Η εμπέδωση της βαρβαρότητας

Σφαίρες στο ψαχνό, πογκρόμ και Μανωλάδα, αν είναι μετανάστης αυτή είναι η ελλάδα [1]

Η συνθηματολογία δεν ήταν ποτέ κενές λέξεις, άνευ νοήματος και σημειολογίας. Αντιθέτως, προέρχονται από τα βιωμένα γεγονότα απλών ανθρώπων όπως τα ζήσαν και τα αντιλήφθηκαν μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Αυτό βλέπουμε να πραγματοποιείται τώρα στον Έβρο. Φράχτες, σφαίρες στο ψαχνό, στρατόπεδο συγκέντρωσης, καταδίκες και απέλαση. Αυτά έχουν να αντιμετωπίσουν οι μετανάστες και οι μετανάστριες που περνούν τα ελληνικά σύνορα. Πρόκειται για επίθεση χωρίς όριο, χωρίς μέτρο και χωρίς έλεος.

Ονομάστηκε εισβολή ακριβώς για να δικαιλογηθούν τα αίσχη του ελληνικού κράτους εναντίον ανθρώπων που ξεριζώθηκαν από τους τόπους τους, και προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε μέσο. Μάλιστα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι το ελληνικό κράτος συμβάλλει στο μέτρο που του αναλογεί στον πόλεμο σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Δεν αναφερόμαστε σε αφηρημένες ερμηνείες για τη συμμετοχή του στο ΝΑΤΟ ή την ΕΕ, αλλά για την πραγματική αποστολή στρατευμάτων σε διάφορα μέτωπα του παγκοσμίου πολέμου (όπως στο Αφγανιστάν, παλαιότερα στη Γιουγκοσλαβία κ.α.), την ύπαρξη δεκάδων βάσεων που σηκώνονται από εκεί βομβαρδιστικά, τη διευκόλυνση πολεμικών πλοίων ή αεροπλανοφόρων να κατέβουν στη νοτιανατολική μεσόγειο με σκοπό να σπείρουν ξεριζωμό, θάνατο και δυστυχία.

Όλη αυτή η συνθήκη έρχεται να απαντήσει στο εσωτερικό των δυτικών χωρών είτε στον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία, είτε στην επίτευξη της σταθερότητας στη μέση ανατολή. Παρόλα αυτά, το κυριότερο ζήτημα που αποκρύπτεται είναι τα ίδια τα συμφέροντα των δυτικών, οι οποίοι είναι και οι ίδιοι, που ενώ ζούνε με τους φυσικούς πόρους του «τρίτου κόσμου», διοργανώνουν περιφρουρήσεις χωριών και δρόμων με καραμπίνες ενάντια σε μετανάστες και μετανάστριες, σπρώχνουν βάρκες ξανά στη θάλασσα για να μην δέσουν στα λιμάνια, είναι αυτοί οι ξεφτίλες που δείχναν αλληλέγγυοι και διεκδηκούσαν νόμπελ ειρήνης χρεώνοντας τη φόρτιση του κινητού με δέκα ευρώ.

Ο εθνικός κορμός έχει αντιληφθεί τη δυναμική του. Το κράτος έχει αντιληφθεί τη δυναμική του εθνικού κορμού. Οι ψηφοφόροι δεν πρέπει να απογοητευτούν από την ακροδεξιά κυβέρνηση. Το συνταγματικό τόξο έρχεται καθαγιασμένο από την έξοδο της ΧΑ από τη βουλή να εφαρμόσει την ατζέντα των φασιστών μέχρι τελείας. Ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει τα κλειστά σύνορα, έχοντας αντιληφθεί τη δεξιά κοινωνική στροφή που πραγματώνεται. Δεν μπορεί ούτε να επιχειρήσει να κάνει στείρα αντιπολίτευση στη Νέα Δημοκρατία.

Ψιλαφίζοντας αυτές τις δύο οντότητες (εθνικός κορμός και κράτος) το μόνο σίγουρο είναι ότι μιλάμε για συγκινονούντα δοχεία. Η μία παίρνει τη σκυτάλη από την άλλη σε έναν αγώνα δρόμου που τρέχουν προς στιγμή μόνες, όχι ενάντια στον χρόνο ή στο τούρκικο κράτος αλλά ενάντια στους μετανάστες και τις μετανάστριες. Έτσι, το κράτος μπαίνει μπροστά στη φύλαξη των συνόρων και έχει στην πλάτη του εθνικιστές, πατριώτες, ρατσιστές, μισαλλόδοξους, γερμανούς νεοναζί και άλλα ανθρωποειδή που θα κάνουν την υπόλοιπη βρώμικη δουλειά.

Για τους ρατσιστές είναι χρήσιμη μία ειδική μνοία. Η φιλοξενία άλλωστε έχει ειδική θέση στην ελληνική ιστορία και παράδοση. Ξεκίνησε ουσιαστικά τη δεκαετία του ’90 όταν η χώρα, από μέρος που ο κόσμος έφευγε ως μετανάστης και μετανάστρια, έγινε χώρα υποδοχής μεταναστών και μεταναστριών. Το τίμημα κυρίως αφορούσε μετανάστες και μετανάστριες από την Αλβανία, αλλά και γενικότερα από τις χώρες μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η φιλοξενία που επιφυλάχτηκε στους ανθρώπους αυτούς ήταν πογκρόμ, ρατσισμός, αλλαγή πίστης, εθίμων και παραδόσεων, δολοφονίες στα σύνορα ή στα χωριά, εγκληματοποίηση, καθεστώς δουλείας σε οποιαδήποτε δουλειά κάνανε οι εργάτες και οι εργάτριες,αλλαγή ονομάτων, απαγόρευση ομιλίας της γλώσσας τους. Αυτή ήταν η συνθήκη τότε, και αυτή είναι και τώρα. Η βαρβαρότητα έχει ταυτιστεί με τη μετανάστευση. Την ταύτισαν οι κρατικές πολιτικές, οι ρατσιστές και οι φασίστες, τα δικαστήρια, το παπαδαριό, μα φυσικά και τα ΜΜΕ.

Έτσι, περνάμε στη μιντιακή διαχείριση της κατάστασης του σήμερα η οποία κινείται παράλληλα με τις κρατικές επιλογές. Η λέξη εισβολή έχει ήδη καθιερωθεί χωρίς καν να επεξεραγαζόμαστε πώς θα ήταν μια πραγματική εισβολή. Έτσι, τα ΜΜΕ, καθ’ υπόδειξη του κράτους και του κοινωνικού εκφασισμού, παρουσιάζουν ως εισβολείς χιλιάδες εξαθλιωμένους και εξαθλιωμένες που λένε «ο θεός είναι μεγάλος» στη γλώσσα τους. Η νομιμοποίηση που παρέχει η λέξη εισβολέας είναι αυτή που έχει απασφαλίσει τα όπλα του κάθε καραβανά στο να ρίχνει στο ψαχνό. Τα χειροκροτήματα στα ελληνικά στρατά και τους μπάτσους, η εθνική ομοψυχία των ηρώων που κρατάν ασφαλή τα σύνορά μας είναι αυτά τα στοιχεία που σκοτώνουν ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή επιλέγουν να ζούνε.

Αλήθεια δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνον ιστορίες.

Jim Harrison

Το δεύτερο βασικό χαρτί του κράτους που το χειρίζονται κατάλληλα όλα τα ΜΜΕ είναι ο αντιτουρκισμός. Λόγω θέσης δεν έχουμε να πούμε πολλά για το τούρκικο κράτος, του αξίζει η καταστροφή όπως και σε όλα τα κράτη. Παρόλα αυτά, δεν είναι δυνατόν να μην παρατηρήσουμε κάποια σημεία μιντιακής διαχείρισης, τα οποία εντάσσονται στη στρατηγική της έντασης, όσον αφορά τη γείτονα χώρα. Αρχικά, χρεώθηκε ότι κατευθύνει τις ροές, ότι τις εξοπλίζει, αφαιρώντας από την εξίσωση εντελώς τη συμφωνία Τουρκίας και ΕΕ. Το πιο σημαντικό όμως στοιχείο είναι ότι όλα τα νέα που διακινούνται στην άλλη όχθη του ποταμού είναι όλα fake news. Έτσι, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Πέτσας, φαντάζει ως ο θεματοφύλακας της αλήθειας που με το σπαθί του διαλύει τα fake news των τούρκων. Με αυτόν τον τρόπο όλες οι καφρίλες μπάτσων και στρατιωτών θα μείνουν στην αφάνεια και την αμφισβήτηση, καθώς θα είναι προϊόντα τούρκικης ή αντι-ελληνικής προπαγάνδας.

Συμπερασματικά, έχουμε ένα κράτος, που είναι ο προαιώνιος εχθρός του ελληνικού, είναι μισητό, και το όπλο που χρησιμοποιεί τώρα εναντίον της ελλάδας είναι να στείλει τους μετανάστες και τις μετανάστριες να «εισβάλουν» άοπλοι και άοπλες στα ελληνικά εδάφη. Έχουμε δηλαδή τη μίξη δύο εκρηκτικών κοινωνικών συνθηκών, του αντιτουρκισμού και της ξενοφοβίας/ρατσισμού με κύριο γνώμονα τη μισανθρωπιά και τη μισαλλοδοξία τα οποία δομούν και τα αντίστοιχα αντανακλαστικά, που έρχονται και κουμπώνουν δραματικά πάνω στη συγκυρία αυτή.

Ο άνθρωπος πάντα θα βρίσκει περάσματα. Τα ποτάμια ανθρώπων που ξεριζώνονται από τους πολέμους, στους οποίους το ελληνικό κράτος συμμετέχει ενεργά, θα βρίσκουν και αυτά περάσματα. Τα τείχη που υψώνονται είναι ψηλά και ακανθώδη. Όμως, εάν ξεχάσουμε τη θέληση του ανθρώπου για πραγματική ζωή, την ανάγκη του ανθρώπου για ευτυχία, τη φύση του ανθρώπου να είναι αισιόδοξος, τότε η μόνη μας προδιαγεγραμένη πορεία είναι να γίνουμε σαν τους προστάτες των συνόρων, θαλάσσιων και ηπειρωτικών. Θα γίνουμε ανδρείκελα, θα είμαστε ρατσιστές, θα κερδίζουμε από τον πόνο και τη δυστυχία των άλλων, θα ζούμε μόνο με τη μυρωδιά και την αίσθηση του θανάτου. Τα παραπάνω δεν είναι κάλεσμα σε ειρήνη.

Αντιθέτως, είναι κάλεσμα σε πόλεμο με όλα αυτά τα ανθρωποειδή σκουπίδια που μολύνουν τον αέρα που αναπνέουμε. Που ξερνάνε μόνο δηλητήριο και ρατσισμό γιατί τους ενδιαφέρει μόνο η ζωή τους και τίποτα άλλο. Όλος αυτός ο συρφετός, ο εθνικός κορμός, οι χειροκροτητές του, ο στρατός και η αστυνομία, οι οικογένειές τους που τους στηρίζουν, οι εταιρείες και οι αγρότες που τους στέλνουν τρόφιμα και βοήθεια, οι πανεπιστημιακοί που φτιάχνουν έξυπνα σύνορα είναι όλοι τους εμπόδιο ενάντια στη ζωή.

Χωρίς μεγαλοστομίες, το λιγότερο που μας αναλογεί είναι να τους βάλουμε ξανά πίσω στα σιχαμένα σπίτια τους με τον φόβο να παραφυλάει έξω από τις πόρτες τους. Να φέρουμε τον πόλεμο πίσω σε όλα τα καθάρματα που πολεμάν ανθρώπους μόνο λόγω της ύπαρξής τους.

Να γκρεμίσουμε τα σύνορα, τα κράτη, τους στρατούς και τις πατρίδες, να αγωνιστούμε με τους μετανάστες και τις μετανάστριες ενάντια στο καθεστώς εξαίρεσης, να διεκδικήσουμε χαρτιά στους/τις μετανάστες/τριες που το επιθυμούν, να γκρεμίσουμε τα στρατόπεδα συγκέντωσης και κάθε επίδοξο καταπιεστή, με ή χωρίς στολή.

«Ω, ευγενικοί μου άνθρωποι, η ζωή είναι σύντομη…
Αν ζούμε, ζούμε για να πατήσουμε
πάνω στα κεφάλια των βασιλιάδων…» 
Σαίξπηρ

Καρόσι

Υποσημειώσεις:
1 Φυσικά, τα παραδείγματα είναι ατελείωτα και δεν είναι μόνο τα πογκρόμ και οι μανωλάδες. Είναι πολύ περισσότερα για να χωρέσουν σε δύο συμπυκνωμένες φράσεις σε μορφή συνθήματος.