Οι αγώνες δεν τσακίζονται μέσα στις δικαστικές αίθουσες (τοποθέτηση από την έγκλειστη συντρόφισσα Δήμητρα Ζαραφέτα)

Σε μια συνθήκη πολέμου, καταστολής και κοινωνικής λεηλασίας· σε μια συνθήκη που η Δύση απειλεί ολόκληρους λαούς με αφανισμό, επεμβαίνει στη Μέση Ανατολή, χαράζει σύνορα πάνω σε νεκρά σώματα στο όνομα της «σταθερότητας»· σε μια συνθήκη που το ελληνικό κράτος συμμετέχει σε αυτό το σφαγείο στηρίζοντας τους βομβαρδισμούς, αλλά την ίδια ώρα μιλάει για «ανθρωπισμό»· σε μια συνθήκη που το δόγμα «Νόμος και Τάξη» απλώνεται σαν ασφυξία, τσακίζοντας κάθε φωνή που αντιστέκεται· σε μια συνθήκη που η κοινωνία βυθίζεται στην ακρίβεια, τη φτώχεια και την εξαθλίωση, με την καθημερινότητα να έχει μετατραπεί σε αγώνα επιβίωσης και την κυριαρχία να έχει επιβληθεί στα σώματα και τις ζωές μας. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη πραγματοποιήθηκε και το δικό μας δικαστήριο για την υπόθεση των Αμπελοκήπων.

 Για έναν μήνα βρισκόμουν μέσα σε μια αίθουσα όπου όλα προσπαθούσαν να φαίνονται κανονικά, με μια έδρα άρτια ενορχηστρωμένη από το κράτος. Με τον πρόεδρο κ. Γεωργουλέα, τις εφέτισσες κ. Μάσσαλη και κ. Καραντζίκη και την εισαγγελέα κ. Πίσχοινα, όλοι τους ντυμένοι με το δημοκρατικό προσωπείο της θεσμικής ευγένειας, παριστάνοντας ότι μας ακούνε, ότι έχουν υπομονή, δίνοντάς μας χώρο να τοποθετηθούμε. Όλα κάτω από μια βιτρίνα, με την αλήθεια, βέβαια, να είναι άλλη. Μια αλήθεια που δεν στόχευε στην αναζήτηση της πραγματικότητας, όπως ευαγγελίζεται η δική τους αστική δικαιοσύνη, αλλά στην αναζήτηση ενδείξεων με σκοπό να στηρίξουν ένα ήδη διαμορφωμένο κατηγορητήριο. Οι ερωτήσεις που ακούσαμε από την έδρα δεν στόχευαν στην αναζήτηση του τι πραγματικά συνέβη. Αναζητούσαν τρόπους να δικαιολογηθεί αυτό που είχαν ήδη αποφασίσει ότι έπρεπε να συμβεί. Την πάση θυσία καταδίκη.

Μία καταδίκη χωρίς αναστολή εκτέλεσης της ποινής, καθώς, όσον αφορά εμένα, δεν πληρούσα, σύμφωνα πάντοτε με τον πρόεδρο κ. Γεωργουλέα, τα εχέγγυα μη επικινδυνότητας που το 2013 έκρινε ότι πληρούσαν ο Κασιδιάρης και ο Παναγιώταρος, με τον τότε ρόλο του ως ανακριτή. Κι ας ήταν ηγετικά στελέχη μιας πλήρως ιεραρχημένης οργάνωσης, έχοντας ως καταστατικό τους ολόκληρο το Prinzip, με δολοφονίες, απόπειρες δολοφονιών και πλήθος επιθέσεων στο ενεργητικό τους.

 Από την άλλη μεριά, η δική μας καταδίκη προήγαγε τον κ. Γεωργουλέα σε Αρεοπαγίτη, μόλις λίγες μέρες μετά το τέλος του δικαστηρίου μας. Έτσι, οι ποινές μας έγιναν προαγωγές, πατώντας κυριολεκτικά πάνω στις ζωές μας για την ανέλιξη στην καριέρα τους.

Αυτή είναι η δικαιοσύνη τους, την οποία ενίσχυσε με τη σειρά της και η εισαγγελέας κ. Πίσχοινα. Η εισαγγελική πρόταση που ακούσαμε μέσα στο δικαστήριο δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα της υπόθεσης των Αμπελοκήπων. Διαστρέβλωση πραγματικών και αντικειμενικών γεγονότων, παρερμηνείες, αυθαίρετες ερμηνείες και υποθέσεις ήταν αυτά που, κατά κύριο λόγο, κυριάρχησαν. Αντί να σταθεί στην έλλειψη πραγματικών στοιχείων, επέλεξε να στηρίξει τις κατηγορίες πάνω σε συσχετισμούς, πολιτικά φορτισμένες κατασκευές και λογικά άλματα. Υπήρχε η ανάγκη να στηριχθεί το κατηγορητήριο με οποιοδήποτε κόστος. Και αυτό το κόστος το επωμίστηκα και εγώ. Γιατί, παρ’ όλο που από την πρώτη στιγμή υποστηρίζω ότι δεν έχω καμία σχέση με το κατηγορητήριο, το οποίο δεν στοιχειοθετήθηκε ποτέ και με κανέναν ουσιαστικό τρόπο, έφτασε στο σημείο η εισαγγελική πρόταση να επικεντρώνεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, σε μένα, αποδίδοντάς μου μάλιστα κυρίαρχο ρόλο. Βέβαια, δεν μου απέδωσε τελικά την κατηγορία της διεύθυνσης, καθώς, όπως είπε και η ίδια η εισαγγελέας, εμείς οι αναρχικές δεν έχουμε ιεραρχίες αλλά λειτουργούμε οριζόντια. Έτσι, υποστήριξε ότι ολόκληρη η επιχείρηση είχε προσαρμοστεί πάνω μου, παίρνοντας τις κινήσεις μου, τους χρόνους μου και τις σχέσεις μου, και μετατρέποντάς τες σε κομμάτια μιας κατασκευής.

 Η όλη αντικειμενικότητά τους εξαντλήθηκε σε μία διάρκεια δύο ωρών, τόσο δηλαδή όσο χρειάστηκαν για να βγάλουν την απόφασή τους. Μια απόφαση με την οποία, όσον αφορά εμένα, μου επέβαλαν 8 χρόνια κάθειρξης για τις κατηγορίες της τρομοκρατικής οργάνωσης, της κατοχής, της προμήθειας και της κατασκευής εκρηκτικών. Κατηγορήθηκα, δηλαδή, για συμμετοχή και ένταξη σε άγνωστη οργάνωση, με άγνωστο όνομα, άγνωστη δομή, άγνωστη διάρκεια και άγνωστα άτομα, χωρίς να μου χρεώνουν κάποια αξιόποινη πράξη. Και εδώ βρίσκεται ένα ακόμα αποκαλυπτικό κομμάτι αυτής της υπόθεσης σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες που σχετίζονται με τα εκρηκτικά —την κατοχή, την προμήθεια και την κατασκευή— με το μοναδικό στοιχείο, πάνω στο οποίο στηρίχτηκαν για να στοιχειοθετήσουν τόσο βαριές κατηγορίες, να είναι οι ακαδημαϊκές μου σημειώσεις. Σημειώσεις που είχαν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της βοήθειας που παρείχα στη συντρόφισσα Μαριάννα για τη διπλωματική της εργασία. Σημειώσεις που περιείχαν βασικές αρχές της ηλεκτρολογίας. Σημειώσεις που παρουσιάστηκαν στα τότε δελτία των 8, με «ειδικούς» να βγαίνουν και να εξηγούν το αυτονόητο: Ότι δεν μπορείς να πάρεις ένα εκπαιδευτικό υλικό και να το παρουσιάσεις ως σχεδιασμό κυκλώματος που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για εκρηκτικό μηχανισμό. Κι όμως, ο κ. Γεωργουλέας, ο ίδιος άνθρωπος που επί δώδεκα ημέρες μάς διαβεβαίωνε μέσα στη δικαστική αίθουσα ότι δεν μπορεί να αποδίδεται σε κάποιον συγκεκριμένος ρόλος με βάση το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, έκανε τελικά ακριβώς αυτό. Στήριξε αποκλειστικά και μόνο σε αυτές τις σημειώσεις τις κατηγορίες της κατοχής, της προμήθειας και της κατασκευής εκρηκτικών, ποινικοποιώντας έτσι ένα ολόκληρο γνωστικό πεδίο. Έτσι γίνεται αυτόματα ένα λογικό άλμα στο οποίο οποιοσδήποτε απόφοιτος θετικών επιστημών, μηχανικός ή οποιοσδήποτε άνθρωπος διαθέτει συγκεκριμένες επιστημονικές γνώσεις και ταυτόχρονα έχει μια πολιτική ταυτότητα, μπορεί να μετατραπεί εκ των προτέρων σε «ύποπτο» και τελικά να καταδικαστεί ως μέλος μιας τρομοκρακτικής οργάνωσης. Έτσι οι σπουδές μετατρέπονται σε τεκμήριο. Και η πολιτική ταυτότητα λειτουργεί ως το φίλτρο μέσα από το οποίο αποκτούν ποινική σημασία πράγματα που από μόνα τους θεωρητικά δεν συνιστούν αδίκημα. Από την αρχή φάνηκε ότι σκοπός δεν ήταν η ουσιαστική εξέταση του κατηγορητηρίου, αλλά η ενίσχυσή του, καθώς οποιαδήποτε αμφισβήτηση του θα είχε πολιτικό κόστος.

 Η τρομοκρατία θα πρέπει να παταχθεί και, εκεί που δεν υπάρχει, να κατασκευαστεί και να παταχθεί ξανά, ώστε να μείνει ζωντανό το δόγμα «Νόμος και Τάξη». Η απόφαση αυτή, όμως, δεν αφορά μόνο εμένα. Θέλει να λειτουργήσει παραδειγματικά προς όποιον σκεφτεί να βγει έξω από τα όρια της αστικής νομιμότητας, προς όποια σχετίζεται με ανθρώπους και χώρους που στοχοποιούνται. Το μήνυμα που ήθελαν να περάσουν ήταν ξεκάθαρο: Όποια δεν πειθαρχεί, όποιος αγωνίζεται, όποια στέκεται όρθια και υπερασπίζεται την πολιτική της ταυτότητα θα έρχεται αντιμέτωπη με βαριές κατηγορίες και ποινές. Και αυτή η καταδίκη ήθελε να επιβάλει τον φόβο, να ποινικοποιήσει το φρόνημα, τις σχέσεις, την αλληλεγγύη, τη μνήμη. Έτσι, εκδικητικά, μου επέβαλαν 8 χρόνια κάθειρξης, επειδή υπερασπίστηκα την αναρχική μου ταυτότητα, τις σχέσεις μου και τη μνήμη του συντρόφου μου Κυριάκου Ξυμητήρη.

 Η απόφαση συμπεριλάμβανε και την αθώωση των τριών συγκατηγορουμένων μου, οι οποίοι από την αρχή υποστήριζαν τη μη εμπλοκή τους στην υπόθεση, μια εμπλοκή που ούτε η ίδια η διωκτική αρχή δεν κατάφερε να στηρίξει πουθενά. Παρ’ όλα αυτά, αναγκάστηκαν να περάσουν 18 μήνες από τη ζωή τους εντός των τειχών, χρόνος που αφαιρέθηκε και δεν μπορεί να τους επιστραφεί με κανέναν τρόπο. Η απόφαση αυτή, όμως, κατέδειξε κάτι ακόμη πιο συνολικό. Ότι ολόκληρο το κατηγορητήριο δεν είναι παρά ένα κατασκεύασμα της Αντιτρομοκρατικής, το οποίο ήδη από τον πρώτο βαθμό είδαμε να καταρρέει.

 Όσον αφορά το νομικό αποτέλεσμα, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στη στάση της συντρόφισσας και φίλης Μαριάννας Μανουρά, η οποία σήκωσε ένα τεράστιο βάρος, έχοντας μια πολύ μεγάλη ευθύνη. Από την αρχή του δικαστηρίου στάθηκε απέναντί τους, υπερασπιζόμενη όχι μόνο τον δικό της εαυτό, τη δική της θέση στην υπόθεση και τη δική της επιλογή να είναι κομμάτι του αγώνα και της αντίστασης, αλλά και τη μνήμη του συντρόφου Κυριάκου Ξυμητήρη, την οποία υπερασπίστηκε με σθένος ήδη από την πρώτη στιγμή μετά τις 31/10/2024. Μέσα από τα δικά της λόγια, κατάφερε και ο σύντροφος Κυριάκος να αναλάβει την πολιτική ευθύνη των επιλογών του. Την επιλογή να αγωνιστεί με όλα τα μέσα. Την επιλογή να έρθει σε ευθεία αντιπαράθεση με την κυριαρχία. Να την αμφισβητήσει έμπρακτα. Να πει ότι η Ιστορία δεν έχει τελειώσει και ότι όλα συνεχίζονται. Γι’ αυτό και οι δικαστικοί μηχανισμοί την εκδικήθηκαν, επιβάλλοντάς της ποινή κάθειρξης 19 ετών. Γιατί, παρ’ όλο που έχασε τον πιο κοντινό της άνθρωπο, παρ’ όλο που επέζησε η ίδια από μια έκρηξη, παρ’ όλο που ήταν έγκλειστη επί 18 μήνες σε συνθήκες ακατάλληλες για την υγεία της κουβαλώντας ένα βαρύ πένθος, εκείνη στάθηκε απέναντί τους όρθια, χωρίς ίχνος μεταμέλειας, δηλώνωντας πως τίποτα δεν τελείωσε.Ούτε για εκείνη, ούτε για τον σύντροφο Κυριάκο Ξυμητήρη, ούτε για όσους και όσες συνεχίζουν να κρατούν ζωντανή τη μνήμη και τον αγώνα.

Από την άλλη μεριά, η επαναλαμβανόμενη διαβεβαίωση του προέδρου ότι «εδώ δεν δικάζουμε ιδέες, δικάζουμε πράξεις» αποδείχθηκε κενή περιεχομένου, όπως κιόλας περιμέναμε.Ήταν ξεκάθαρο από την αρχή ότι η δίκη αυτή δεν προοριζόταν να εξετάσει τις πράξεις που μας αποδίδονταν, αλλά είχε σαφές ιδεολογικό και πολιτικό πρόσημο. Παρ’ όλο που η έδρα προσπάθησε από την πρώτη στιγμή να αποπολιτικοποιήσει την υπόθεση και να αρνηθεί τον πολιτικό της χαρακτήρα, η προσπάθεια αυτή κατέρρευσε πολύ νωρίς. Βρεθήκαμε σε μια αίθουσα ως πολιτικά υποκείμενα, μιλήσαμε πολιτικά και τελικά καταδικαστήκαμε πολιτικά. Ο πολιτικός χαρακτήρας της δίκης αναδεικνυόταν σε όλες τις δικασίμους μέσα από τις δικές μας παρεμβάσεις, τις καταθέσεις των μαρτύρων, ακόμη και από την ίδια την έδρα μέσα από τις ερωτήσεις και τα σχόλια που έκανε. Αυτό ήρθε να το επιβεβαιώσει όσον αφορά εμένα και η γραπτή απόφαση για την απόρριψη του ελαφρυντικού του πρώιμου [σύννομου] βίου, με την αιτιολογία ότι από τη διάρκεια των παρεμβάσεών μου, αλλά και μέσα από την απολογία μου, δεν αποκήρυξα και δεν αποδοκίμασα την ένοπλη πάλη.

Η κύρια πολιτική μας νίκη ήταν ότι καταφέραμε να υπερασπιστούμε την επαναστατική μνήμη του συντρόφου μας Κυριάκου Ξυμητήρη. Και έχει σημασία που το κάναμε και μέσα σε αυτή την αίθουσα. Εκεί όπου οι εντολοδόχοι του κράτους θα περίμεναν πως, μπροστά στον εκβιασμό της ποινής, θα σπάσουμε. Πως θα υπολογίσουμε το κόστος, θα μετρήσουμε τις λέξεις μας, θα αποκηρύξουμε όσα υπερασπιζόμαστε, προκειμένου να εξασφαλίσουμε μια ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση.

Αυτή η σιωπή, όμως, έσπασε. Και μιλήσαμε. Μιλήσαμε και υπερασπιστήκαμε τον σύντροφό μας, τις επιλογές του, τον αγώνα του, την πορεία του, τη ζωή και τον θάνατό του. Και έτσι καταφέραμε ο σύντροφος Κυριάκος Ξυμητήρης να είναι εκεί κάθε μέρα μαζί μας. Δίπλα μας.

Μαζί με τον σύντροφο Κυριάκο υπερασπιστήκαμε και την αναρχική πολιτική μας ταυτότητα. Τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, τα προτάγματα, τις αρχές και τις αξίες που κουβαλάμε. Υπερασπιστήκαμε τον αγώνα. Τον αγώνα με όλα τα μέσα που γεννά η ανάγκη και η αξιοπρέπεια. Αυτόν που ενώνει τον δρόμο με την κοινότητα, τη σύγκρουση με την αλληλοβοήθεια, την άρνηση της εξουσίας με την αυτοοργάνωση της ελευθερίας. Τον αγώνα που στέκεται απέναντι στον κόσμο της κυριαρχίας. Για έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση. Η υπεράσπιση όλων των παραπάνω μέσα στο δικαστήριο ήταν αυτό που η εξουσία δεν μπόρεσε να δεχτεί και έπρεπε, με νύχια και με δόντια, να καταπνίξει μέσω υπέρογκων ποινών.

Δεν μπορεί να δεχτεί να βλέπει απέναντί της ανθρώπους που πονάνε, φοβούνται, πενθούν, αλλά δεν γονατίζουν. Και εκεί είναι που μοιράζει χρόνια σαν να μην μιλάμε για ζωές. Σαν να μην μιλάμε για σώματα που θα πεταχτούν στα μπουντρούμια της δημοκρατίας, για οικογένειες, φίλους/ες και συντρόφους/ισσες που θα συνεχίζουν να ζουν με την απώλεια, νιώθοντας το κενό και την οργή να τους καταπνίγουν. Με ποινές που δεν είναι απλώς τιμωρητικές, αλλά παραδειγματικές, με σκοπό την καταστολή και την εξάπλωση του φόβου σε κάθε άνθρωπο που θα σκεφτεί να αντισταθεί.

Την ίδια στιγμή, όταν το έγκλημα φοράει κοστούμι, όταν έχει υπουργικές υπογραφές, κρατικές πλάτες και οικονομικά συμφέροντα, τότε ξαφνικά όλα γίνονται θολά. Τότε η υπόθεση πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά, ώστε να μην αποδοθούν λανθασμένες ευθύνες, αν αποδοθούν ποτέ. Στα Τέμπη άνθρωποι δολοφονήθηκαν από την κρατική αδιαφορία και τη διάλυση δημόσιων υποδομών. Στις υποκλοπές στήθηκε ένας ολόκληρος μηχανισμός παρακολουθήσεων. Στον ΟΠΕΚΕΠΕ υπήρξε άλλη μία υπόθεση διαφθοράς, πελατειακού κράτους και λεηλασίας δημόσιου χρήματος. Εκεί, όμως, η ευθύνη χάνεται μέσα σε τεχνάσματα και στη συγκάλυψη, λειτουργώντας ως πλυντήριο για τα κρατικά εγκλήματα, τις παρακολουθήσεις, τα σκάνδαλα και τους εμπλεκόμενους υπουργούς. Τότε οι υποθέσεις μπαίνουν ξαφνικά και χωρίς καμία ουσιαστική αιτιολόγηση στο αρχείο, παραγράφονται ή εξαφανίζονται μέσα στη λάσπη της θεσμικής τους κανονικότητας. Έτσι, βαφτίζεται δικαιοσύνη η ατιμωρησία των από πάνω, και βία η αντίσταση όσων αμφισβητούν τον κόσμο τους. Δεν υπάρχει, όμως, καμία αυταπάτη για την αστική δικαιοσύνη, η οποία αποτελεί το άλλο χέρι της κρατικής βίας, που ξεθάβει υποθέσεις και στήνει δικογραφίες, εξαπολύοντας ένα πογκρόμ συλλήψεων, ανακρίσεων και προφυλακίσεων, με σκοπό τη στοχοποίηση ολόκληρου πολιτικού χώρου ακολουθώντας οδηγίες του κράτους, όπως έγινε και με τις τελευταίες υποθέσεις. Και ακριβώς αυτήν τη λειτουργία φρόντισε να ενισχύσει και η Νέα Δημοκρατία, τοποθετώντας δικούς της ανθρώπους σε καίριες θέσεις του δικαστικού μηχανισμού.

Δίπλα σε αυτό το δικαστικό σύμπλεγμα βρίσκεται πάντα και η αντιτρομοκρατική, όπως βρέθηκε και μέσα στη δική μας δικαστική αίθουσα, ως οργανικό κομμάτι της ίδιας κατασταλτικής αλυσίδας. Γνωρίζουμε ότι οι οδηγίες και οι αποφάσεις παίρνονται κεκλεισμένων των θυρών. Το δικαστήριο απλά έρχεται μετά να ντύσει με τον νομικό μανδύα το αφήγημα που έχει ήδη προαποφασίσει. Και ο 187Α είναι το ιδανικό εργαλείο για αυτήν τη δουλειά. Πατώντας πάνω σε ένα διευρυμένο, ασαφές και εύπλαστο πλαίσιο, μετατρέπει την πολιτική και κοινωνική εγγύτητα σε ποινικό αδίκημα. Έτσι, ο ορισμός της «τρομοκρατικής οργάνωσης» γίνεται λάστιχο στα χέρια του κράτους, στοχοποιώντας όχι μόνο αυτούς που πήραν την απόφαση να αντεπιτεθούν στη βία της εξουσίας, αλλά και εκείνους κι εκείνες που, εξαιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων και φιλικών και συντροφικών σχέσεων, θα αποτελέσουν τους υποψήφιους που θα συμπληρώσουν κάποιο κενό στο καρέ που προσπαθούν να φτιάξουν.

Ό,τι ζήσαμε περίπου έναν μήνα, όσο διήρκεσε η δίκη, υπήρξε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να χωρέσει η ζωή μας σε ένα κατηγορητήριο. Είδαμε τις σχέσεις μας να μετατρέπονται σε «τρομοκρατική οργάνωση», την πολιτική θέση σε απόδειξη επιλογών που ποτέ δεν πάρθηκαν. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε αυτή την ασφυξία, υπήρχε κάτι που δεν μπόρεσαν να ελέγξουν: η αλληλεγγύη. Μια αλληλεγγύη που δεχόμαστε τόσο εδώ και ενάμιση χρόνο, από την αρχή της υπόθεσης, όσο και όταν βρισκόμασταν μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Με καθημερινή παρουσία και βλέμματα που δήλωναν ότι δεν είμαστε μόνες. Απέναντι στην καταστολή, που έχει στόχο την απομόνωση, η παρουσία του κόσμου είναι ανάσα, είναι ρωγμή στον φόβο. Για εμάς, αυτή η αλληλεγγύη στάθηκε σαν ασπίδα μέσα στην αίθουσα, αλλά και σαν μοχλός για να ξανασηκωνόμαστε κάθε φορά που το κόστος γινόταν βαρύ. Η παρουσία του κόσμου έκανε σαφές ότι κανένα δικαστήριο, καμία ποινή, κανένα κελί δεν μπορεί να σπάσει τους συντροφικούς δεσμούς. Στεκόμενη η μία δίπλα στον άλλον, ακόμα και μέσα στο χάος της καταστολής.

Απέναντι στο κρατικοκαπιταλιστικό σύμπλεγμα, την πατριαρχία, τον πόλεμο, την καταστολή, ως αναρχικές και αναρχικοί οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε την αναρχική μας ταυτότητα χωρίς εκπτώσεις. Να μην οπισθοχωρούμε, γιατί όσο γίνεται αυτό, τόσο περισσότερο χώρο αφήνουμε στην καταστολή.

Τον φόβο, ως το βασικό εργαλείο της καταστολής, πρέπει να τον σπάμε συλλογικά. Να κρατάμε ζωντανή την αξιοπρέπεια της αντίστασης. Να υπερασπιζόμαστε τις αρχές και τις αξίες που κουβαλάμε, την αλληλεγγύη, τη μνήμη. Τους συντρόφους μας. Αυτούς που έπεσαν μαχόμενοι για έναν καλύτερο κόσμο. Όπως ο σύντροφός μας Κυριάκος Ξυμητήρης, που στις 31/10/2024 έκανε τη δική του έφοδο στον ουρανό, διαλέγοντας τη ζωή. Μια ζωή που αγαπούσε όσο τίποτε άλλο. Μια ζωή ελευθερίας, ισότητας, αλληλεγγύης. Και ο αγώνας δεν τελειώνει μέσα σε καμία δικαστική αίθουσα. Σε καμία καταδικαστική απόφαση.

Συνεχίζεται εκεί που γεννιέται και εκεί που δυναμώνει η αντίσταση: Στους δρόμους, στις συλλογικότητες, στις κοινότητες, στις συγκρούσεις, σε κάθε κοινωνικό μέτωπο απέναντι στην καταπίεση και την εκμετάλλευση.

Ο αγώνας συνεχίζεται όσο εμείς συνεχίζουμε να αντιστεκόμαστε.

Συλλογικά. Αλληλέγγυα. Μέχρι την ολική απελευθέρωση.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή που θα ανατείλει ένας νέος ήλιος που θα νικήσει το πιο βαθύ σκοτάδι. Για αυτά τα μάτια που δεν θα προδώσουμε ποτέ.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΞΥΜΗΤΗΡΗΣ ΠΑΝΤΑ ΠΑΡΩΝ

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΕ ΟΣΕΣ/ΟΣΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΚΕΛΙΑ

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΙ ΜΟΝΟΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ

Δήμητρα Ζαραφέτα
Γυναικείες Φυλακές Θήβας

Κύλιση στην κορυφή