Το «δημογραφικό πρόβλημα» στην υπηρεσία του ολοκληρωτικού νεοφιλελευθερισμού

πρόχειρες σημειώσεις για την κρατική βιοπολιτική με αφορμή ένα συνέδριο του ΟΟΣΑ

«Σήμερα έχουμε 6,5 εκ. πολίτες σε παραγωγική ηλικία, το 2025, θα έχουμε 2 εκ. λιγότερους, μία μείωση 30% που θα οδηγήσει σε μείωση 15% του ΑΕΠ. Αν δεν κάνουμε κάτι τώρα, το 2050 θα έχουμε μια δραματική μείωση στο βιοτικό επίπεδο της χώρας. [..] Δεν έχουμε νέους, πρέπει να δουλέψουμε με τους μεσήλικες, να είναι υγιείς, να δουλεύουν, να κάνουν πολλές καριέρες, να ξεχάσουμε τη σύνταξη στα 67 και να ξέρουμε ότι αν δεν κάνουμε κάτι, θα πεινάσουμε».

~Άρης Αλεξόπουλος, επικεφαλής του Διεθνούς Κέντρου του ΟΟΣΑ στην Κρήτη, κατά το 2ο Ετήσιο Συνέδριο του οργανισμού για τη Δυναμική των Πληθυσμών με τίτλο «Η πρόκληση του δημογραφικού: Διαμορφώνοντας τις αγορές εργασίας του μέλλοντος», Χανιά, Νοέμβρης 2025.

I

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ιδρύθηκε το 1948, ως Οργανισμός Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας «με σκοπό να διαχειριστεί το σχέδιο Μάρσαλ για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Αν και ξεκίνησε ως συνεργασία ευρωπαϊκών κρατών, πλέον έχει επεκταθεί στα περισσότερα κράτη του «δυτικού» άξονα, από την βόρεια Αμερική μέχρι την Ιαπωνία και την Αυστραλία. Λειτουργεί ως φόρουμ «όπου οι κυβερνήσεις μπορούν να συγκρίνουν εφαρμογές πολιτικής, να βρίσκουν απαντήσεις στα κοινά προβλήματα, να προσδιορίζουν τις καλές πρακτικές και να συντονίζουν τις εσωτερικές και διεθνείς πολιτικές».1

II

Το «δημογραφικό πρόβλημα» απασχολεί όλο και περισσότερο τους κυρίαρχους του κόσμου. «Έχουμε περισσότερους θανάτους από γεννήσεις. Οι κοινωνίες γερνάνε». Αυτός ο ισχυρισμός γίνεται αδιαμφισβήτητο «πρόβλημα» που «αφορά» οριζόντια την κοινωνία, και που επιστρατεύεται για να υπηρετήσει τις σχεδιαζόμενες βιο-πολιτικές των κρατών και του κεφαλαίου.

III

Το δημογραφικό είναι ένα κατεξοχήν στατιστικό «πρόβλημα». Η στατιστική, ως επιστήμη του κράτους (προερχόμενη από τη λατινική λέξη status, που αναφέρεται στην πολιτεία και το κράτος) είναι παράλληλα η «επιστήμη του ψέματος, μέσα από τη χρήση του μέσου όρου». Αν και κατάγεται από την αρχαιότητα, πλέον αποτελεί «βιοπολιτικό εργαλείο ενταγμένο στην επιστήμη της κυβερνητικής»: Ομογενοποιεί διαφορετικές νοοτροπίες και συμπεριφορές, και συμπιέζοντάς τες ανάμεσα σε ποσοτικά μεγέθη, παράγει συγκεκριμένες τεχνικές ερμηνείες για τα φαινόμενα που παρατηρούνται, εις βάρος της ποιοτικής ουσίας.

IV

Διανύουμε μια εποχή ταχείας ψηφιοποίησης της καθημερινότητας, ηλεκτρονικής επιτήρησης και εντεινόμενου κρατικού ελέγχου πάνω στις ζωές μας. Υπάρχει πολύ περισσότερη πληροφορία διαθέσιμη, και, επομένως, οι στατιστικές μελέτες φέρνουν δεδομένα στα οποία δεν μπορούσε να υπάρξει πρόσβαση και ακρίβεια μερικές δεκαετίες πριν. Κατά πόσον, λοιπόν, οποιοδήποτε δημογραφικό «πρόβλημα» εντοπίζεται ή εντείνεται αποκλειστικά και μόνο στο «σήμερα»; Μήπως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιόδου εξυπηρετούν μια συγκεκριμένη παρατήρησή του;

V

Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αναγνωρίζει πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να φέρει παιδιά σε έναν κόσμο φτώχειας και βαρβαρότητας. Την ίδια στιγμή, η στατιστική λέει απλά πως η κοινωνία γερνά, εντοπίζοντας το «πρόβλημα» –πού αλλού– στην ίδια την κοινωνία.

VI

Η προβληματοποίηση του δημογραφικού επικεντρώνεται στο γυναικείο σώμα, αντιμετωπίζοντάς το πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, ως μηχανή παραγωγής ανθρώπων. Μέσα από μια «αθώα» βιολογική προσέγγιση, που αποδίδει στο γυναικείο σώμα την «αρμοδιότητα» για την επίλυση του «προβλήματος», η κυριαρχία μιλάει τη γλώσσα της πατριαρχίας, που θέλει τη «γυναίκα συνώνυμο της μητέρας». Στο ίδιο πλαίσιο, όσες επιθυμίες, επιλογές και παρορμήσεις, εν τέλει όσα σώματα δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τον σκοπό της αναπαραγωγής αντιμετωπίζονται ως εχθρικά.2

VII

Στα προστάγματα του ΟΟΣΑ, δια στόματος Αλεξόπουλου το δημογραφικό επιστρατεύεται ως πρόφαση για τη διεύρυνση του νεοφιλελεύθερου δόγματος της ατομικής ευθύνης.3 Έρχεται σε μια περίοδο διαρκώς βαθυνόμενης καπιταλιστικής κρίσης, κατά την οποία τα κράτη αποσύρονται ατάκτως από τις προνοιακές παροχές που διέθεταν μέχρι πρότινος (δημόσια υγεία και παιδεία, συγκοινωνίες, ασφαλιστικό κ.ο.κ.). Οι κοινωνικές ανάγκες που αντιστοιχούν σε αυτές τις παροχές, βέβαια, συνεχίζουν να υπάρχουν. Απλά το κόστος τους μεταφέρεται πολλαπλάσιο στην κοινωνία, που έχει να επιλέξει ανάμεσα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις για την κάλυψη των αναγκών της. Αυτό ακριβώς εννοούν όταν μιλάνε για «διαχείριση της κρίσης». Για τη μετατόπιση αυτού του βάρους, η ατομική ευθύνη αποτελεί εξαιρετικό ιδεολογικό/επικοινωνιακό όχημα: Τοποθετεί το άτομο στο κέντρο της κοινωνικής κίνησης, καλώντας το σε ενεργητική και υπεύθυνη εμπλοκή. Μία ύποπτη θετικότητα δηλαδή, την ίδια στιγμή που αποκρύπτεται πλήρως μια «άβολη» αρνητικότητα: Η άρνηση του κράτους να συνεχίσει να σηκώνει την ίδια αυτή ευθύνη που μεταφέρει στο άτομο.

VIII

Ο ΟΟΣΑ εναρμονίζεται απόλυτα με την παραπάνω συλλογιστική. Από τα αυθαίρετα μονοπάτια της βιοπολιτικής στατιστικής, αρχικά εντοπίζει ένα «πρόβλημα» («δεν έχουμε νέους, πρέπει να δουλέψουμε με τους μεσήλικες»), αποκρύπτοντας το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτό εμφανίζεται. Στη συνέχεια παρουσιάζει ως φυσικό επακόλουθο πως το «πρόβλημα» αυτό αφορά την κοινωνία, που αφενός καλείται να μείνει υγιής και να ξεχάσει τη σύνταξη στα 67, και αφετέρου απειλείται πως αν δεν κάνει κάτι θα πεινάσει. Κάπως έτσι ο ΟΟΣΑ εξυπηρετεί την κρατική πολιτική χωρίς καν να μιλάει για αυτήν. Νομιμοποιεί τη διάλυση των δημόσιων δομών περίθαλψης, και το γκρέμισμα των δημόσιων ασφαλιστικών προγραμμάτων, κλείνοντας το μάτι στους αντίστοιχους κλάδους του «ιδιωτικού τομέα» – πάντα στη βάση ενός κοινού (δημόσιου) «προβλήματος».

IX

Στην ουσία ο ΟΟΣΑ αποτελεί ένα διακρατικό think tank, που επενδύει το όνομά του με τον θετικό χρωματισμό που απορρέει από έννοιες όπως η συνεργασία και η ανάπτυξη. Αξιοποιώντας αυτή τη θετικότητα, παρουσιαζόμενος ως ένας εξω-κρατικός «ουδέτερος» οργανισμός, νομιμοποιεί και προωθεί τις σχεδιαζόμενες πολιτικές των κρατών-μελών του: Πρόκειται για πολιτικές που χαρακτηρίζονται από τη βαρβαρότητα της «ανάπτυξης», όπως ακριβώς τη βιώνουμε τα τελευταία χρόνια και στην ελληνική κοινωνία. Βαρβαρότητα που οξύνει τον κοινωνικό πόλεμο, παράγοντας διαρκώς –μεταξύ άλλων– νέα εμπειρία διακυβέρνησης, η οποία με τη σειρά της, στο πλαίσιο της «συνεργασίας», οφείλει να εξάγεται σε επικράτειες όπου η «αναπτυξιακή» επίθεση στην κοινωνία βρίσκει ακόμα αντιστάσεις και «εμπόδια».

X

Τα κράτη, ως «προστάτες της κοινωνίας», διεκδικούν το δικαίωμα να ρυθμίζουν τη συνέχεια της κοινωνικής ζωής. Αυτό το ιδιότυπο «μονοπώλιο της ζωής», δεν πορεύεται στη βάση κάποιας αφηρημένης «αγάπης για τον άνθρωπο», αλλά εξασκείται ώστε να διαιωνίζει τις υφιστάμενες σχέσεις εκμετάλλευσης. Κάπου εδώ, ο δημογραφικός λόγος ξεγυμνώνεται ως ένα αποκλειστικά βιοπολιτικό εργαλείο, που συναρθρώνει «τις εθνοκρατικές πολιτικές (υγειονομικές, εργασιακές, συνταξιοδοτικες) με την πατριαρχική οργάνωσης της κοινωνίας». Και δεν πάει χιλιοστό παραπέρα.4

XI

Το δημογραφικό δεν είναι πρόβλημα. Και σίγουρα δεν είναι δικό μας. Το πρόβλημά μας είναι η καταλήστευση της ζωής μας, υλικά, συναισθηματικά και πνευματικά. Προβλήματα της κοινωνίας είναι η διάλυση των συλλογικών δομών, ο κατακερματισμός και η εξατομίκευση. Και είναι βέβαιο πως κανένας δεν μπορεί να λύσει τα δικά μας προβλήματα, μακριά και έξω από εμάς. Οφείλουμε να επανεφεύρουμε τις κοινότητες, να αγωνιστούμε για την αυτονομία και την αυτοθέσμισή τους, και να διαχειριστούμε τα προβλήματα ενός διαφορετικού –καλύτερου– κόσμου.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Σιμόν Ραντοβίτσκι

1. Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το λήμμα για τον ΟΟΣΑ στο Wikipedia.

2. Με την υπεράσπισή τους να χαρακτηρίζεται ακόμα και ως (εθνο)μηδενιστική, από ακροδεξιούς κύκλους ως επί το πλείστον.

3. Δόγμα που επανήλθε εμφατικά στο προσκήνιο κατά την πανδημία του covid. Ήταν φανερό από τότε πως η «ατομική ευθύνη» δεν αφορούσε απλώς σε ένα σύνολο μέτρων και συμπεριφορικών προσταγμάτων για την αναχαίτιση της πανδημίας. Αντιθέτως, βρισκόταν στην καρδιά της παγκόσμιας αλλαγής παραδείγματος που συντελέσθηκε με τη διαχείριση του covid, και εισήγαγε τον παγκόσμιο πληθυσμό σε μια πολεμική διαχείριση της κρίσης.

4. Οι φράσεις σε εισαγωγικά στις ενότητες ΙΙΙ και X είναι δανεισμένες από σημειώσεις του συντρόφου Κ. Ζοφερού.

Κύλιση στην κορυφή