τα επιχειρήματα της κάθε προσέγγισης κονταροχτυπιούνται συνεχώς και εμπλουτίζονται, οδηγώντας σε μια χαοτική παραγωγή θεωρίας (όχι πάντα ουσιαστικής), το ερώτημα παραμένει ένα: Κατά πόσον η σεξουαλική επιθυμία στην απόλυτη έκφρασή της εμπεριέχει μια εγγενώς επαναστατική ή απελευθερωτική διάσταση. Και δυστυχώς σήμερα υπάρχουν πολλοί λόγοι ώστε να αμφιβάλλουμε για αυτό.

Μίσκιν