Τι ωραία μέρα που είναι όταν απεργώ…

Λίγα λόγια για την κλαδική απεργία στο ντελίβερι- κούριερ στις 11 Απρίλη στα Γιάννινα

Ξέραμε ότι κοντοζύγωνε η μεγάλη μέρα. Όλοι οι συνάδελφοι από το σωματείο είχαμε ξεχυθεί στους δρόμους. Κάποιοι στο κινηματικό τυπογραφείο τύπωναν ασταμάτητα κείμενα για τους συναδέλφους, για τους πελάτες, τρικάκια κ.α. Κάθε μέρα κουβέντα με τους συναδέλφους για την απεργία, γιατί έπρεπε όλοι να κατέβουμε στον δρόμο, εξορμήσεις στις κούριερ, μετά αφισοκόλληση, μετά να φτιάξουμε πανιά, μετά να πάμε στα ταχυφαγία και το βράδυ για συνθήματα στους κόμβους. Και την άλλη μέρα πάλι απ’ την αρχή. Αυτό κράτησε πάνω από μήνα. Δεν υπήρχε άνθρωπος στην πόλη που δεν ήξερε για την απεργία του σωματείου.

Όλοι ενδιαφέρονταν για τους ντελιβεράδες. Είχαμε δίκαιο λέγανε. Ήμασταν κρίμα, που βγαίναμε στην βροχή, στο χιόνι, στους 45 βαθμούς, που βάζαμε τις βενζίνες, το μηχανάκι, τον εξοπλισμό, τα σέρβις, που δεν έχουμε ένσημο βαρέων και ανθυγιεινών, που πληρώνουμε τον καφέ που πίνουμε και το τοστ που τρώμε στο μαγαζί. Ξαφνικά πράγματα που φωνάζαμε όλα αυτά τα χρόνια έβγαιναν στη φόρα, με μία δόση λύπησης βέβαια.

Μέχρι και η ΕΡΑ μας κάλεσε να δώσουμε συνέντευξη εν όψη απεργίας. Το συζητήσαμε στο σωματείο και είπαμε κατ’ εξαίρεση ας πάμε. Πήγα μαζί με έναν σύντροφο. Λέγαμε για τα σκατά του κλάδου, για τους νεκρούς συναδέλφους, για την επιθεώρηση εργασίας που δεν έκανε τίποτα. Κάποια στιγμή μας λέει ο δημοσιογράφος «και για πείτε ρε παιδιά…» και με τη μία, σχεδόν ταυτόχρονα, σκεφτόμαστε και οι δύο το σύνθημα.

Του λέμε μόνο παιδιά δεν είμαστε ψηλέ. Ένας από τους λόγους που καλέσαμε αυτή την απεργία είναι για να σταματήσουν να μας συμπεριφέρονται πελάτες και αφεντικά σαν τα παιδιά με τα παπιά, σαν τα παιδιά για όλες τις δουλειές, που θα πάμε για ψώνια για το μαγαζί, θα γεμίσουμε το ψυγείο, θα σκουπίσουμε, θα σφουγγαρίσουμε, θα πετάξουμε τα σκουπίδια, θα πληρώσουμε τους λογαριασμούς, θα αγοράσουμε τσιγάρα, ψωμί, τυρόπιτα για τον πελάτη. Του εξηγούμε, είμαστε εργάτες πάρτε το χαμπάρι. Δεν αντιμίλησε, αλλά δε φάνηκε κιόλας να καταλαβαίνει την «αγανάκτηση» μας.

Φύγαμε από εκεί με ένα κενό. Είχαμε πολλά να πούμε, αλλά αν μας άφηνε παίζει να κλείναμε το πρόγραμμα. Ο σύντροφος κατηφόρισε σιγά- σιγά να πάει για δουλειά. Εγώ ήμουν από τους «τυχερούς» του σωματείου καθότι άνεργος εκείνη την περίοδο, έτσι δεν είχα και την κούραση της δουλειάς όπως οι υπόλοιποι. Ωστόσο μία μέρα πριν την απεργία προσλήφθηκα ντελιβεράς σε μία καφετέρια. Πήγα στη δουλειά και με έπιασε ο υπεύθυνος και μου είπε «χίλια συγνώμη αλλά αύριο δεν θα δουλέψετε», «έχουν απεργία οι ντελιβεράδες», «θα γίνετε πόλεμος στα Γιάννινα», «για το δικό σου καλό».
Έτσι τελείωσα τη δουλειά και έφυγα για να πάμε να μοιράσουμε κείμενα πάλι σε συναδέλφους και να πούμε στα αφεντικά ότι αύριο έχει απεργία και οι εργαζόμενοί σου έχουν δικαίωμα εάν θέλουν να απεργήσουν. Πάμε, κοιμόμαστε λίγες ώρες και κατά τις 5.30 σηκωνόμαστε. Παίρνω το τηλέφωνο του σωματείου και στέλνω μήνυμα σε όλους: «παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους…», μου απαντάνε «δεν είμαστε παιδιά, δεν είμαστε παπιά».

Μαζευόμαστε στο εργατικό κέντρο σιγά- σιγά. Κάπου στις 6.30 είμαστε μια 40αρα. Φεύγουμε και πάμε για απεργιακές περιφρουρήσεις στις κούριερ. Δεν αντιδράει κάποιος εργοδότης ή υπεύθυνος. Όλοι ξέρουν ότι η μέρα είναι δική μας. Αράζουμε, πίνουμε καφέ, ακούμε ρέγκε από τη μικροφωνική που έχουμε φορτώσει σε ένα βανάκι και κοιτάμε συνεχώς e-food για να δούμε ποιος έχει ανοιχτό ντελίβερι. Κατά τις 11 φεύγουμε και αρχίζουμε να τους επισκεπτόμαστε έναν- έναν. Παντού είναι take away ή δουλεύουν τα αφεντικά.

Κατηφορίζουμε προς την προσυγκέντρωση. Η ώρα περνάει βασανιστικά και τα μηχανάκια είναι λίγα. Ο σύντροφος Βαλπρέδα μου λέει με την οξφορδιανή προφορά του «λίγοι είμαστε», του λέω «τι περίμενες;». Κι όμως όσο περνούσε η ώρα γινόταν αυτό που δεν περίμεναν και οι πιο αισιόδοξοι. Δεκάδες συνάδελφοι άρχισαν να καταφτάνουν για να συμμετέχουν στην μοτοπορεία. Κάθε δέκα λεπτά μετρούσαμε από την αρχή τα μηχανάκια, ξανά και ξανά. Τελική καταμέτρηση 106 μηχανάκια! Η μοτοπορεία ξεκινάει, στο ρελαντί, από πίσω ακολουθούν πεζή κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και σωματεία.

Φτάνουμε περιφέρεια και από εκεί φεύγουμε και αρχίζουμε να τριγυρνάμε όλη την πόλη. Περνάμε από όλα τα μαγαζιά. Συνθήματα, κόρνες, πυρσοί και καπνογόνα δημιουργούν μία εικόνα πρωτόγνωρη για τα τοπικά δεδομένα. Καταλήγουμε στο σημείο συγκέντρωσης, ένα σύνθημα μόνο φωνάζουμε: «τι ωραία μέρα που είναι όταν απεργώ». Όλοι έχουμε ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Δίνουμε ραντεβού για το απόγευμα για να συνεχίσουμε τις απεργιακές περιφρουρήσεις.

Φεύγουμε, τρώμε κάτι, κοιμόμαστε σκάρτη ώρα και ξαναβγαίνουμε στο δρόμο. Μαζευόμαστε 40 μηχανάκια και ξεκινάμε πάλι τις γύρες. Κατά τις 10 το λήγουμε, όλοι έχουμε ένα πρόσωπο ικανοποίησης, χαράς και κούρασης ταυτόχρονα. Πάμε, πίνουμε δύο τσίπουρα και πάμε κατευθείαν για ύπνο, δε μας κρατάνε τα πόδια μας.

Την άλλη μέρα πάω για δουλειά το πρωί. Μου λέει ο υπεύθυνος «σε είδα στην απεργία εχθές», «ναι κατέβηκα» του απαντάω. «Κερδίσατε τελικά τίποτα;» μου λέει γεμάτος αφέλεια. Η αλήθεια είναι πως με έπιασε εξ απίνης ο ντατσκανάρας και το μόνο που σκέφτηκα εκείνη την ώρα είναι «τι ρωτάει ο μαλάκας πρωινιάτικα»; Ωστόσο όσο περνούσε η ώρα άρχισα να σκέφτομαι αυτήν την ερώτηση, πιο πολύ απολογιστικά παρά με ματαιότητα.

Ναι, κερδίσαμε κάτι και αυτό είναι ο σεβασμός. Κερδίσαμε το σεβασμό από τους πελάτες που όλα αυτά τα χρόνια αδιαφορούσαν για το πώς δουλεύουμε, με τι όρους και μέσα. Κερδίσαμε το σεβασμό απέναντι στους συναδέλφους που αποφάσισαν να απεργήσουν και να μην πάνε για δουλειά εκείνη την μέρα. Τέλος, κερδίσαμε το σεβασμό από τα αφεντικά, που είδαν ότι τα «παιδιά» με τα μηχανάκια -που όλα αυτά τα χρόνια όποτε ήθελαν τα έδιωχναν, όταν συλλογικοποιούν τις διεκδικήσεις τους έχουν μία δύναμη που δεν μπορούν να φανταστούν και που από εδώ και μπρος θα πρέπει να παίρνουν σοβαρά υπόψη τους.

Όσο για εμάς, γνωρίζουμε ότι αυτή η απεργία ήταν απλά ένα πρώτο μεγάλο βήμα. Το αν θα καταφέρουμε να ακολουθήσουν και άλλα παρόμοια είναι στο χέρι μας.


ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΣ

Τραμπάκουλας