Βιβλιοκριτικές #21

Ρενάτο Κούρτσιο «Με ξεσκέπαστο πρόσωπο», συνέντευξη στον Μ. Σαγιόλα (2011, εκδόσεις Διάδοση).

Μια αποκαλυπτική συνέντευξη του γνωστότερου ιδρυτή των Κόκκινων Ταξιαρχιών, μια αφήγηση της γέννησης και της πρώτης περιόδου της οργάνωσης από τη σκοπιά ενός μάχιμου αλλά κι από εκείνη του μετέπειτα φυλακισμένου μέλους. Ένα βιβλίο γέννημα θρέμμα του ‘90, που σίγουρα διαβάζεται και στις μέρες μας, τόσο απ’ την καλή όσο κι απ’ την ανάποδη. Το κόκκινο νήμα, ο θάνατος του εκδότη, τα εργοστάσια, οι άγριες απεργίες, η έφοδος στον ουρανό, το μητροπολιτικό αντάρτικο, η επίθεση στην καρδιά του κράτους… η ιταλική δεκαετία του ’70 δεν απέπνεε ανέκαθεν μια αίγλη, ούτε έφερε πάντα ένα θετικό πρόσημο.

Η εποχή αυτού του βιβλίου, αρχές δεκαετίας ’90, επισκιαζόταν ακόμα από τον μύθο του γαλλικού Μάη (τη φιγούρα του Ντ. Κον Μπετίτ και τις κοινοβουλευτικές διαδρομές των Πράσινων) και το αντάρτικο πόλης, κατά την επικρατούσα τότε εκδοχή, που θεωρούνταν μια παρεκτροπή και μάλιστα μοιραία. Η απαγωγή Μόρο, ο καθεστωτικός ρόλος του ΙΚΚ, οι συλλήψεις, οι «αντι»τρομοκρατικοί, οι διαχωρισμοί, οι μετανιωμένοι… το ιταλικό ’70, άλλοτε, εμφανίζονταν στον πολιτικό διάλογο δίκην αφορισμού, ως ήττα και μάλιστα με Τ κεφαλαίο: Ταφόπλακα του κινήματος, κατά τo τότε κοινώς λεγόμενον.

Η αφήγηση του Κούρτσιο συμπυκνώνει πολύ γλαφυρά και βιωματικά το ιστορικό κομμάτι και νοηματοδοτεί από μεριάς του την αντίληψη περί του «τέλους μιας περιόδου». Πρόκειται για μια αντίληψη η οποία κινείται στο φάσμα της αναθεώρησης που πλανιόταν ήδη πάνω απ’ το κίνημα και τον ταξικό ανταγωνισμό. Συστατικά της αποτελούν η αποκήρυξη της βίας και η συμφιλίωση με τους θεσμούς, βασικές προϋποθέσεις στη σύναψη μιας εκεχειρίας. Η μετατόπιση του Κούρτσιο στο φάσμα αυτής της αντίληψης, μολονότι αργή και δίχως τα ανταλλάγματα που θα απολάμβανε με μια τυχόν δήλωσή του μεταμέλειας ή διαχωρισμού, είχε σίγουρα ένα ξεχωριστό ειδικό βάρος, αντίστοιχο της ιστορικότητας του προσώπου. Η επαφή του με τον πρόεδρο της δημοκρατίας Φ. Κοσσίγκα αποτέλεσε ένα ισχυρό σοκ! Τυπικό δείγμα της περιόδου το κίνημα αλληλεγγύης στους πολιτικούς κρατούμενους με κεντρικό αίτημα την χορήγηση αμνηστίας, διακρίνεται κι αυτό απ’ τα παραπάνω συστατικά.

Η συνδιαλλαγή με τις αρχές, ακόμα και σε εμβληματικά εγχειρήματα του ’70, όπως οι καταλήψεις-κοινωνικά κέντρα, θεωρείται πλέον fair play, ιδίως μετά την ανάληψη της εξουσίας απ’ την πρώην αριστερά που ξεκίνησε πρώτα στους μεγάλους δήμους. Παράλληλα βρίσκεται στο απόγειό της μια συντονισμένη ιδεολογική επίθεση στα επαναστατικά συστατικά του ιταλικού ’70, ενώ στο στόχαστρο έχει μπει όχι μόνο η ένοπλη πρωτοπορία αλλά κάθε μορφή ταξικής αντιβίας (ως κι η απλή προπαγάνδα!). Ενδεικτικά, η περιφρούρηση των πορειών, άλλη μια θρυλική κληρονομία του ’70, παίρνει σταδιακά νέο ρόλο απέναντι στις δυνάμεις καταστολής, ρόλο κατευνασμού, εγγυητή της νομιμότητας σε βαθμό εξευτελισμού, στρέφοντας την πυγμή της στο εσωτερικό σε βάρος του κάθε «ανεγκέφαλου», βαφτίζοντάς τον ενίοτε και «φασίστα». Οι φιγούρες με τις λευκές φόρμες και τα χέρια ψηλά, τα σουρωτήρια και τις σαμπρέλες, εικόνες γνωστές από τη Γένοβα του 2001 και τη Θεσσαλονίκη του 2003, έχουν πίσω τους μια ολόκληρη δεκαετία, αυτή του ’90. Μια δεκαετία όχι τόσο αντεπίθεσης του κινήματος, μάλλον περαιτέρω υποχώρησής του, με κρίσιμες βέβαια αντίστροφες αναλαμπές αισθητής αναρχo-εξεγερσιακής απόχρωσης. Μια δεκαετία φορτισμένη από την ήττα του ‘70 και το «κλείσιμο εκείνης της περιόδου», μ’ ένα πλούσιο ρεπερτόριο προσωπικών αδιεξόδων και βαρύγδουπων αναθεωρήσεων από παλιούς πρωταγωνιστές, και μια ασύστολη σπέκουλα από ένα σμήνος παπαγαλάκια. Μια δεκαετία που άφησε ένα έντονο πολιτικό στίγμα, διεθνούς εμβέλειας, στην εποχή του «τέλους της ιστορίας» και της αρχής της παγκοσμιοποίησης, μέσα στην οποία άρχισε σιγά σιγά να ξεφτίζει.

Κάτω από τούτο το πρίσμα, το ενδιαφέρον αυτού του βιβλίου δεν εστιάζεται μόνο στα όσα του παρελθόντος, λιγότερο ή περισσότερο γνωστά, εξιστορεί, αλλά και σε εκείνα που προοιωνίζεται. Το περιεχόμενό του αποκτά έτσι μια άλλη ανάγνωση, στον βαθμό που δεν προσεγγίζεται ξεκομμένο απ’ την εποχή του και τα πολιτικά της σημαινόμενα σαν ένα βιβλικό απολίθωμα. Ιδίως σήμερα που η ιριδίζουσα αριστερά, στην Ιταλία όπως κι αλλού, έχει διαγράψει μια τροχιά απ’ τα αμφιθέατρα και τις πλατείες στα κοινοβουλευτικά έδρανα και την κυβέρνηση, τσακισμένη απ’ τις μυλόπετρες του συστήματος και τις χαώδεις αντιθέσεις της νέο-ιμπεριαλιστικής συνθήκης, μπορούμε να κρίνουμε πια με άλλο μάτι και τα σημεία αναφοράς της. Επιπλέον το θέμα της ένοπλης δράσης, όπως κι εκείνο των πολιτικών κρατουμένων, εξακολουθεί να βρίσκεται στο προσκήνιο με όρους όχι πάντοτε αφορισμού και σύγχυσης, αλλά και ιδεολογικούς-πολιτικούς. Κοντά μια δεκαετία εδώ, στο ανοιχτό πεδίο της πολιτικής ζύμωσης, το θέμα μπαίνει ξανά και ξανά, διεκδικώντας μ’ εμμονή ένα κεντρικότερο έδαφος, αλλού αναδεικνύοντας μια επιχειρηματολογία σχετικά βάσιμη ή αβάσιμη, με φόντο πάντως τη λιποβαρή αποτίμηση των εγχώριων διαδρομών, κι αλλού υποκαθιστώντας τη με την ανακύκλωση τετριμμένων από άλλες ιστορικές εμπειρίες.

Διεθνής Αλληλεγγύη – Όργανο της επιτροπής για μια Κόκκινη Βοήθεια (Βρυξέλλες-Ζυρίχη): Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ιταλία (2012, εκδόσεις Προλεταριακή Πρωτοβουλία).

«Πολλά κείμενα έχουν κυκλοφορήσει, η επεξεργασία όμως των περισσοτέρων έγινε με συγκεκριμένο σκοπό: να κατεδαφίσουν, ή καλύτερα να «ιστορικοποιήσουν», δηλαδή να βαλσαμώσουν και να μετατρέψουν μια ζωντανή πραγματικότητα σε εικόνισμα».

Ετούτο το πόνημα δεν συγκαταλέγεται σε αυτά, τούτο τοποθετείται στην τροχιά της αποκαθήλωσης. Πρόκειται για μια ανασύνθεση της ιστορίας του σύγχρονου επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία, και ταυτόχρονα μια κριτική επεξεργασία της πορείας των διάφορων τάσεων του αντάρτικου πόλης, και ευρύτερα του ρεύματος της Αυτονομίας της Τάξης από τα τέλη του ’60 σχεδόν έως σήμερα. Εδώ η ιστορία αναπλάθεται με την αντάρτικη ματιά, απ’ τη σκοπιά της αδιάκοπης συνέχειας του αγώνα μέσα από φάσεις συναρτώμενες με την εξέλιξη των κοινωνικών συνθηκών και της ταξικής αντιπαράθεσης. Διόλου τυχαία είναι μια συλλογική και όχι προσωπική καταγραφή, που φέρει έντονο το βίωμα της περιόδου και την κληρονομιά του αγώνα, σκιαγραφώντας, σε μια μεστή νοήματος ιστορική αποτίμηση, την επαναστατική ταυτότητα του μαχόμενου κομμουνιστικού ρεύματος. Είναι μια ιδιαίτερα διαφωτιστική εξιστόρηση με επίκεντρο το ένοπλο και ειδικά τη διαδρομή των Κόκκινων Ταξιαρχιών και των μετέπειτα διασπάσεων, γειωμένη στο κλίμα της περιόδου, τις στρατηγικές και τις αντιπαραθέσεις.

Μέσα απ’ τις σελίδες της μπροσούρας ζωντανεύουν τα «μολυβένια χρόνια» ένα προς ένα χωριστά, ενώ η κλασσική προσέγγιση «κινηματισμός- ενοπλισμός» (lottarmatismo) αντικαθίσταται από εκείνη που δηλώνει το εξώφυλλο: επανάσταση και αντεπανάσταση. Επίσης μπαίνουν στο μικροσκόπιο έννοιες της εποχής –όπως π.χ. εκείνη του «απόλυτου κοινωνικού πολέμου»– έννοιες σήμερα ξεχασμένες όμως κάποτε κυρίαρχες στις αναλύσεις όσο τουλάχιστον και ο Τσε. Το αποτέλεσμα αντανακλά το θεωρητικό υπόβαθρο εκείνης της τάσης του ανταγωνιστικού κινήματος, που αν κι από θέση ιδεολογικής καραντίνας, δεν έπαψε στιγμή να υποσκάπτει τον ρόλο των ποικίλλων αναθεωρήσεων του «κλεισίματος μιας εποχής». Μιλάμε για το κομμάτι του μαρξισμού-λενινισμού που διατήρησε την επαναστατική του ταυτότητα, κράτησε ανοιχτή την επικοινωνία με τους αμετανόητους κρατούμενους, καυτηρίασε τον διαχωρισμό και τη μεταμέλεια, ενίσχυσε την αδιαμεσολάβητη αντιθεσμική δράση στους ταξικούς αγώνες και τις κοινωνικές αντιστάσεις.

Μια πληθώρα κομμουνιστών που βγήκαν απ’ τα συντρίμμια της περιόδου και συνέχισαν να παλεύουν, σε πολύ δυσμενείς συσχετισμούς, για την αυτονομία και την ανασύνθεση της Τάξης, με αιχμηρότητα και συνέπεια. Μια κατηγορία αγωνιστών κόντρα στο ρεύμα, που μέσα από ένα ιδιότυπο κλοιό ελέγχου, καταστολής, περιθωριοποίησης και απαξίωσης –όχι και τόσο άγνωστο σ’ εμάς τους αναρχικούς– και σε συνθήκες γενικότερης κοινωνικής και ταξικής κατρακύλας, συνέβαλαν στην ανάκαμψη του κινήματος και της ταξικής πάλης, με οξυδέρκεια και σθένος που αποτυπώνονται στο γνωστό σύνθημα «Η Αλληλεγγύη είναι ένα όπλο».

Η επιτροπή για μια Διεθνή Κόκκινη βοήθεια, που υπογράφει το 80σέλιδο κείμενο, είχε μια καίρια παρέμβαση στη διήμερη εκδήλωση «Για τον Αγώνα και την Επανάσταση» που διοργάνωσε η συνέλευση για την υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα πρόσφατα, στις 7 και 8 Ιουνίου στην Αθήνα. Μια επιπρόσθετη μαρτυρία ύπαρξης και δράσης της επαναστατικής αριστεράς στην Ευρώπη, σε τρανταχτή αντιδιαστολή με τα ελληνικά δεδομένα, ένα επιπλέον έναυσμα για την όξυνση της κριτικής σκέψης. Η μπροσούρα ακόμα περιλαμβάνει την γραπτή τοποθέτηση των φυλακισμένων ταξιαρχιτών του P.C.C. (Μαχόμενο Κομουνιστικό Κόμμα), Νάντιας Λιότσε και Ρομπέρτο Μαράντι, το 2004 στη «δίκη Μπιάτζι». Εδώ ο λόγος είναι εντελώς στρατευμένος και δυσνόητος σε όποιον τυγχάνει αμύητος στη σχετική ορολογία. Τέλος, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Μαουρίτσιο Φεράρρι, απ’ τα πρώτα, ιδρυτικά μέλη των Ταξιαρχιών, που έβγαλε 30 απανωτά χρόνια εγκλεισμού, δίχως να ’χει καταδίκη για φόνο, λόγω της αμετανόητης στάσης του στη φυλακή και της συμμετοχής του στις ιστορικές εξεγέρσεις. Ο Μαουρίτσιο συνέχισε ενεργός στους κοινωνικούς αγώνες και μετά την αποφυλάκισή του, γι’ αυτό τώρα ξαναβρίσκεται προφυλακισμένος, μετά από ένα κατασταλτικό πογκρόμ στις αρχές του έτους, κατηγορούμενος για τη συμμετοχή του στον αγώνα ενάντια στα Τρένα Υψηλής Ταχύτητας (TAV) και τις συγκρούσεις με την αστυνομία πέρσι το καλοκαίρι. Το όνομά του είναι στη λίστα μαρτύρων υπεράσπισης των μελών του Επαναστατικού Αγώνα, στη δίκη που βρίσκεται σ’ εξέλιξη στο έκτακτο στρατοδικείο Κορυδαλλού.

allertA