«Θα το αντέξουμε κι αυτό»

Η ανθεκτικότητα ως δομική προσταγή του νεοφιλελευθερισμού

«Όποιος δεν προσαρμόζεται, πεθαίνει»

~Στέλιος Πέτσας, αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών σε τηλεοπτική εκπομπή
13/09/2022

Το «ξέσπασμα» της κρίσης του καπιταλισμού το 2008 αποτέλεσε «ισχυρό σοκ» για τον δυτικό κόσμο, που ως τότε «απολάμβανε» τους καρπούς της ανάπτυξης και της σταθερότητας των περασμένων δεκαετιών. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατακλύστηκαν αφενός από ειδήσεις με τραπεζικά ιδρύματα και διεθνείς κολοσσούς να κηρύσσουν πτώχευση ο ένας μετά τον άλλο, και αφετέρου από αναλύσεις εμπειρογνωμόνων σχετικά με το τι πήγε λάθος, και τι χρειάζεται να γίνει. Το αρχικό σοκ συνοδεύτηκε από ανακοινώσεις έκτακτων οικονομικών μέτρων, με τις πολιτικές διακυβέρνησης να «γυρίζουν σελίδα» για να διαχειριστούν την κρίση.

Έκτοτε, τόσο ο παγκόσμιος, όσο και ο εγχώριος καπιταλισμός έχουν διέλθει από πολλές διαφορετικές φάσεις. Επί του παρόντος, τα ίδια τα περιεχόμενα των πολιτικών κρατικής διακυβέρνησης στο περιβάλλον της κρίσης αφήνονται στην άκρη. Το αντικείμενο ενδιαφέροντος του συγκεκριμένου άρθρου εντοπίζεται στο επικοινωνιακό πεδίο· εκεί όπου λεκτικοποιούνται οι ήδη ειλημμένες κρατικές αποφάσεις, και τίθενται στη δημόσια σφαίρα· «εκεί» που διατυπώνονται οι όροι της συναίνεσης των από κάτω, και αρχίζει η διαδικασία απόσπασής της. Κι αν έχουν αλλάξει πολλά από το 2008 ακόμα και επικοινωνιακά, υπάρχουν επίσης σημεία όπου η ρητορική της κυριαρχίας έχει μετατοπιστεί ελάχιστα από τις αρχικές της διατυπώσεις. Ένα από αυτά είναι η έννοια της ανθεκτικότητας.

Όλα αυτά τα χρόνια, λοιπόν, παρατηρούμε συγκεκριμένες επικοινωνιακές υφές που παραμένουν αναλλοίωτες. Άλλοτε με σαφείς αναφορές, και άλλοτε με γλαφυρές υπόνοιες κατασκευάζεται με συγκεκριμένους όρους μια αρνητική πρόσληψη της καθημερινότητας ‒και κατ’ επέκταση της ίδιας της ζωής‒ ως «δοκιμασία» στην οποία καλούμαστε να ανταπεξέλθουμε. Πρόκειται για μια επικοινωνιακή τακτική, η οποία ανάγει την εν λόγω «αρνητικότητα» σε δομική συνθήκη της σύγχρονης ανθρώπινης ύπαρξης και δραστηριότητας: Κάπως έτσι η κρίση ενσωματώθηκε στην αφήγηση του παρόντος (ώσπου έγιναν ένα), και πλέον έχει αναχθεί σε πρωταρχική αιτία για τις «δυσκολίες του κόσμου», που παρουσιάζεται σαν να επηρεάζει καθολικά, αναπόδραστα και με την ίδια ένταση το σύνολο της κοινωνίας ‒ πάνω κάτω δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που ένα φυσικό φαινόμενο αφήνει το αποτύπωμά του σε μία συγκεκριμένη περιοχή.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, η διαδικασία φυσικο-ποίησης της κρίσης επιτυγχάνει να επισκιάσει το γεγονός πως η ίδια η κρίση αποτελεί μια εγγενή διεργασία του καπιταλισμού: Η ανάκαμψη της μειωμένης κερδοφορίας του Κεφαλαίου επιβάλλει τον μετασχηματισμό των κοινωνικοταξικών συσχετισμών εις βάρος του κόσμου της εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο κώδικας επικοινωνίας του νεοφιλελευθερισμού συγκροτείται πάνω σε «θετικές» ‒πλην αφηρημένες‒ έννοιες, οι οποίες χρωματίζονται με τρόπο τέτοιον ώστε να νομιμοποιείται η καπιταλιστική βαρβαρότητα: Η «ανάπτυξη» υπονοεί τη διαρκή φτωχοποίηση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων· η ενίσχυση και αναβάθμιση των κατασταλτικών μηχανισμών γίνεται στο όνομα της «δημόσιας τάξης», και βρίσκει το συμπλήρωμά της στην αποδυνάμωση και την υποβάθμιση των «κοινωνικών παροχών», που γίνεται αντίστοιχα στο όνομα της «δημοσιονομικής σταθερότητας». Στο τέλος, τα «μέτρα πρόληψης», οι νεοφιλελεύθερες «ρυθμίσεις» και «μεταρρυθμίσεις» νομιμοποιούνται ως τα «φυσικά επακόλουθα» της ζωής στην κρίση.

*

«Η ανθεκτικότητα είναι εξ ορισμού ενάντια στην αντίσταση».
~Mark Neocleous

Η έννοια της ανθεκτικότητας επικαιροποιεί ‒σε συνθήκες (νεοφιλελεύθερης) διαχείρισης της κρίσης‒ το ιδεολόγημα που παρουσιάζει την καπιταλιστική πραγματικότητα ως τη μόνη δυνατή πραγματικότητα, μέσα από τη «φυσικοποίηση» της κρίσης όπως περιγράφεται παραπάνω, και την αντίστοιχη «φυσικοποίηση» της διαχείρισής της. Στο επικοινωνιακό περιβάλλον που διαμορφώνει η απρόβλεπτη και «απροϋπόθετη παρουσία» της κρίσης (ως άλλη φυσική καταστροφή), τα καλέσματα για ανθεκτικότητα επιτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες. Διόλου τυχαία εκπορευόμενα από τα πάνω, συνθέτουν την ιδεολογική και συμπεριφορική επένδυση της ζητούμενης ‒από την κυριαρχία‒ συναίνεσης, καθορίζοντας τόσο την υπαρξιακή όσο και την πολιτική της διάσταση. Υπαρξιακή με την έννοια συγκρότησης ενός οδηγού πρόσληψης της καθημερινότητας, και αντίστοιχα ενός κοινωνικού φαντασιακού, σύμφωνα με το οποίο το ανθεκτικό άτομο είναι στο επίκεντρο της ζωής. Πολιτική στον βαθμό που σκιαγραφεί το σύνολο των αρμοζουσών συμπεριφορών στον δημόσιο χώρο, όπου η «προσαρμοστικότητα» του κοινωνικού συνόλου, άρα και των μεμονωμένων ατόμων, σημαίνει μηδενική αντίσταση στην επιδείνωση της καθημερινής ζωής. Στη γλώσσα αυτής της επικαιροποίησης, λοιπόν, αξίζει να αναλύσουμε μερικά επιμέρους σημεία.

Το καπιταλιστικό οικοδόμημα συγκροτείται και διαιωνίζεται στηριζόμενο σε ένα κανονιστικό πλαίσιο θεσμισμένης ανισότητας, εκμετάλλευσης και καταπίεσης, το οποίο θεωρητικά χαίρει «οικουμενικής αποδοχής». Οι επικοινωνιακές πρακτικές που το εξυπηρετούν, όπως είναι επόμενο, καταστρώνονται ώστε να αποκρύπτουν τη δομική ανισοτιμία της καπιταλιστικής πραγματικότητας, παράγοντας συνεχώς ως αυτονόητη (ως μοναδική πιθανότητα) την κυρίαρχη μορφή οργάνωσης της κοινωνίας ‒ παράγοντας κατ’ επέκταση και την αποδοχή της. Με αυτά τα δεδομένα, μία από τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι εν λόγω πρακτικές είναι τα «υπαρξιακά αδιέξοδα» ανάμεσα στην αδικία (ως προσωπικό βίωμα) και τη συμφιλίωση (ως κυρίαρχη επιταγή)· ανάμεσα στην απόρριψη και την αποδοχή αυτού του «άδικου» κόσμου. Υπό αυτό το πρίσμα, η δυνατότητα επέμβασης στην κοσμοαντίληψη του ατόμου, και μακροπρόθεσμα ο έλεγχός της, αναβαθμίζονται σε κρίσιμες παραμέτρους για τη χάραξη των επικοινωνιακών πρακτικών, και επιβάλλουν την ανάπτυξη εξειδικευμένου κώδικα, εργαλείων και μηχανισμών επικοινωνίας.

Στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο θεώρησης που εισάγει η έννοια της ανθεκτικότητας, το πρότυπο του ανθεκτικού υποκειμένου είναι ικανό να καταδυθεί σε βάθος, και να συνομιλήσει με τον ανθρώπινο ψυχισμό και σκέψη. Το ανθεκτικό άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του με όρους δύναμης, ως το άτομο που δύναται να ανταπεξέλθει σε μια δύσκολη κατάσταση, και που επομένως αξίζει να επιβιώσει από αυτήν, εις βάρος εκείνων που αδυνατούν να το κάνουν. Η ανθεκτικότητα, υπό αυτή τη θεώρηση, εναρμονίζεται απόλυτα με τις υπαρξιακές προσταγές του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, που υπερθεματίζουν στις δυνατότητες του μεμονωμένου ατόμου, επιδιώκοντας τον κατακερματισμό των κοινοτικών δεσμών, και την καθολική απομόνωση μέσα από τον ανταγωνισμό των ατόμων.

Στο κοινωνικό και πολιτικό συγκείμενο που εξετάζουμε, η σχέση που αναπτύσσουν οι έννοιες της ανθεκτικότητας και της επιβίωσης είναι συμπληρωματική. Από τη μία, η ανθεκτικότητα προϋποθέτει την ειδική διάσταση της καθημερινότητας ως δοκιμασίας, όπου αυτό που ρομαντικά αποκαλούμε «ζωή», υποβαθμίζεται στη «γυμνή» επιβίωση. Από την άλλη, [η ανθεκτικότητα] έρχεται να απαντήσει σε αυτήν ακριβώς τη δοκιμασία, με τρόπο τέτοιον, όμως, που η υπομονή αυτής της συνθήκης οδηγεί στη διαιώνισή της: Ο συνολικός μετασχηματισμός της καθημερινότητας, από ζωή σε επιβίωση, δεν είναι κάτι που αμφισβητείται, αλλά που πρέπει να υπομένεται, σε σημείο που τελικά οι όροι της επιβίωσης επικρατούν σε βάθος χρόνου ως η νέα καθημερινότητα. Ως αποτέλεσμα, η ολομέτωπη επίθεση της κυριαρχίας στο σύνολο της ζωής, όπως βλέπουμε να ξεδιπλώνεται σταδιακά την τελευταία 15ετία, μετατρέπεται «ανθεκτικά» σε νέα κανονικότητα, με μοναδική προοπτική τη συνεχή της επιδείνωση ‒ στον ορίζοντα της κυριαρχίας υπάρχει μόνο η κανονικο-ποίηση της επιδείνωσης.1

Στη βάση της «ανθεκτικής» αντίληψης για τη ζωή, όπως έχει περιγραφεί ως τώρα, μπορεί να ξεδιπλωθεί η πρωταρχική ανησυχία της κυριαρχίας, που τοποθετείται στον πυρήνα της ανθεκτικότητας: Η πρόληψη οποιασδήποτε αντίστασης απέναντι στην «πραγματικότητα» του καπιταλισμού. Όσο η καθημερινή επιβίωση δεν αμφισβητείται, αλλά αντίθετα γίνεται το πεδίο εξάσκησης της αντοχής και της δύναμης, η αρένα ‒κοντολογίς‒ του ανταγωνισμού μεταξύ εξίσου καταπιεσμένων υποκειμένων, τόσο απομακρύνεται ως ενδεχόμενη η συγκρότηση των αντιστάσεων, ατομικών ή συλλογικών. Η προσαρμοστικότητα, εκείνη η ικανότητα δηλαδή «που έχει δείξει διαχρονικά ο άνθρωπος»2, διαστρεβλώνεται μέσα από εκείνο το συντηρητικό φίλτρο που οδηγεί νομοτελειακά στην κανονικοποίηση της βαρβαρότητας (κάτι που πλέον, εκτός από θεωρητικό πόρισμα, είναι και αδιαμφισβήτητο γεγονός και βίωμα, με το παράδειγμα της πανδημικής κανονικότητας να είναι το πλέον ενδεικτικό). Στον αντίποδα, η αντίσταση κυοφορεί τη δική της «νομοτέλεια», στον βαθμό που συμπυκνώνει την εξής απλή διαπίστωση: Η μοναδική προοπτική βελτίωσης της ζωής έγκειται στις κινήσεις ανατροπής και μετασχηματισμού της καπιταλιστικής πραγματικότητας, και αυτό πρωτίστως αποτελεί ατομική υπόθεση, που έρχεται σε ευθεία ρήξη με τις αφηγηματικές φανφάρες της ανθεκτικότητας. Το στοίχημα βρίσκεται στη συλλογικοποίηση αυτής της «υπόθεσης», ώσπου το «δεν αντέχουμε άλλο» να μην αντηχεί πια ως δήλωση αδυναμίας και υποταγής απέναντι στην κυριαρχία, αλλά ως το σημείο συνάντησης και συλλογικής διάρρηξης της συναίνεσης εκ μέρους των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευόμενων.

Διομήδης Φιλιππότου
από το συλλογικό έργο με τίτλο «Το λεξιλόγιο της ελλαδικής βαρβαρότητας»

1. Το «κάθε πέρσι και καλύτερα» θα μπορούσε να περιγράφει λαϊκά αφενός το «καταστατικό έδαφος» και αφετέρου τον «επιτακτικό ουρανό» τη ανθεκτικότητας.

2. «Σε καμία περίπτωση η φράση αυτή δεν αφορούσε τις δαπάνες θέρμανσης για τον φετινό χειμώνα. Αφορούσε στην προσαρμοστικότητα που έχει δείξει διαχρονικά ο άνθρωπος» ανέφερε ο Στέλιος Πέτσας ‒απολογητικά‒ για την δήλωσή του «όποιος δεν προσαρμόζεται, πεθαίνει».

Βιβλιογραφία

«Αντί επιλόγου: Πανδημία, υπομονή και ανθεκτικότητα», από το βιβλίο «”Είμαστε σε πόλεμο με έναν αόρατο εχθρό” ‒ πανδημία, βιοπολιτική και αντιεξέγερση», Χρήστος Φιλιππίδης, εκδόσεις futura.

«Οικοσυστήματα σύγκρουσης, πόλεις ανθεκτικές», από το βιβλίο «Μικροί πόλεμοι σε μεγάλες πόλεις ‒ θεωρίες, τεχνολογίες και γεωγραφίες αντιεξέγερσης», Χρήστος Φιλιππίδης, Εκδόσεις των Ξένων.