Τουριστικοποίηση ενάντια στην κοινωνία

Tα χαρακτηριστικά του σημερινού τουρισμού μέσα από μία σύντομη ιστορία

Για να καταλάβουμε τι είναι ο τουρισμός και από πού προέρχεται, περιοριστήκαμε στην ίδια τη λέξη τουρισμός. ‘Ετσι, αποκλείσαμε τις αμέτρητες μετακινήσεις ανθρώπων ανά τους χρόνους και τους τόπους, ώστε να τοποθετήσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες φτάνουμε στον σημερινό τουρισμό. Επικεντρώνουμε σε δυο περιόδους, τον 16ο και 19ο αιώνα γιατί μας επιτρέπουν να αντλήσουμε τα κατάλληλα εργαλεία, έτσι ώστε να αναγνώσουμε τον σημερινό, και ενδεχομένως τον αυριανό, τουρισμό.

Η λέξη τουρισμός προέρχεται από τη λέξη tour, που σημαίνει γύρος (πάω, κάνω μια διαδρομή, και επιστρέφω). Χρησιμοποιήθηκε στα μέσα του 16ο αιώνα για να χαρακτηρίσει το ταξίδι των νέων ευγενών, κυρίως Βρετανών, Γερμανών, Γάλλων, Ολλανδών, Πολωνών και Σκανδιναβών, σε χώρες της Ευρώπης. Η Ελλάδα και η Μικρά Ασία προστέθηκαν στους απαραίτητους προορισμούς από τα μισά του 18ου. Το ταξίδι αυτό, που διαρκούσε από μήνες έως χρόνια, συνοδεία ενός κηδεμόνα, ονομαζόταν Grand Tour και δεν είχε κανένα χαρακτηριστικό περιέργειας ή πρωτοτυπίας. Απαρτιζόταν απ’ό,τι έπρεπε να γνωρίζει ένας νέος ευγενής της εποχής (μαζί με τα εργαστήρια μεγάλων ζωγράφων, τα μνημεία, και το σεξ) έτσι ώστε να έχει ακριβώς την ίδια κουλτούρα και παιδεία με τους όμοιούς του. Γινόταν δηλαδή προς κοινωνική επιβεβαίωση και αναγνώριση.

Από τον 19ο αιώνα όμως, η ταχύτητα, και αργότερα η επιτάχυνση, που απέκτησαν τα μέσα μεταφοράς (τραίνα, πλοία κτλ) και η ευκολότερη πρόσβαση σε αυτά, άνοιξαν τα tours της Ευρώπης και σε άλλες κοινωνικές τάξεις οι οποίες μπορούσαν πια να κάνουν και εκείνες ένα γύρο, πάλι με συγκεριμένους προορισμούς, όλο και πιο μαζικά. Βέβαια για πολύ λιγότερη διάρκεια απ’ότι τα Grand Tour των ευγενών.

Την ίδια περίοδο, οι ευρωπαϊκές ανώτερες τάξεις είχαν στραφεί προς τις αποικίες. Από τη μία δημιουργήθηκε μεγάλος αριθμός υποδομών (που υπάρχουν μέχρι και σήμερα) για τους ίδιους τους άποικους ώστε να ξεκουράζονται από το σκληρό κλίμα των αποικιών και τις δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες : hill station στα μεγάλα υψόμετρα της Ινδίας, κρουαζιέρες στο Νείλο, υδροθεραπεία στην Ινδοκίνα κτλ. Ας θυμηθούμε την Πριγκίπισσα Σίσσυ, του οίκου Wittelsbach (όπως o βασιλιάς Όθωνας), που εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα, η οποία το 1890 διέθεται το “ιδανικό κλίμα”, για να ξεκουραστεί και να γιατρευτεί.

Οι αστοί από την άλλη αποκτούσαν σιγά σιγά τη δυνατότητα να διασχίσουν μια αποικία σε μερικές εβδομάδες. Εκτός των υποδομών, οι κυρίαρχες τάξεις προπαγάνδιζαν τις αποικιές τους : απαριθμούσαν τους προορισμούς, εκδίδαν ταξιδιωτικούς οδηγούς βασιζόμενοι σε στερεότυπα, έχτιζαν ξενοδοχεία, άνοιγαν δρόμους και ενίσχυαν τις εταιρείες μέσων μεταφοράς. Επίσης, οι ευρωπαίοι δεν θα μπορούσαν παρά να διαμείνουν σε ζώνες ειρήνης, κάτι που σημαίνει ότι η διατήρηση της τάξης στις αποικίες και ο τουρισμός πήγαιναν μαζί. Κάποιες από αυτές τις παραπάνω δράσεις χρηματοδοτούνταν από τις αποικιακές αρχές, πολιτική που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα με τα σύγχρονα πολιτικά δεδομένα.

Η νεοκλασσική παιδεία στην οποία στόχευε το Grand Tour αντικαταστάθηκε από την αναζήτηση του εξωτισμού. Ο εξωτισμός εμπεριέχει την απόδραση, το ξένο και άγνωστο στοιχείο, την ποιητικότητα (ακόμα και σήμερα οι καρτ ποσταλ δεν δείχνουν τους εκατοντάδες τουρίστες που στριμώχνονται, αλλά άδεια από ανθρώπους τοπία με υπέροχα χρώματα). Να θυμίσουμε ότι την ίδια εποχή, συναντάμε ρεύματα όπως τον Οριενταλισμό και τον Αφρικανισμό στις τέχνες.

Από τον 20ο αιώνα, ο τουρισμός αποτελεί, επίσημα, τμήμα κρατικής πολιτικής (πρόγραμμα και ανάπτυξη). Ο τουρισμός επεκτείνεται στις μεσαίες ταξεις κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου και στις πιο λαϊκές τάξεις από τον 2ο Παγκόσμιο και μετά.

Όσο οι δρόμοι ανοίγονται σε πιο μακρινές περιοχές, τόσο πιο μακριά μπορεί να πάει ο τουρίστας. Πάντοτε όμως κουβαλάει τα χαρακτηρίστικά του Grand Tour (συγκεριμένοι προορισμοί και δραστηριότητες, κοινή παιδεία και κουλτούρα, αναζήτηση του εξωτισμού κτλ.) Αυτό όμως που είναι ξεκάθαρο, είναι ότι ο τουρισμός των ελίτ προηγήθηκε του μαζικού τουρισμού. Εκτός της οικονομίας που γέννησε, ο τουρισμός συμμετέχει επίσης στη διαμόρφωση μίας συλλογικής συνείδησης γύρω από την φαντασίωση εκατομμυρίων ανθρώπων που αγωνιούν να εξισωθούν κοινωνικά με τις (προηγούμενες) ανώτερες τάξεις.

2768264924_d3308723d9_b

Ο τουρισμός στον Ελλαδικό χώρο από τον 20ο αιώνα

Ο τουρισμός στον Ελλαδικό χώρο ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα, με ταξιδιώτες κυρίως Ευρωπαίους της αστικής τάξης που επισκέπτονταν περισσότερο περιοχές με ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Τα λίγα ξενοδοχεία που υπήρχαν τότε σε Αθήνα, Ναύπλιο, Κέρκυρα και λίγες ακόμα πόλεις, ήταν σε χέρια ιδιωτών χωρίς καμία επίσημη συμμετοχή του κράτους. Το 1929, με κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου, ιδρύεται ο Ε.Ο.Τ. (εθνικός οργανισμός τουρισμού και αργότερα έγινε “ελληνικός”). Οργάνωσε τα πρώτα διαφημιστικά προγράμματα, εξέδωσε έντυπα και τις πρώτες αφίσες σε δύο ξένες γλώσσες. Επίσης κατασκεύασε περίπτερα δίπλα σε αρχαιολογικούς χώρους και θέσπισε τις πρώτες τεχνικές προδιαγραφές των ξενοδοχείων. Το 1936 καταργήθηκε ο Ε.Ο.Τ. από το καθεστώς Ι. Μεταξά και έδωσε τη θέση του στο Υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού. Κατά την διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, το 1942 έχουμε την ανασύσταση του Ε.Ο.Τ και την σύνταξη του πρώτου συστηματικού προγράμματος ανάπτυξης του ελληνικού τουρισμού.

Μετά το πόλεμο, σε μια ρημαγμένη κοινωνία ξεκινά το 1948 η εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει την αποκατάσταση του οδικού δικτύου και των συγκοινωνιών, την επισκευή των σιδηροδρομικών σταθμών και λιμανιών.

Ο τουρισμός θα αποτελέσει μια από τις βασικές προτεραιότητες για το Ελληνικό κράτος. Αυτή την θέση θα την υποστηρίξουν και θα εργαστούν συστηματικά οι αξιωματούχοι της αμερικάνικης κυβέρνησης. Σε συνέντευξη Τύπου τον Αύγουστο του 1949, ο κεντρικός υπεύθυνος για την εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ στην Ευρώπη Paul Hoffman δηλώνει ότι «η Ελλάδα θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη στρατηγική της βιομηχανικής θεμελίωσης και να αντιμετωπίσει ρεαλιστικά το μέλλον της, εστιάζοντας στην ανάπτυξη τομέων όπως ο τουρισμός». Ωστόσο η προτεραιότητα αυτή θα παραμείνει σε επίπεδο προθέσεων μέχρι το 1952, χρονολογία λήξης της αμερικανικής χρηματοδότησης, η οποία αφορούσε κυρίως την αποκατάσταση παλαιότερων ξενοδοχείων στην Αθήνα, την Κέρκυρα και τη Ρόδο.

Από το ‘52 και μετά με μια συνεχή διαφημιστική καμπάνια, συμμετοχή σε πολλές εκθέσεις στο εξωτερικό, βελτίωση των συγκοινωνιών με πλοία, αεροπλάνα και οδικό δίκτυο, ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων, κατάφερε η χώρα να προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών ταξιδιωτών κυρίως από την Ευρώπη. Μέσα σε 15 χρόνια οι αφίξεις τουριστών από το εξωτερικό αυξήθηκαν από 68.000 το 1951 σε 1.130.000 το 1966 και 3.899.083 το 1973. Οι κλίνες σε ξενοδοχεία όλων των τάξεων από 57.000 το 1961 σε 286.000 το 1980.

Οι κρατικές υποδομές σταδιακά ,κυρίως από ‘65 και μετά, αρχίζουν να παραχωρούνται για ιδιωτική εκμετάλλευση. Αρχικά μέσα από την απελευθέρωση του τραπεζικού δανεισμού και στη συνέχεια μέσα από πολιτικές απευθείας χρηματοδότησης από το κράτος, άρχισαν να ξεφυτρώνουν ξενοδοχεία μικρά και μεγάλα, κάμπινγκ, κλαμπς, μπαρς, καζίνο, εστιατόρια, και ό,τι λαχταρούσε να δει ο τουρίστας – πελάτης.

Η χούντα βέβαια δεν έμεινε μακριά από αυτή την δραστηριότητα, αλλά συνέβαλε αρκετά στο να αναπτυχθεί ο μαζικός τουρισμός και να πάρει την σημερινή του εικόνα. Με τα θαλασσοδάνεια και τις παραχωρήσεις για να κατασκευαστούν κακόγουστα πολυώροφα ξενοδοχεία, χιονοδρομικά κέντρα, γήπεδα γκολφ και οργανωμένες πλαζ. Χαρακτηριστικά να πούμε ότι ο υπουργός τουρισμού επί χούντας Μιχάλης Μπαλόπουλος έκανε πτήσεις με ελικόπτερο και διάλεγε παραλίες που θα παραχωρηθούν για “τουριστική ανάπτυξη”. Η χούντα με συντακτική πράξη το Νοέμβριο του ‘68, έδωσε στον Ε.Ο.Τ. το δικαίωμα ανάπτυξης και χρήσης των 12 αυτών παραλιών για 75 χρόνια. Κάτι που αναγνωρίστηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου και 5 μήνες μετά την πτώση της χούντας. Η πράξη αυτή θα διατηρηθεί σε ισχύ από όλες τις κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, έως ότου η κυβέρνηση Σημίτη αποφασίζει την «εμπορική αξιοποίηση» των τουριστικών ακινήτων σε παραλίες, από ιδιώτες.

Βλέπουμε λοιπόν ότι από την μεταπολεμική περίοδο ως και σήμερα, από τον πρώτο Καραμανλή, τους χουντικούς, τον Παπανδρέου και τώρα τον Τσίπρα, η κρατική πολιτική στην βιομηχανία του τουρισμού έχει συνέχεια, πάντα προβαλλόμενη ως η πιο αποτελεσματική και κερδοφόρα για την κοινωνία και τους πολίτες.

Ο τουρισμός ως βαλβίδα αποσυμπίεσης της καταπίεσης που

προκαλεί η εργασία

Υπάρχει μια κοινή επιθυμία που διαπερνά αλλά και προϋποθέτει το σύγχρονο καπιταλιστικό τρόπο αναπαραγωγής. Όσοι ασπάζονται ή τουλάχιστον δεν πολύ-ενοχλούνται με τον τρόπο ζωής και εργασίας τους, στο μυαλό τους έχουν κάποιο σαββατοκύριακο χαλάρωσης, τις καλοκαιρινές διακοπές, είτε τη σύνταξη που θα ανταμείψει τον κόπο τους. Η «απόδραση» από την καθημερινή ρουτίνα και καταπίεση προωθείται ως δικαίωμα όλων. Παρόλο που σε περίοδο καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης η εργασία εντατικοποιείται, οι μισθοί πέφτουν και η ζωή χειροτερεύει, η δυνατότητα παραθερισμού μπορεί να προσφέρεται σε πολλούς ενδιαφερόμενους (φθηνά πακέτα). Η χρονική διάρκεια βέβαια ή και η ποιότητα συνεχίζει να εξαρτάται κυρίως από το πορτοφόλι.

Οι άνθρωποι που ζουν σε αστικά κέντρα περιτριγυρισμένοι από μπετό και σίδερα ανυπομονούν να βρεθούν κοντά στη θάλασσα, κάτω από ένα δέντρο, δίπλα στο κύμα. Οι διακοπές, ενδόμυχα, τους προσφέρουν τη δυνατότητα να αισθανθούν ελεύθεροι μακριά από μια καθημερινότητα που τους έχει ξεκάνει. Παρόλα αυτά, η αλλοτρίωση που υφίσταται κανείς όλο το χρόνο, δεν εξαφανίζεται δια μαγείας όταν κάνει διακοπές. Έτσι μπόλικα παράδοξα συμβαίνουν. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Ζακ Ελλύλ, κάθε χρόνο κάποια εκατομμύρια Γάλλοι των Μητροπόλεων επιλέγουν να κατηφορίσουν στο νότο για διακοπές μεταξύ 10 και 15 Αυγούστου. Τρώνε στη μούρη την ίδια κίνηση στους δρόμους που βιώνουν καθημερινά αλλά και τον ίδιο συνωστισμό στο τουριστικό θέρετρο, ανάλογο με κάποιο σαββατόβραδο στην πόλη (κάτι ανάλογο συμβαίνει και στα μέρη μας..).

Έτσι με τον ίδιο τρόπο που κάθε έκφανση της ζωής υπόκειται στις επιταγές της παραγωγής και της κατανάλωσης, έτσι κι η ανάγκη για διακοπές και χαλάρωση διαμεσολαβείται από την τουριστική βιομηχανία (παραγωγή και κατανάλωση τουριστικού προϊόντος).

Το ξεζούμισμα ενός τόπου

Η υποτιθέμενη υγιής δραστηριότητα που λέγεται «επιχειρείν στον τουρισμό» αφορά: στους φυσικούς πόρους που εκμεταλλεύεται (παραλίες, βουνά, ολόκληρες πόλεις και χωριά περιφράζονται για τουριστική χρήση), στις μεθόδους-εργαλεία που χρησιμοποιεί (κυριλέ τουρισμός με λουξ σουίτες για φραγκάτους, εναλλακτικός τουρισμός με mountain bike για τους ψαγμένους, μαζικός τουρισμός με plasma τηλεοράσεις και τσιφτετέλια για το πόπολο κτλ.) και στην ίδια την ανθρώπινη εργασία φυσικά, από την οποία αντλεί και τη μεγαλύτερη υπεραξία.

Από τη μια μεριά ο τουρισμός υπόσχεται καλοπέραση για όσο διαρκούν οι διακοπές κάποιου, από την άλλη κάνει το βίο αβίωτο στους μόνιμους κάτοικους και στους εργαζόμενους μιας τουριστικής περιοχής. Τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για να ισοπεδωθεί ένας ολόκληρος τόπος στο όνομα της δημιουργίας μιας χωματερής με βιολογικό καθαρισμό στην Κερατέα, της πράσινης ανεμογεννήτριας στο Αποπηγάδι Χανίων και τον Αγ. Βασίλειο Ρεθύμνου ή το Μεταλλείο στην Χαλκιδική, εκθέτονται και στην περίπτωση της τουριστικής ανάπτυξης. Πάνω απ’ όλα το καλό του τόπου! Θέσεις εργασίας και ολίγη «οικολογία» ή «ιστορική κληρονομιά» ανάλογα με τις επενδύσεις.

Ο καπιταλισμός όμως είναι μια αδηφάγος μηχανή καταστροφής. Τρέφεται εκμεταλλευόμενος κι άλλους πόρους κι άλλη ανθρώπινη εργασία, πιο εντατικά, πιο φθηνά. Το παράδειγμα της Ταϋλάνδης είναι χαρακτηριστικό. Τα αφεντικά του τουρισμού ανέπτυξαν τις δραστηριότητές, εκτοπίζοντας τους μόνιμους κάτοικους από το ζωτικό τους χώρο στην περιφέρεια, επιτρέποντάς τους να πηγαίνουν στον «τουριστικό αυτό παράδεισο» μονάχα για να πουλάν την εργασία τους (εννοείται όσο πιο φθηνά). Το ίδιο συμβαίνει στη Βενετία όπου κάποιοι από τους ολίγους μόνιμους κάτοικους της Ιταλικής πόλης πέρυσι διαδήλωναν με κεντρικό πανό «είμαστε η τελευταία γενιά που θα μείνει στον τόπο της», ενώ σε πολλά κανάλια, οι σκατούλες από τις ξεχειλισμένες αποχετεύσεις, επιπλέουν πλάι στις γραφικές γόνδολες. Παρόμοια πράγματα, άλλης κλίμακας, συμβαίνουν στη Βαρκελώνη, στα Χανιά κ.α.

Η Κρήτη ως τουριστικό trademark

Μία από τις πιο ύπουλες επιπτώσεις της τουριστικής ανάπτυξης – μιλώντας ειδικά για τον τόπο αυτό – είναι η αλλοίωση που (έχει) επιφέρει στους ανθρώπους τους ίδιους, την κουλτούρα τους, την ηθική τους και τις αξίες τους. Η μετατροπή συνολικά του κοινωνικού ιστού και του τόπου του σε βαριά βιομηχανία μαζικού τουρισμού έχει διαταράξει συθέμελα την πολιτισμική του ταυτότητα, καθώς η ίδια αυτή συνιστά θεμελιώδη και κρίσιμο παράγοντα στην υπηρεσία της τουριστικής ανάπτυξης του νησιού.

Συγκριτικά με άλλα τουριστικά μέρη της χώρας, ακόμα και σε σύγκριση με τα πλέον ανεπτυγμένα, η Κρήτη δεν πουλάει μονάχα ήλιο, θάλασσα ή/και Ιστορία. Πουλάει και αυτό που σχηματικά θα μπορούσε να ονομαστεί ως «κρητικοσύνη». Και η κρητικοσύνη πουλάει τρελά! Πουλάει τόσο πολύ, που σαφέστατα έχει αναχθεί ως την ναυαρχίδα του τουριστικού προϊόντος, τη μαρκίζα του, το αδιαφιλονίκητο trademark του.

Στα πλαίσια όμως του συγκεκριμένου αναπτυξιακού μοντέλου, το trademark (η «κρητικοσύνη» δηλ for sale) δεν μπορούσε να είναι αντιπροσωπευτικό μιας υπαρκτής και αληθινής πολιτισμικής ταυτότητας, διότι –όπως ξέρουμε- ένα επικερδές εμπόριο θέλει και τη μαλαγανιά του εκ μέρους του έμπορα, την υπερβολή του, αν όχι και την απατεωνιά. Ειδικά αν μιλάμε για ένα εμπόριο ανάμεσα σε μέτριας έως και μηδαμινής συγκρότησης εμπόρους, και αναλόγου επιπέδου καταναλωτές. (Ακούγεται σκληρό αυτό, αλλά -μιλώντας με ένα ενδεικτικό παράδειγμα- τί άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά θα μπορούσε να έχει ένα τουριστικό προϊόν (το ενετικό λιμάνι δηλ) που απευθύνεται -και- σε νατοϊκούς (πεζο)ναύτες;)

Ανάλογη λοιπόν με το μέσο επίπεδο του νταλαβεριού, ήταν και είναι αναπόφευκτα και η πιστότητα του σήματος κατατεθέν του. Αυτό που σχηματικά αποκαλέσαμε «κρητικοσύνη», αποτελεί δυστυχώς τον καθοδικό σωλήνα διάχυσης ενός απόλυτα κίβδηλου και αλλοτριωμένου πολιτισμικού πακέτου, το οποίο περνιέται για κρητική ταυτότητα, τόσο εντός του νησιού όσο και εκτός. Είναι η συνισταμένη εκείνων των πολιτισμικών στοιχείων που έχουν αποκοπεί από το παραδοσιακό (παραδεδομένο, ορθότερα) πολιτισμικό πλαίσιο που κάποτε συναποτελούσαν, και έχουν διαστραφεί έτσι ώστε είτε να γίνουν trademark προϊόντων, είτε να γίνουν τα ίδια προϊόντα.

Η τσικουδιά, η προφορά και η διάλεκτος, η κουζίνα, η οπλοκατοχή, η λεγόμενη κρητική λεβεντιά, η μουσική και οι χοροί, οι μαντινάδες, η παραδοσιακή ενδυμασία, η ορεσίβια βουκολική ζωή και ό,τι άλλο συνιστά το παραδοσιακό πολιτισμικό πλαίσιο, έχει βαριά αλλοιωθεί από την αχαλίνωτη εμπορευματοποίησή του. Ο εύκολος και γρήγορος πλουτισμός μεγάλης μερίδας της τοπικής κοινωνίας, καθώς και η συνεπακόλουθη αδιαφορία της για ο,τιδήποτε μη υλιστικό σε αυτήν τη ζωή, έχει καταστήσει αυτήν την αλλοίωση νέα κανονικότητα, με την έννοια ότι πλέον το κίβδηλο συνιστά τη σύγχρονη τοπική κουλτούρα.

Είναι αδύνατον στα πλαίσια αυτής της εισήγησης να αναπτυχθούν όλα τα παραπάνω πολιτισμικά στοιχεία στο παραδοσιακό πλαίσιό τους, από τη μια, και στη σύγχρονη καθημερινότητα, από την άλλη. Αυτό στο οποίο στεκόμαστε όμως είναι ότι η Κρήτη που αρέσει στους πάντες τα τελευταία χρόνια, είναι όψεις της που έχουν «συσκευαστεί» για να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα. Και επειδή πράγματι τα έχουν ικανοποιήσει, έφτασαν να υιοθετούνται από τους πωλητές τους ως πραγματικές, με αποτελέσματα καταστροφικά για τον κοινωνικό ιστό.

Οι αμέτρητοι νεκροί «διά ασήμαντον αφορμή», η μάστιγα του αλκοολισμού ειδικά στις νεαρές ηλικίες, το απέραντο σκουπιδαριό στους δρόμους – ακόμα και στους πιο επαρχιακούς, ακόμα και μέσα στα σοκάκια των κατά τ’άλλα «δημοφιλών» χωριών, η χαοτική τσιμεντοποίηση τους, η ανελέητη εργασιακή εκμετάλλευση στα μεγάλα και -κυρίως- μικρά κάτεργα της τουριστικής βιομηχανίας, είναι ενδεικτικοί μονάχα μάρτυρες της καταστροφής.

Πρόκειται για σύγχρονα φαινόμενα που, παρά την ταξικότητά τους όσον αφορά φυσικούς αυτουργούς και θύματα, πλήττουν εν γένει τις τοπικές κοινωνίες, και η γενεσιουργός πηγή τους είναι η αχαλίνωτη τουριστικοποίηση του νησιού.

Ένας μικρός επίλογος

Η οικονομίστικη οπτική των πραγμάτων έχει κολλήσει πλέον σα βδέλλα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα των ματιών μας. Όλα ανάγονται στη σφαίρα της οικονομίας, η οποία υποτίθεται πως αποτελεί το πιο αξιόπιστο κριτήριο για την τάδε ή τη δείνα επιλογή. Η πολιτική και κοινωνική ισότητα, η πρόσβαση στο δημόσιο χώρο, η διατήρηση της φυσικής ομορφιάς ενός τόπου, δυστυχώς απασχολούν λίγους, ίσως ονειροπαρμένους που τους χρειάζεται ένας καλός λογιστής ή έστω ένα κομπιουτεράκι.

Η «ανάπτυξη» παρουσιάζεται ως πανάκεια. Η επιτυχία των κυρίαρχων για να μας «αναπτύξουν» αφορά τους τρόπους εκείνους που μας διαχωρίζουν από τις κοινές μας ανάγκες και μας ωθούν να στρατευτούμε πλάι στα συμφέροντά τους. Όσες φορές καταφέραμε στο παρελθόν να βάλουμε κάποιο εμπόδιο στα σχέδιά τους, έγινε μέσα από την αγωνιστική-συλλογική δράση στην προοπτική μιας ελεύθερης ζωής. Αν υπάρχει κάτι που ζούμε έντονα σε μέρη όπως η Κρήτη (… πέρα από τους καλοκαιρινούς έρωτες) είναι ο ρυθμός της τουριστικής ανάπτυξης…

…Η μπόχα του οποίου έχει ποτίσει σοκάκια, παραλίες και μυαλά!

Κατάληψη Rosa Nera, Χανιά