Τους τελευταίους μήνες, ανακινείται και συζητιέται έντονα το ζήτημα των συγκοινωνιών με αφορμή τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων και την αντίσταση στην επικείμενη αναδιάρθρωση στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Γύρω από τις απεργίες των εργαζομένων αναπτύσσονται δράσεις, παρεμβάσεις αλληλέγγυων και πολιτικών πρωτοβουλιών που αναδεικνύουν τον συνολικό χαρακτήρα των συγκοινωνιών. Σαμποτάζ ακυρωτικών μηχανημάτων, καταλήψεις λεωφορείων, μοιράσματα και μια όλο και διευρυνόμενη κοινωνική πρακτική άρνησης πληρωμής εισιτηρίων. Παρακάτω θα διερευνήσουμε την πολιτική/κοινωνική σημασία όλων αυτών των πτυχών, που εκδηλώνονται γύρω και μέσα από τις κινητοποιήσεις στις συγκοινωνίες.
η αναδιάρθρωση στις συγκοινωνίες και οι απεργίες εργαζομένων
Στα μέσα δεκέμβρη η δημοκρατία ανακοινώνει μια ακόμα προσπάθεια αναδιάρθρωσης, αυτή τη φορά στον τομέα των συγκοινωνιών. Αυτή περιλαμβάνει την αύξηση του εισιτηρίου, ανάλογα με τον τύπο του, έως και 40%, την αύξηση στη μηνιαία κάρτα, την εντατικοποίηση των ελέγχων, μειώσεις προσωπικού και δρομολογίων, κατάργηση γραμμών, και γενικότερα το ξεπούλημά και τη λειτουργία τους με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Εν ολίγοις με το κριτήριο του κέρδους και της εμπορικής εκμεταλλευσιμότητας.
Οι εργαζόμενοι απαντούν με στάσεις εργασίας, απεργίες, τόσο σε κάθε ξεχωριστό τομέα, όσο και συντονισμένα σε όλα τα μέσα μεταφοράς. Σε περιπτώσεις (ΕΘΕΛ, ΗΛΠΑΠ) προχωρούν και σε καταλήψεις αμαξοστασίων, για τη διασφάλιση και περιφρούρηση απεργιών, έξω και ενάντια στις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, που προσπάθησαν να τις εμποδίσουν. Κομμάτια εργαζομένων, σε μια προσπάθεια για έμπρακτο πολιτικό και οργανωτικό ξεπέρασμα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και των κλαδικών διαχωρισμών, καλούν σε ανοιχτές συνελεύσεις από όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς για καθορισμό και συντονισμό δράσεων. Επίσης, καλούν τους επιβάτες να μην ακυρώνουν τα εισιτήριά τους για ένα διήμερο, στοχεύοντας στην κοινωνικοποίηση των κινητοποιήσεων. Σε ανάλογη δράση είχαν προχωρήσει και οι γιατροί, με εβδομαδιαία ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – χωρίς πληρωμή εισιτηρίου.
παρεμβάσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς και το κύμα άρνησης πληρωμής
Παράλληλα και δίπλα από την απεργία, έχουν αρχίσει και αναπτύσσονται δραστηριότητες από πολιτικά/κοινωνικά υποκείμενα, που δεν προέρχονται από τον χώρο των μεταφορών. Πιο έντονα τους τελευταίους δύο μήνες, πρωτοβουλίες και συνελεύσεις κατοίκων και γειτονιών, αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι, καταλήψεις και πολιτικές συλλογικότητες προβαίνουν σε πολύμορφες, αποκεντρωμένες και συντονισμένες παρεμβάσεις σε διάφορα σημεία της αττικής και της θεσσαλονίκης. Αυτές περιλαμβάνουν μαζικά μοιράσματα κειμένων σε στάσεις, και μέσα σε λεωφορεία, τρόλεϊ, τρένα και μετρό, σαμποτάζ των ακυρωτικών μηχανημάτων, αυτοκόλλητα, αφίσες, καταλήψεις λεωφορείων κ.ά. Τα κεντρικά προτάγματα είναι η άρνηση πληρωμής εισιτηρίου, και η αλληλεγγύη στον αγώνα των εργαζομένων στις μεταφορές. Όπως και στην περίπτωση των διοδίων, αναπτύσσεται και στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ένα κύμα άρνησης πληρωμής εισιτηρίου, που διαχέεται σε ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια. Σε μερικές περιπτώσεις (λεωφορεία, τρόλεϊ) το ποσοστό των επιβατών που αρνείται να πληρώσει εισιτήριο είναι γύρω στο 30%.
Ωστόσο, αυτό το κύμα δεν είναι κάτι που γεννήθηκε εκ του μηδενός. Είναι μια πρακτική που, έστω και μειοψηφικά, εντάσσεται στην καθημερινότητα αρκετών επιβατών εδώ και χρόνια. Με τον καιρό, και όσο ακρίβαιναν τα εισιτήρια, όλο και περισσότεροι επιβάτες όταν κατέβαιναν από ένα μέσο, άρχισαν να δίνουν το ακυρωμένο –αλλά ισχύον– εισιτήριό τους στον επόμενο επιβάτη. Μια κίνηση που το κράτος έσπευσε να τη μετατρέψει σε ποινικό αδίκημα. Στο πρόσφατο παρελθόν, και σε κινηματικό/πολιτικό επίπεδο, το ζήτημα των μέσων μαζικής μεταφοράς, και η πρακτική του μπλοκαρίσματος των ακυρωτικών μηχανημάτων ως μορφή αγώνα, ανέκυψε στα φοιτητικά του 2006-2007 και στην εξέγερση του 2008. Έτσι, η συγκρότηση του σημερινού φαινομένου πέρασε μέσα από την αλληλεπίδραση της κοινωνικής αναγκαιότητας και συνείδησης για φτηνές μεταφορές, των πολιτικών κινήσεων που ενσωμάτωσαν και διέχυσαν το σαμποτάζ και την άρνηση πληρωμής, αλλά και μέσα από την ιστορία των κοινωνικών αγώνων (ΕΑΣ –1992) που κατοχύρωσαν έναν κοινωνικό χαρακτήρα των συγκοινωνιών στη συλλογική συνείδηση. Αυτό το κύμα άρνησης πληρωμής –ή αυτομείωσης, αντλώντας από την ιταλική εμπειρία του ’70– έχει εδώ και καιρό διαχυθεί και στην περίπτωση των διοδίων, ενώ αρχίζουν και σποραδικές προσπάθειες για ανάπτυξή του και στις περιπτώσεις της ΔΕΗ και της ΕΥΔΑΠ.
η πολυμορφία και τα πολιτικά περιεχόμενα
Τα πολιτικά περιεχόμενα ωστόσο των παρεμβάσεων και καταλήψεων λεωφορείων, δεν είναι ούτε κοινά, ούτε ενιαία, αλλά συντίθενται από μια πολλαπλότητα υποκειμένων. Χοντρικά και με διάφορες διαβαθμίσεις μπορούμε να δούμε δύο κεντρικά περιεχόμενα.
Οι αριστερές οργανώσεις και συλλογικότητες, όχι με ενιαίο τρόπο, τείνουν προς μια υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των συγκοινωνιών. Τα αιτήματα ποικίλλουν. Άλλες επιδιώκουν τη μείωση του εισιτηρίου, άλλες την κατάργησή του για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες (μαθητές, συνταξιούχοι, άνεργοι κ.λπ.), άλλες ζητούν δωρεάν μεταφορά εργαζόμενων τις πρωινές ώρες, άλλες δημόσιες δωρεάν μεταφορές για όλους. Αναλύουν τις συγκοινωνίες ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως εμπόρευμα. Η παραδοσιακή άσκηση πολιτικής της απεύθυνσης των αριστερών προς το κράτος, ώστε να «διορθώσει τα κακώς κείμενα» και να «ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματά μας», δεν εγκαταλείφθηκε φυσικά, έχει όμως εμπλουτιστεί από άλλες μορφές. Τέτοιες είναι η κατάληψη λεωφορείων, το μπλοκάρισμα των ακυρωτικών μηχανημάτων και το κάλεσμα για άρνηση πληρωμής εισιτηρίου. Αν και η στροφή αυτή έχει να κάνει με το «πώς πάνε τα νερά του λαού» και σίγουρα κρύβει ψηφοθηρικές επιδιώξεις, δεν μπορούμε παρά να το επισημάνουμε, ως ένδειξη των κοινωνικών τάσεων αγώνα που διαμορφώνονται, σε σημείου να ακουμπούν και τους γραφειοκράτες αριστερούς.
Αναρχικές συλλογικότητες, πρωτοβουλίες και καταλήψεις, επίσης αντιλαμβάνονται τις μεταφορές ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως εμπόρευμα. Τονίζουν τον κοινωνικό χαρακτήρα των μέσων μαζικής μεταφοράς, προτάσσουν καθολικά την κοινωνική στάση πληρωμών, και στην περίπτωση των συγκοινωνιών την άρνηση πληρωμής εισιτηρίου από τα κάτω, χωρίς καμία απαίτηση προς την πλευρά του κράτους. Επιδιώκουν τη διάχυση μιας συλλογικής αντίληψης de facto και από τα κάτω δημιουργίας, από τους ίδιους τους εκμεταλλευόμενους, του κοινωνικού χαρακτήρα των μεταφορών, μέσα από την καθολική άρνηση πληρωμής, την απομόνωση και συλλογική αντίσταση απέναντι στους ελεγκτές, και την αλληλεγγύη στον αγώνα των εργαζομένων.
η υπέρβαση του συντεχνιακού αγώνα και η δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων
Ωστόσο, όλες αυτές οι πτυχές που αναπτύσσονται γύρω και μέσα από την απεργία στις συγκοινωνίες, κάνουν την τελευταία να διαφοροποιείται από άλλες πρόσφατες κινητοποιήσεις εργαζομένων. Το βασικό σημείο διαφοροποίησης είναι ότι η απεργία, αρχίζει και ξεφεύγει από τα συνήθη συντεχνειακά/οικονομικά συμφέροντα και την υπεράσπισή τους από ένα κλάδο εργαζομένων. Κι αυτό δεν γίνεται απαραίτητα με την επιδίωξη των απεργών, αν και υπάρχουν και τέτοιες, όσο κυρίως από την αναπτυσσόμενη κοινωνική δυναμική που οι αντιλήψεις και η πρακτική της μεταθέτει το ζήτημα από το πεδίο των μισθών, των απολύσεων, της υπεράσπισης κεκτημένων κ.λπ., στο επίπεδο του κοινωνικού χαρακτήρα των μέσων μαζικής μεταφοράς. Ένα δεύτερο σημείο διαφοροποίησης είναι η, έστω και αφηρημένη, μη έμπρακτη ακόμα, σύνδεση των επιθυμιών και αναγκών δύο κομματιών, που σε άλλες περιπτώσεις θα εναντιώνονταν ο ένας στον άλλον, των επιβατών και των εργαζόμενων-απεργών. Αναπτύσσονται έτσι σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ τους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ώστε οι κοινές επιθυμίες και ανάγκες να ενταχθούν ενδεχομένως σε ένα κοινό πλαίσιο αγώνα. Αυτή η διαδικασία σπάει τις «αντικειμενικές» προϋποθέσεις της παραδοσιακής μεθόδου κοινωνικής απομόνωσης μιας απεργίας από την κυριαρχία και τα media. Τον διαχωρισμό, δηλαδή, των απεργών από τους υπόλοιπους που «πλήττονται» από την απεργία, σύμφωνα με τη συνταγή του κοινωνικού αυτοματισμού.
Επίσης, ετερόκλητα πολιτικά υποκείμενα αγώνα, αλλά και ευρύτερος κόσμος, κινητοποιούνται δημιουργώντας πολλαπλές και αποκεντρωμένες εστίες δραστηριοποίησης από τα κάτω, αδιαμεσολάβητα –αν και όχι πάντα– και σε μια προσπάθεια να διαχύσουν και να επικοινωνήσουν κοινωνικά, άμεσα και έμπρακτα αντιλήψεις και πρακτικές. Ταυτόχρονα οι μορφές αγώνα, τα προτάγματα και το κύμα άρνησης πληρωμής καταδεικνύουν στοιχεία άρνησης συνδιαλλαγής με τις θεσμικές/κρατικές δομές, και την προσπάθεια για από τα κάτω και εκ των πραγμάτων κατοχύρωση του κοινωνικού χαρακτήρα ελεύθερων μεταφορών. Είναι η ίδια η κοινωνική/κινηματική δυναμική που με τις πρακτικές της μπορεί να κατακτήσει de facto αυτόν τον χαρακτήρα, και όχι η απαίτηση ή διαβούλευση με τη δημοκρατία.
Τέλος, όπως μέχρι στιγμής εξελίσσεται η δυναμική γύρω και μέσα από την απεργία, και οι μορφές που παίρνει η συνολικότερη κινητοποίηση, διαφαίνονται στοιχεία όχι μόνο αντίστασης στην αναδιάρθρωση, αλλά και δημιουργίας νέων κοινωνικών σχέσεων. Οι προϋποθέσεις για χτίσιμο σχέσεων αλληλεγγύης μεταξύ επιβατών-εργαζομένων, οι καταλήψεις λεωφορείων, το σαμποτάζ μηχανημάτων και η άρνηση πληρωμής, δεν είναι μόνο μορφές αντίστασης στην αναδιάρθρωση στον τομέα των συγκοινωνιών. Πέρα από το να συγκροτούν την επανοικειοποίηση του ίδιου του κοινωνικού χαρακτήρα των μέσων μαζικής μεταφοράς, δημιουργούν και δομούν νέες κοινωνικές σχέσεις που προτάσσουν, όχι μόνο την αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων, αλλά την αλληλεγγύη και την συλλογικότητα ως κοινωνική σχέση συνολικά και ευρύτερα. Η συλλογική άρνηση πληρωμής, η συλλογική αντίσταση στους ελεγκτές, η κατάληψη λεωφορείων, η μεταβίβαση εισιτηρίου στον επόμενο, ενσωματώνουν την έννοια της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας στον ίδιο τον αγώνα και ταυτόχρονα συμβάλλουν στη δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων ενάντια στην κυριαρχία του ατομικισμού, της απομόνωσης και του «ωχαδερφισμού». Έχουμε έτσι μια σύγκλιση των μορφών και των περιεχομένων αγώνα, καθώς και την αφομοίωση του αγώνα και της αντίστασης στην ίδια την καθημερινότητα.
βλάσσης