Οι Μαριονέτες της Εξαθλίωσης

Ξέρεις πώς είναι ο πόλεμος ρε
χυμένα μυαλά, κομμένα κεφάλια
μην παρακαλάς ρε
πες το
έχουμε πόλεμο ρε
πόλεμος!
Πόλεμος!

~από το «Σπιρτόκουτο»

Στην πρώτη του ταινία, το «Σπιρτόκουτο», ο Οικονομίδης παρουσιάζει μια επεισοδιακή μέρα σε ένα μεσοαστικό σπίτι κάπου στα δυτικά προάστια, και τις συνεχείς βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των μελών, συγγενών και συνεργατών της οικογένειας. Αιτία της πιο σημαντικής εξ αυτών των συγκρούσεων είναι η επιλογή του πατέρα της οικογένειας να ανοίξει πιάνο-μπαρ. Στη δεύτερη ταινία του, την «Ψυχή στο Στόμα» ο Τάκης είναι ένας εργάτης βιοτεχνίας που πλένει τα πόδια του αφεντικού του, η γυναίκα του τον δέρνει, οι συγγενείς του τον εκμεταλλεύονται, οι τοκογλύφοι τον ταπεινώνουν, και όλη μέρα ακούει άλλους δύο εργάτες να περιγράφουν πώς κακοποιούν τις γυναίκες τους. Στο αριστουργηματικό σενάριο του «Μαχαιροβγάλτη» ένας τριαντάχρονος που μετακομίζει από την Πτολεμαΐδα σε κάποιο γκρίζο υποβαθμισμένο αθηναϊκό προάστιο για να γίνει φύλακας των σκύλων του θείου του, καταλήγει να βιώνει την απόλυτη μιζέρια, να τη συνηθίζει και εν τέλει να γίνεται μέρος της, ενώ στο «Μικρό Ψάρι» ένας εκτελεστής αρνείται να συμμορφωθεί με τους κανόνες της ντόπιας μαφίας, και αφού χάνει τα πάντα, πριν πεθάνει, συμβάλλει όσο μπορεί στην κάθαρση αυτού του κόσμου.

*

O ρόλος της Εικόνας ως στυλοβάτης της κοινωνικής ισορροπίας, και ως μαζικό ναρκωτικό αλλάζει και εξελίσσεται ανάλογα με τις συνθήκες. Στην ελλάδα του ’60 ο Ξανθόπουλος ανερχόταν στις κοινωνικές τάξεις ως εκ θαύματος -είτε παντρευόταν κάποια πλούσια, είτε κληρονομούσε κάτι- ακριβώς επειδή δεν υπήρχε ορατός τρόπος κοινωνικής ανέλιξης. Αντίθετα, στο Χόλυγουντ του ’80 οι πρωταγωνιστές ξεκίναγαν σαν πλανόδιοι μικροπωλητές για να καταλήξουν μεγαλοεπιχειρηματίες, καθότι, μεσούντος του «αμερικάνικου ονείρου», όλοι μπορούσαν να δουν τους εαυτούς τους στη θέση των πρωταγωνιστών. Τα αδιέξοδα και οι προβληματισμοί των υποτελών πρέπει να καθρεφτίζονται στην ηθογραφία των ταινιώ,ν προκειμένου να υπάρχει ταύτιση και, μέσω αυτής, η ψευδαίσθηση ότι ο θεατής ζει/είναι/πρόκειται να γίνει κάτι άλλο κι όχι αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Η αξία του νεοελληνικού κινηματογράφου και των χαρακτηριστικών που παίρνει τα τελευταία πέντε χρόνια είναι ακριβώς αυτή: αντί να παρηγορήσει τους νεόπτωχους, τους δείχνει την πραγματικότητα κατάμουτρα, ακόμα κι αυτή που δεν θέλουν να δουν.

*

Η κοινωνική απάθεια, ο λόγος για τον οποίο οι υποτελείς τάξεις δεν ξεσηκώνονται, παρά την προφανή διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου, γεννιέται από διάφορες αιτίες και διατηρείται από ακόμα περισσότερες αυταπάτες. Μια απ’ αυτές είναι η παντοδυναμία του εχθρού, η άτρωτη φύση της μεγάλης εξουσίας. Πιο κάτω, οι μικρές εξουσίες εντός των κατώτερων τάξεων, εντός των παρανόμων και του περιθωρίου, των προλεταριακών συνοικιών και των λαϊκών οικογενειών, παραμένουν στυλοβάτες της αλλοτρίωσης και ισχυροποιούνται όσο αυξάνεται και η κοινωνική φύση της κρίσης. Μια κοινωνία τόσο διαβρωμένη από μια ευρέως διαδεδομένη και κοινωνικά νομιμοποιημένη διαφθορά, με τόσο βαθιά αλλοιωμένα χαρακτηριστικά όσο η νεοελληνική, δεν θα μπορούσε άλλωστε παρά να γεννήσει τους σημερινούς καννίβαλους. Εν τέλει η ηθική και οι αξίες που εμπότιζαν την πλειονότητα της κοινωνίας δεν άλλαξαν ποτέ, αυτό που άλλαξε είναι το περιβάλλον – στους καιρούς της ευημερίας το άνθος του καννιβαλισμού ήταν ένα αδιάφορο διακοσμητικό φυτό, σήμερα είναι τεράστιο δέντρο, έχει σαπίσει, βρωμάει και δεν ξεριζώνεται με τίποτα. Οι τοκογλύφοι, οι γονείς που εκπορνεύουν τα παιδιά τους, οι μαλάκες που ξεσπούν στη γυναίκα τους επειδή τους ξεφτιλίζει το αφεντικό, οι σαδιστές, η πρέζα, ο αλκοολισμός, η μαφία και οι μικροί φασισμοί των μικρών εξουσιών μπορεί να μην βρίσκουν χώρο στις ηλίθιες διαφημίσεις της ακόμα πιο ηλίθιας τηλεόρασης, ούτε στις προεκλογικές αφίσες των επίδοξων διαχειριστών της εξουσίας, υπάρχουν όμως στην πραγματική ζωή και ευτυχώς βρίσκουν χώρο και στις ταινίες του νεοελληνικού σινεμά της κρίσης.

*

Οι ήρωες των ταινιών του Οικονομίδη -αλλά και του «Κυνόδοντα», του “Miss Violence” και του «ο Εχθρός μου»- βιώνουν τραγικά αδιέξοδα, εντός του δικού τους μικρόκοσμου. Η ονείρωξη της εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα, ως κορύφωση του κοινωνικού αγώνα όπως επιχειρήθηκε τα τελευταία χρόνια στις αντιμνημονιακές απεργίες και συγκρούσεις, τέτοια ζητήματα όχι απλά δεν τα ακουμπάει, αλλά τα εμπεριέχει. Ο ένοπλος λαός είναι υπαρκτός όχι στο μέλλον, ούτε στο «ένδοξο» παρελθόν, αλλά στο εδώ και το τώρα, μόνο που οι στρατιώτες είναι τυφλοί και τα όπλα στρέφονται οπουδήποτε αλλού εκτός από τον πραγματικό εχθρό. 

*

Χαρακτηριστικό αυτών των ταινιών είναι ότι με ελάχιστες εξαιρέσεις το κράτος, οι άνθρωποι και οι θεσμοί του είτε απουσιάζουν, είτε παίζουν εντελώς δευτερεύοντα ρόλο. Πέρα από το επαναστατικό φαντασιακό για τις περιοχές που το κράτος δεν θα μπορεί να παρέμβει, υπάρχουν και τα μέρη που δεν ενδιαφέρεται να παρέμβει ακριβώς επειδή τα έχει εκχωρήσει σε όλους, και πλέον κάνει τις συνεννοήσεις από τα πάνω. Ο διαχωρισμός των γειτονιών σε πεδία επιρροής των μαφιόζικων ομάδων εξασφαλίζει στο καθεστώς την ελάχιστη κατανάλωση δυνάμεων, κοινωνική ησυχία και ταυτόχρονα απρόσκοπτη ροή του μαύρου χρήματος.

*

Για να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα πρέπει να είναι γνωστές οι αιτίες του και οι λόγοι που συντηρείται. Η αριστερή λογική της αγιοποίησης του προλεταριάτου, των υπεκφυγών και της θεολογίας της επανάστασης δεν βοηθάει καθόλου στην κατανόηση της σημερινής κατάστασης. Η μητρόπολη, πόσο μάλλον η καταρρέουσα μητρόπολη, είναι δύσκολος κοινωνικός τόπος ακριβώς επειδή είναι ζωντανό κύτταρο που γεννά συνεχώς καταστάσεις. Ο διαχωρισμός της κοινωνίας για την αριστερά είναι αποκλειστικά ταξικός τη στιγμή που η δύστροπη πραγματικότητα κραυγάζει ότι είναι και συνειδησιακός. Αυτό ακριβώς δεν χωράει στην κυρίαρχη προοδευτική αφήγηση, και αυτή την αγιοποιημένη εικόνα της «φτωχολογιάς» έρχεται να θρυμματίσει η αποτύπωση αυτού του κομματιού της κοινωνίας στον φακό αυτού του κινηματογραφικού είδους. Η αλληλεγγύη, ο αγώνας, η αξιοπρέπεια και η εξέγερση απευθύνονται σε ένα κομμάτι της κοινωνίας, γιατί υπάρχει και ένα άλλο που τρέφεται από το αίμα των άλλων, που εφορμά με ρατσιστικά κίνητρα, που πατάει επί πτωμάτων, που φοράει αστυνομικές στολές και χρυσαυγίτικα μπλουζάκια.

*

Η θέαση της αθέατης πλευράς της κοινωνίας, αυτού που όλοι εύχονται να μην υπάρχει, δεν μπορεί παρά να τοποθετήσει τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση. Αυτό το καθεστώς, όσο κι αν μεταλλαχθεί, έχει βαθιές ρίζες στις κοινωνικές σχέσεις, που σίγουρα δεν αλλάζουν με την επιφανειακή αλλαγή της διαχείρισης της εξουσίας, γιατί αυτή συντελείται στα πάνω ράφια της κοινωνίας. Απ’ την άλλη, δεν επηρεάζονται από τις ταραχές και τις εξεγέρσεις ακριβώς γιατί αυτές στοχεύουν επίσης προς τα πάνω. Η κοινωνία είναι δηλητηριασμένη σε όλο το εύρος της, ο πόλεμος και ο αγώνας γίνονται σε πολλά επίπεδα κι αυτά που πρέπει να φτιάξουμε είναι πολλά. Ίσως ακόμα περισσότερα από αυτά που πρέπει να καταστρέψουμε.

Βαγιάν