Οι καταλήψεις είναι τα σπίτια του αγώνα (για τη στοχοποίηση και τις εκκενώσεις των καταλήψεων)

Η καπιταλιστική κρίση του ’08 δεν έχει σταματήσει, αλλά αντιθέτως βαθαίνει. Η έξαρση του κορωνοϊού αποτέλεσε πρώτης τάξεως ευκαιρία για τα κράτη διεθνώς, ώστε αξιοποιώντας τη συνθήκη έκτακτης ανάγκης, να αναβαθμίσουν το -σκοτεινό- διαχρονικό έργο τους, προς μία ακόμα πιο νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Τα ειδικά μέτρα για την αντιμετώπιση της «πανδημίας» προβλέπουν:

  • την επιβάρυνση του κόσμου της εργασίας προς όφελος των αφεντικών με μία σειρά έκτακτων μέτρων και ΠΝΠ,
  • την εισαγωγή και την εδραίωση νέων τεχνολογιών και μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης των υπηκόων,
  • τη δοκιμή νέων πειθαρχήσεων σε διάφορους τομείς της καθημερινότητας, με βασικότερη αιχμή τη διαχείριση του δημόσιου χώρου, και τη μετατόπιση των προνοιακών δαπανών από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα,
  • την όξυνση των διακρατικών ανταγωνισμού, που πλέον διεξάγονται και με υγειονομικούς όρους
  • την περαιτέρω αορατοποίηση των περισσευούμενων πληθυσμών, όπως οι μετανάστριες, οι φυλακισμένοι σε φυλακές, ψυχιατρεία, γηροκομεία, οι άστεγες κ.λπ.

Οι καπιταλιστικές κρίσεις, δηλαδή η μειωμένη κερδοφορία του κεφαλαίου, επιδιώκεται να ξεπερνιούνται εις βάρος των καταπιεσμένων. Η σημερινή κρίση του καπιταλισμού, όσο και να θέλουν να μας πείσουν γι’ αυτό, δεν προέκυψε από την «έξαρση της πανδημίας»· προϋπήρχε, και η συνταγή για το ξεπέρασμά της παραμένει μία. Το κράτος υπάρχει για να εξασφαλίσει αυτή ακριβώς τη συνθήκη. Δεν είναι ούτε τυχαίο, ούτε και δείγμα κατσαπλιαδισμού, πως σε μία περίοδο έξαρσης της «πανδημίας» του covid-19, το ελληνικό κράτος επιλέγει:

  • να διαχύσει το ρατσιστικό δηλητήριο κάθετα προς την κοινωνία, στοχεύοντας ξεκάθαρα στην περαιτέρω όξυνση των συντηρητικών αντανακλαστικών, διατηρώντας για μήνες στην επικαιρότητα ζητήματα όπως την περίπτωση του  Έβρου και των νησιών του Αιγαίου σε σχέση με το μεταναστευτικό, το ζήτημα της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, και την «τουρκική προκλητικότητα». Βασική στόχευση η συσπείρωση του εθνικού κορμού απέναντι στον εκάστοτε εθνικό κίνδυνο, που σε δεύτερο χρόνο θα λειτουργήσει ως το κοινωνικό υπόστρωμα που θα νομιμοποιήσει τις βλέψεις του ελληνικού κράτους και τα συμφέροντά του στο ενεργειακό παζάρι της Μεσογείου και των Βαλκανίων. Ταυτόχρονα, αυτή ακριβώς η αφήγηση βλέπει τους «εσωτερικούς εχθρούς» στις εργατικές διεκδικήσεις, τους κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς ή πολιτικούς αγώνες, τους αγώνες ενάντια στην περαιτέρω υποτίμηση και υποβάθμιση της ζωής και της καθημερινότητάς μας σε κάθε επίπεδο. Βλέπει «εσωτερικούς εχθρούς» σε κάθε κοινωνική κίνηση που βάζει την ίδια τη ζωή πάνω από μια κούφια πατρίδα.
  • να δαπανήσει δισεκατομμύρια ευρώ σε εξοπλιστικά που θα αγοραστούν από τη Γαλλία, βασική υποψήφια για την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου (κυρίως μέσω της Total). Στον αντίποδα, στο μεσοδιάστημα μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κύματος του κορωνοϊού, το δημόσιο σύστημα υγείας δεν χρηματοδοτήθηκε στο ελάχιστο, ενώ οι λιγοστές και ολιγόμηνες προσλήψεις ιατρών, συγκριτικά με το πλήθος των αναγκών, δεν πέτυχαν το παραμικρό αντίκρισμα. Οι προτεραιότητες είναι άλλες, και αυτό φαίνεται ήδη από τον Γενάρη, με τις προσλήψεις 2500 αστυνομικών, και στη συνέχεια με την οικονομική ενίσχυση των ελληνικών ΜΜΕ με 20 εκατομμύρια ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε σπίτι».
  • να κυνηγήσει τα κέρδη από τον τουρισμό, πλασάροντας παράλληλα το προφίλ της χώρας-υγειονομικού παραδείσου, ανοίγοντας τα σύνορα, χωρίς να λάβει το παραμικρό μέτρο. Στη συνέχεια, με την αναμενόμενη επιδείνωση της κατάστασης, η στρατηγική και πάλι περιλαμβάνει «ατομική ευθύνη», μεταφέροντας τη λύση ενός ακόμα προβλήματος (και μάλιστα υγειονομικού, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται) στις πλάτες των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων
  • να αναβαθμίσει το νομικό πλαίσιο προετοιμάζοντας το έδαφος για νέες επενδύσεις, αντιμετωπίζοντας τις πόλεις και την ύπαιθρο ως απέραντο οικόπεδο προς αξιοποίηση. Από την περιστολή των διαδηλώσεων, το νέο περιβαλλοντικό νομοσχέδιο και τις πρότερες επενδυτικές visa, έως και την έκτακτη τροπολογία για το εργασιακό, όλα καταλήγουν στο να δοθεί το έδαφος για την εξάσκηση κάθε λογής βίτσιων των καπιταλιστών. Όλα τείνουν να καθορίζονται από το αόρατο χέρι της αγοράς (εκπαίδευση, υγεία, περιβάλλον κ.λπ.), ενώ στον αντίποδα αυτό που μένει είναι το αστυνομικό κράτος ως εγγυητής των επενδύσεων, να διασφαλίζει την ομαλή κυκλοφορία του κεφαλαίου και να καταστέλλει οποιεσδήποτε διεκδικήσεις προέρχονται από τα κάτω. Χαρακτηριστική των προθέσεων η πρόταση για νομοθέτηση των απλήρωτων υπερωριών, που όχι μόνο καταπατά στοιχειώδη εργατικά δικαιώματα, αλλά στην ουσία ορίζει με δυσμενέστερους όρους την εργατική δύναμη.

*

Ήδη από το τέλος του 2012, το κράτος είχε αναγνωρίσει τη δυναμική που συνεισέφεραν οι καταλήψεις (και ο κόσμος που κινούταν γύρω και μέσα σε αυτές) στους κοινωνικούς αγώνες των αντιμνημονιακών ταραχών. Αποτελεί κρατική επιλογή όλων των κυβερνήσεων έκτοτε, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του ΣΥΡΙΖΑ, η καταστολή και η εκκένωση των καταλήψεων. Το τελευταίο κύμα εκκενώσεων ξεκινάει επίσημα στα τέλη του Αυγούστου του 2019, και πραγματοποιείται παράλληλα και σε συνδυασμό με όλα αυτά που αναπτύσσουμε παραπάνω.

Οι καταλήψεις είναι τα σπίτια του αγώνα. Πέρα από τα ντουβάρια, είναι χώροι όπου στήνουμε τις κινηματικές δομές μας, με διπλό σκοπό:

Από τη μία οικοδομούμε στιγμιότυπα από τον κόσμο που οραματιζόμαστε, χτίζουμε σχέσεις πάνω στις αξίες που πιστεύουμε, μοιραζόμαστε τις χαρές και τις λύπες, τους πειρασμούς και τα πάθη. Οι καταλήψεις είναι η γη όπου ανθίζει η αλληλεγγύη, χωρίς σύνορα, ανεξαρτήτως φύλου ή σεξουαλικότητας, για κάθε ηλικία, οι χώροι που μοιραζόμαστε τη γνώση, που παράγεται και αναπαράγεται ο μόνος αυθεντικός πολιτισμός, αυτός που φτύνει στα μούτρα την εμπορευματική σχέση και τη χρηματική διαμεσολάβηση της ανταλλακτικής αξίας.

Από την άλλη, οι καταλήψεις είναι τα εδάφη στα οποία συναντιόμαστε, συζητάμε και αναλύουμε τις βλέψεις και τα σχέδια της κυριαρχίας, τους κρατικούς σχεδιασμούς, τις ορέξεις μικρών ή μεγαλύτερων αφεντικών. Είναι οι χώροι που οργανώνουμε τις απαντήσεις μας και στήνουμε αναχώματα στην κρατική βαρβαρότητα και την καπιταλιστική επέλαση. Μέσα από οριζόντιες, αδιαμεσολάβητες και αυτοοργανώμενες συλλογικές διαδικασίες, προσπαθούμε -με όσες δυνάμεις έχουμε- να μπολιάσουμε τις κοινωνικές διεργασίες με τον σπόρο της αντίστασης, και με το όραμα μιας ζωής απελευθερωμένης από τους καταναγκασμούς της μισθωτής εργασίας, των επιβεβλημένων διαχωρισμών, της κοινωνίας του θεάματος, του ατομικισμού και του φιλοτομαρισμού. Οι καταλήψεις αποτελούν «γκρίζες ζώνες για το κράτος» και βλάπτουν σοβαρά την ομαλή κυκλοφορία του εμπορεύματος και την απρόσκοπτη κερδοφορία των αφεντικών.

Οι καταλήψεις εχθρεύονται το κράτος και το κεφάλαιο. Αποτελούν την έμπρακτη άρνηση της ιδιοκτησίας, απελευθερώνοντας χώρους προς κινηματική χρήση, για τη στέγαση συλλογικών πολιτικών και κοινωνικών αναγκών. Είναι εμφανές πως πάνω στο όχημα του κορωνοϊού η επίθεση των από τα πάνω σκληραίνει, και μάλιστα με όρους ολοκληρωτισμού· και είναι πολύ πιθανό τα αμέσως επόμενα χρόνια να ξαναζήσουμε μαζικές συγκρουσιακές στιγμές, νέες κοινωνικές εκρήξεις. Όσο περισσότερες καταλήψεις υπάρχουν τότε, τόσο πιο έτοιμες και έτοιμοι θα είμαστε για να κάνουμε τα επόμενα βήματα, ατομικά και συλλογικά· όσο δεν υπάρχουν, τόσο πιο ανώδυνα θα κυλήσει γι’ αυτούς η καταστροφική -κατά τ’ άλλα- επέλασή τους.

Οι καταλήψεις αποτελούν τα συλλογικά αναχώματα απέναντι στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού, τη μικροαστική μιζέρια, τον κρατικό ολοκληρωτισμό, τη διάχυση του εθνικισμού, του ρατσισμού, της πατριαρχίας και της ομοφοβίας. Η θέση του ευρύτερου κινήματος, και όλων των ατόμων που επιλέγουν να αντιστέκονται και να αγωνίζονται για μια αξιοπρεπή ζωή, η θέση μας είναι στον δρόμο. Τα κτίρια μπορεί να λείψουν για λίγο, οι άνθρωποί τους συνεχίζουν.

Έχουμε έναν ολόκληρο κόσμο να καταλάβουμε

Κρίνουμε σκόπιμο να ξαναπούμε πως αποτελεί πολιτική επιλογή της εφημερίδας να στεγάζει τις διαδικασίες και το έντυπο υλικό της στα κατειλημμένα κτίρια του αναρχικού κινήματος. Επιλέγουμε να συμμετέχουμε ενεργά στις διεργασίες που λαμβάνουν χώρα εντός τους, στις πρακτικές ανάγκες, τις συλλογικές τοποθετήσεις, στη στήριξη, την περιφρούρηση και την υπεράσπισή τους. Επιλέγουμε να αποτελούμε ένα ακόμα ζωντανό κομμάτι στην ιστορία τους, γράφοντας παράλληλα και μέσα από αυτήν και τη δική μας…