Λίγα λόγια για την κουλτούρα του βιασμού

Όταν η κοινωνία βρωμάει πατριαρχία…

Η εκμάθηση της αρρενωπής και βίαιης συμπεριφοράς εντοπίζεται σε διάφορα πεδία της κοινωνικής μας ζωής. Είναι ενσωματωμένη σε κάθε πτυχή της ζωής μας και εμφανίζεται διαφοροποιημένη και πολλές φορές καλυμμένη. Στηρίζεται όμως σε κάτι σταθερό και αμετάβλητο: την ανδρική φιγούρα. Η κουλτούρα του βιασμού καλλιεργείται, διαμορφώνεται και αναπαράγεται μέσα στον δημόσιο χώρο και ορίζει τους άνδρες ως κυρίαρχους, ενώ εμάς ως υποτελείς. Επιβάλλει τη συμφωνία μας και την υπακοή μας στα κοινωνικά αποδεκτά πρότυπα, τα οποία περιορίζουν την υπόστασή μας και δημιουργούν τον ετεροκαθορισμό μας από τους άνδρες. Μας προστάζουν πώς να είμαστε και να συμπεριφερόμαστε, και τονίζουν την ανάγκη να μην ξεφεύγουμε από την επιβεβλημένη νόρμα. Μητέρες, εργαζόμενες εντός και εκτός σπιτιού, σεξουαλικά αντικείμενα. Αυτές είναι οι ιδιότητες που μας αναγνωρίζονται και ταυτίζουν. Οι άνδρες πάλι, εκμεταλλευόμενοι μια προνομιακή θέση εντός της πατριαρχικής κοινωνίας, επιβάλλονται εξουσιαστικά πάνω μας μέσω μιας συστηματοποιημένης επιθετικότητας. Βιασμοί, δολοφονίες, ψυχολογική και σωματική βία, όλα αυτά αποτελούν πράξεις ελέγχου και επιβολής.

Στον δημόσιο χώρο, η ύπαρξή μας τίθεται συνεχώς εν αμφιβόλω, ενώ ο φόβος και το άγχος επιδρούν στην κοινωνικοποίησή μας. Κάθε ώρα και στιγμή πρέπει να είμαστε προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουμε όλη την αρρενωπή και μάτσο συμπεριφορά, τα σφυρίγματα στον δρόμο, τα κεράσματα στο μπαρ, το αφεντικό που μας την πέφτει. Οι βιασμοί αποτελούν πλέον μια καθημερινή συνθήκη σε κάθε πτυχή της ζωής μας, ως μέσο ισχύος και ανδρισμού. Αν και η αύξηση των καταγγελιών βιασμών τα τελευταία χρόνια είναι εμφανής, παρατηρούμε μια επιλεκτική προβολή από τα ΜΜΕ, με όρους θεάματος.

Τι σημαίνει αυτό;

Όταν ο βιασμός περιέχει στοιχεία αξιοποιήσιμα, που μπορούν να δημιουργήσουν μια δραματοποιημένη κατάσταση, τότε τα ΜΜΕ εκθέτουν όλο το χρονικό ενός βιασμού. Προσπαθούν να ανιχνεύσουν στοιχεία για τη σεξουαλική ζωή της γυναίκας αμφισβητώντας την ηθική της, και να δημιουργήσουν το προφίλ του βιαστή χαρακτηρίζοντάς τον ως ανώμαλο, τέρας, ψυχικά διαταραγμένο, ώστε να τον διαχωρίσουν από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο και να μην διασαλευτούν οι κανονικότητες.

Τα λεγόμενα ως «εγκλήματα πάθους» δείχνουν να προσελκύουν το τηλεοπτικό κοινό, όπως φάνηκε εξάλλου και από την πρόσφατη δολοφονία της 23χρονης στη Μυτιλήνη, από τον εν διαστάσει σύζυγο. Γίνονται προσπάθειες να ανιχνευθούν όλες οι πτυχές της ζωής τους, να καταγραφούν και να συζητηθούν, σε ένα πλαίσιο όμως που δικαιολογεί τον θύτη, καθώς τυφλωμένος από τον έρωτα και τη ματαίωση προέβη στο «μοιραίο». Εμείς δεν θεωρούμε ούτε ότι είναι εγκλήματα πάθους, ούτε ότι συμβαίνουν στη σφαίρα της τυχαιότητας. Είναι πράξεις επιβολής και ανάδειξης της ανδρικής τους κυριαρχίας.

Εντέχνως, λοιπόν, οι βιασμοί αναδεικνύονται ως μεμονωμένοι και τυχαίοι, και όχι ως κοινωνικό πρόβλημα, με στόχο τη διατήρηση της πατριαρχικής κανονικότητας μέσα από την άρνηση να ιδωθεί ως μια πράξη καθημερινή και συστηματική, που εμφανίζεται σε διάφορα πεδία της ζωής μας.

Η αντίδραση όμως της ελληνικής κοινωνίας στους βιασμούς είναι έντονη και επιθετική, όταν αυτοί διαπράττονται από μετανάστες, θρησκευτικά ή φυλετικά άλλους. Τότε παρατηρείται πιο έντονα μια ισχυρή εθνική συνοχή για την προστασία του κοινωνικού σώματος από τους μετανάστες, που «μολύνουν την αυθεντική ελληνική μας ταυτότητα». Βέβαια, η ελληνική κοινωνία δεν περιμένει αυτό για να εκφράζει τον ρατσιστικό της λόγο. Το κάνει εξάλλου καθημερινά! Οι μετανάστες εμφανίζονται ως παραβάτες της ηθικά ορισμένης κοινωνίας, ως όντα απροσάρμοστα και προβληματικά, ενώ η κοινωνία ως προστάτιδα των κανόνων συμπεριφοράς.

Εκτός, βέβαια, από τον δημόσιο χώρο, ως πεδίου υψηλού κινδύνου εμφανίζεται και ένας άλλος χώρος, που ως ιεροποιημένο σύμβολο δημιουργεί κανόνες και καλλιεργεί αξίες, το οικογενειακό περιβάλλον. Εκεί κανονικοποιούνται και φυσικοποιούνται οι σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης. Η βία που ασκείται εντός του οικιακού χώρου δεν εμφανίζεται ως έμφυλη, αλλά ως «ενδο-οικογενειακή βία», αποκρύπτοντας την πραγματική διάστασή της. Εντός του οικιακού χώρου, λοιπόν, όλα επιτρέπονται και δικαιολογούνται, καθώς ο οικογενειακός θεσμός έχει πλασαριστεί ως φορέας αγάπης και φροντίδας.

Η σιωπή που επικρατεί στις περιπτώσεις της έμφυλης βίας εντός οικογενείας είναι εντυπωσιακή, καθώς πάντα συμβαίνει οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γείτονες να μην γνωρίζουν κάτι. Ή ακόμα και αν γνωρίζουν και μιλήσουν θα αναφερθούν στην έκπληξη που τους προκάλεσε η είδηση, καθώς ο άντρας φαινόταν σωστός οικογενειάρχης, αποδίδοντας τις ευθύνες στη γυναίκα – μητέρα.

Η καταγγελία ενός βιασμού από την άλλη μας βρίσκει αντιμέτωπες με ένα σορό δυσκολίες. Η αυτοενοχοποίηση είναι διαρκής, εφόσον από μικρές μας έμαθαν πως εμείς ευθυνόμαστε για την υποτίμηση των ζωών μας. Αυτή η λογική δημιουργεί δισταγμούς και πολλές φορές επιλέγουμε τη σιωπή. Όταν όμως βρούμε το θάρρος και το καταγγείλουμε, θα βρεθούμε και πάλι αντιμέτωπες με το κοινωνικό σύνολο και το ελληνικό δικαιϊκό σύστημα. Πιο πριν όμως θα ακούσουμε και τους μπάτσους να μας αποτρέπουν από το να μιλήσουμε.

Στο δικαστήριο οι ερωτήσεις στηρίζονται σε μια ενοχοποιητική λογική προς τις γυναίκες. Θα αναρωτηθούν τι φορούσε η γυναίκα, τι έκανε τόσο αργά έξω, μήπως είχε πιει ή μήπως διατηρούσε κάποια σχέση μαζί του, άρα δεν νοείται βιασμός. Η ψυχοφθόρα και επώδυνη αυτή διαδικασία μας δημιουργεί μια διστακτικότητα, καθώς στις αίθουσες των δικαστηρίων ξέρουμε πως θα ακούσουμε ένα σωρό ερωτήσεις που θα έχουν ως στόχο την ηθική μας.

Πέρα, όμως, από τη δίκη, που εγγράφεται στη μνήμη μας ως μια ενοχοποιητική και εξευτελιστική διαδικασία, τις περισσότερες φορές πρέπει να διαχειριστούμε ακόμα και την αθώωση του βιαστή μας.

Και οι νόμοι;

Και αυτοί βρίσκονται απέναντί μας, εκεί όπου η γυναικεία ταυτότητα ταυτίζεται με την γενετήσια ελευθερία, με την ικανότητα της αναπαραγωγής. Αναγνωρίζουμε πως οι νομοθεσίες και οι ορολογίες -σεξουαλική παρενόχληση, ασέλγεια- λειτουργούν με τον χαρακτήρα της διαμεσολάβησης και της εξομάλυνσης των κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων, αγνοώντας το βίωμά μας. Αναγνωρίζουμε επίσης, πως όσο και αν διατείνονται κάποιοι πως ο βιασμός πρέπει να ενέχει αποδεικτικά στοιχεία όπως μώλωπες, διείσδυση, και πως ομαδικός βιασμός υπάρχει μόνο όταν η διείσδυση είναι ταυτόχρονη, ο βιασμός είναι ζήτημα πολιτικό, ζήτημα που επεκτείνεται σε ένα συνεχές της κουλτούρας του βιασμού.

Για εμάς, λοιπόν, η αυτοάμυνά μας είναι αναπόφευκτη και αρνούμαστε την καταδίκη της. Την αναγνωρίζουμε ως μια διαφορετική μορφή δικαιοσύνης, καθώς η υπάρχουσα δεν μας χωράει. Το δικαστικό, όμως, σύστημα ποινικοποιεί την αυτοάμυνα ως μέσο προστασίας μας. Ειρωνεία, βέβαια, αποτελεί το γεγονός πως μία από τις πιο συνήθης ερωτήσεις μέσα στις δικαστικές αίθουσες, είναι ο λόγος για τον οποίο δεν αμυνθήκαμε στον βιαστή μας.

Στον κύκλο των συζητήσεων γύρω από τους βιασμούς εντάσσεται και το προφίλ τους. Οι βιασμοί συνήθως λέγεται πως διαπράττονται από κάτι τύπους «ανώμαλους», «ψυχικά διαταραγμένους», κάτι τέρατα που εμφανίστηκαν από άλλη κοινωνική διάσταση και πετάγονται από κάτι σκοτεινά δρομάκια, κάτι τύπους που δεν μπορούσαν να κρατήσουν τις αντρικές ορμές τους.

Ποιοι είναι όμως αυτοί που στην πραγματικότητα βιάζουν;

Παρατηρούμε μια προσπάθεια ιατρικοποίησης και παθολογικοποίησης των βιαστών. Μια προσπάθεια που θέλει να απομακρύνει τη συζήτηση για τους βιασμούς ως κοινωνικά προβλήματα, και να τους θέσει εκτός καθημερινής κοινωνικής πραγματικότητας. Να τους εντάξει σαν τυχαία γεγονότα σε έναν αδιατάραχτο κύκλο καθημερινής ευταξίας. Αποφεύγουν να αναγνωρίσουν τους βιαστές ως καθημερινούς άντρες, ως συζύγους, ως άντρες που ζουν και υπάρχουν εντός της ελληνικής κοινωνίας. Ποιος ο σκοπός τους; Εύκολο! Να δημιουργήσουν έναν βιαστή που παρεκκλίνει από τα υπόλοιπα κοινωνικά υποκείμενα, που αποτελεί εξαίρεση μέσα στον εθνικό κανόνα.

Αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν είναι βέβαια τυχαίοι, αφού προσπαθούν να λειάνουν τη συνθήκη αυτή και να ισομοιράσουν τις ευθύνες, όσο και να απαλείψουν τον βιασμό από τη σφαίρα της κοινωνικής ευθύνης. Οι βιασμοί παράγονται και αναπαράγονται εντός της πατριαρχικής κοινωνίας και ξέρουμε πολύ καλά ποιοι βιάζουν. Δεν είναι ούτε ανώμαλοι ούτε τρελοί, είναι καθημερινοί άντρες, που επιβάλλουν όλες αυτές τις κυριαρχικές και εξουσιαστικές συμπεριφορές πάνω μας και φτάνουν μέχρι τους βιασμούς και τις γυναικοκτονίες.

Ο δημόσιος λόγος, παράγει μια συζήτηση που στρέφεται εναντίον μας και μας κατηγορεί για δήθεν παρέκκλιση από την έμφυλη κανονικότητα. Μια γυναίκα με κοντή φούστα προκαλεί, μια γυναίκα μεθυσμένη είναι επιρρεπής, μια σεξεργάτρια δεν μπορεί να βιαστεί, γιατί εξάλλου αυτή είναι η δουλειά της. Εμείς, όμως, ξέρουμε πολύ καλά πως για τους βιασμούς, που εγγράφονται στη μνήμη μας και έχουν συνέπειες στη καθημερινότητά μας, δεν ευθυνόμαστε εμείς, αλλά η καπιταλιστική και πατριαρχική κοινωνία, που κατασκευάζει τους έμφυλους και ταξικούς διαχωρισμούς.

Στη στοχοποίηση και ενοχοποίηση των γυναικών συμμετέχουν όλοι: ΜΜΕ, τοπική και εθνική κοινωνία, ο περιπτεράς της γειτονιάς, ο τύπος στο καφενείο, ο γείτονάς μας. Αλλά αυτοί δεν έχουν τόση αυθεντία όσο αυτό που ονομάζουμε επιστήμη.

Ο επιστημονικός λόγος, ο οποίος δομείται για να εξηγήσει «αντικειμενικά» και με «εγκυρότητα» πολλά ζητήματα, εκφέρει λόγο για εμάς και τους βιασμούς. Εντάσσει τα βιώματά μας μέσα σε ένα ιατρικοποιημένο περιβάλλον, και αφαιρεί καθετί κοινωνικό. Είναι σαφές πως η επιστήμη ούτε διαμορφώνεται σε ένα πεδίο ουδέτερο ούτε είναι απαλλαγμένη από τις κυριαρχικές νόρμες. Στηρίζεται και στηρίζει τον κυρίαρχο λόγο, υπηρετώντας το εκάστοτε εξουσιαστικό σύστημα. Αρκεί η τελευταία επιστημονική εξήγηση του Θάνου Ασκητή, που μας είπε ότι ο σίριαλ κίλλερ σκότωνε τις Φιλιππινέζες επειδή είναι εν γένει υποτακτικές. Και εμείς αν σκοτώναμε τον κ. Ασκητή θα είμαστε εν γένει αντισεξίστριες να του πείτε. Δεν θα φταίμε εμείς, αλλά το DNA μας.

Μέσα σε όλη αυτή την καθημερινή πατριαρχική συνθήκη που βρισκόμαστε, και με όλο τον θυμό που μας κυριεύει, επιλέγουμε τον θυμό αυτόν να τον αξιοποιήσουμε και να τον μετατρέψουμε σε μια συλλογική, δημιουργική δύναμη. Μια δύναμη που θα αποτελείται από συσπειρώσεις υποκειμένων -όσων βιώνουν κοινή καταπίεση λόγω φύλου, φυλής και τάξης- με έναν κοινό στόχο: την κατάρρευση της πατριαρχικής κανονικότητας. Ξέρουμε πως θέλουμε να καταστρέψουμε αυτή την πραγματικότητα που μας καταπιέζει, μας ορίζει και μας περιορίζει, μας περιθωριοποιεί, μας δολοφονεί και μας βιάζει. Ξέρουμε επίσης πως όλες αυτές οι συμπεριφορές, έχουν δρώντα υποκείμενα και δεν προέρχονται από κάτι εξωγενές και άγνωστο. Ενάντια σε όλα τα παραπάνω γνωρίζουμε καλά πως μόνο αν συσπειρωθούμε όλες οι γυναίκες της τάξης μας απέναντι στην πατριαρχία, με όρους οριζόντιους, αντι-ιεραρχικούς, χωρίς αρχηγούς που θα ακολουθούμε, θα μπορέσουμε να την αντιμετωπίσουμε και να την καταστρέψουμε.

Corpus Rebellis,
συλλογικότητα ενάντια στην πατριαρχία από τα Γιάννινα,

corpusrebellis@gmail.com