Εργόσημα εργατών γης: Ανώμαλη προσγείωση στην ιδιωτική ασφάλιση

Το εργόσημο είναι ένας φθηνός τρόπος αμοιβής και ασφάλισης, ο οποίος προβλέπεται για περιπτώσεις μη σταθερής σχέσης εργασίας, για εργαζόμενα σε οικιακή εργασία (π.χ. καθαριότητα, ιδιαίτερα μαθήματα, φροντίδα κατ’ οίκων) ή σε εργασία στη γη.

Για την κατ’ οίκον απασχόληση το τρέχον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει εργόσημο ΙΚΑ, από το οποίο κρατείται ως ασφαλιστική εισφορά το 25% επί της αρχικής (ονομαστικής) αξίας του. Για παράδειγμα για συμφωνημένη αμοιβή 300€, ο εργοδότης καταβάλλει 400€, εκ των οποίων το 25%, δηλαδή τα 100€, κρατείται για τα έξοδα ασφάλισης.

Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, για την αγροτική εργασία, το εργόσημο του ΟΓΑ προβλέπει κράτηση 10% της αρχικής αξίας (για συμφωνημένη αμοιβή 90€, ο εργοδότης καταβάλλει 100€, από τα οποία κρατούνται τα 10€).

Το εργόσημο αποτελεί ειδική επιταγή, και δεν αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο χρόνο ασφάλισης, όπως συμβαίνει με το ένσημο. Και ο υπολογισμός του χρόνου ασφάλισης αποτελεί βασικό σημείο διαφοροποίησης των δύο κατηγοριών εργοσήμου: Στο ΙΚΑ ο χρόνος ασφάλισης υπολογίζεται διαιρώντας κάθε μήνα το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών με τον συντελεστή 11,63, και έτσι υπολογίζονται οι ημέρες ασφάλισης. Με βάση τα ήδη πληρωμένα ασφάλιστρα από τον εργοδότη, εξασφαλίζεται ένα διάστημα ασφάλισης για το εργαζόμενο.

Για το εργόσημο ΟΓΑ, ο ΕΦΚΑ πραγματοποιεί ετήσια εκκαθάριση (και όχι μηνιαία): Συγκεκριμένα, υπολογίζει το σύνολο της ετήσιας ονομαστικής αξίας των αμοιβών με εργόσημο, και το διαιρεί με το κατώτατο ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργατοτεχνίτη (ΚΗΑΕ), που είχε οριστεί με υπουργική απόφαση του 2019 στα 29,04€.1 Έτσι, για 3.000€ ετήσια αμοιβή από εργόσημο, ο υπολογισμός είναι 3.000/29,04 = 103 ημέρες.

Για τη συμπλήρωση ενός μήνα ασφάλισης απαιτούνται 25 μέρες εργασίας (ενώ υπόλοιπο μεγαλύτερο των 12 ημερών θεωρείται επιπλέον μήνας). Επομένως στο παράδειγμά μας έχουμε συμπληρώσει 4 μήνες ασφάλισης (και περισσεύουν 3 μέρες). Ο ΕΦΚΑ κατατάσσει αυτόματα στην πρώτη (και φθηνότερη) ασφαλιστική κατηγορία του ΟΓΑ ένα άτομο που απασχολείται σε αγροτική εργασία με εργόσημο. Για το 2026 το μηνιαίο κόστος αυτής της κατηγορίας ανέρχεται σε 149,27€, και περιλαμβάνει εισφορές της κύριας σύνταξης, περίθαλψης και του λογαριασμού αγροτικής εστίας (ΛΑΕ).2

Και πού είναι το πρόβλημα; Μένοντας στο παράδειγμά μας, για 4 μήνες, το συνολικό κόστος ασφάλισης είναι 4*149,27€ που ισούται με 597,08€. Για την κάλυψή του κρατείται από τον εργοδότη, όπως αναφέρεται παραπάνω, 10% επί της συνολικής ονομαστικής αξίας των εργοσήμων (3.000€ στην περίπτωσή μας). Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε 300€. Τα χρήματα αυτά δεν επαρκούν για την κάλυψη όλου του ποσού, και μένει ένα υπόλοιπο 297,08€. Το υπόλοιπο αυτό επιβαρύνει αποκλειστικά το ασφαλισμένο, και κανείς δεν υποχρεώνει τον εργοδότη να το καλύψει. Να το πρόβλημα!

Με απλά μαθηματικά προκύπτει πως όσο αυξάνονται οι εισφορές, αυξάνονται και οι μήνες. Αυτό επαληθεύεται με τον εξής απλό τρόπο: Ένας μήνας ασφάλισης στη φθηνότερη ασφαλιστική κατηγορία κοστίζει 149,27€. Αν υποθέσουμε πως η ετήσια εκκαθάριση εργοσήμου είναι τέτοια ώστε να καλύπτει ακριβώς αυτό το ποσό (ούτε cent παραπάνω), τότε μιλάμε για εργόσημο αξίας 1.492,7€. Μα αν αυτό το ποσό διαιρεθεί με το ΚΗΑΕ προκύπτουν 51 ημέρες ασφάλισης, άρα 2 μήνες ασφάλισης. Χοντρικά, για κάθε μήνα ασφάλισης που καλύπτεται με τις εργοδοτικές εισφορές, οι εργάτες γης χρεωνόμαστε ακόμα έναν μήνα. Σε ποσοστό, ένα εργαζόμενο στη γη πρέπει να υπολογίζει πως θα κληθεί να καταβάλλει περίπου το 10% από τα χρήματα που «εξαργυρώνει», για να καλύψει οφειλές στον ΕΦΚΑ.

Για να μην υπάρχουν οφειλές από την πλευρά του εργαζόμενου, η ετήσια εκκαθάριση πρέπει να είναι 17.912,4€ (το 10% του ποσού αντιστοιχεί σε 1.791,24€ δηλαδή 12 μήνες επί 149,27€). Με ημερομίσθιο 29,04€ –που δεν απέχει πολύ από κάποια μεροκάματα εργατών γης στη βόρεια Ελλάδα– το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 597 ημέρες. Με ένα ημερομίσθιο γύρω στα 60€ –το οποίο είναι σύνηθες σε πιο οικονομικά «ανεπτυγμένες» περιφέρειες, όπως η Κρήτη– το ίδιο ποσό αντιστοιχεί σε 300 ημέρες εργασίας. Σε αυτό το σημείο ας λάβουμε υπόψη πως η διαθέσιμη εργασία στη γη σπανίως καλύπτει όλους τους μήνες του χρόνου, και δεν μπορεί να διεξαχθεί όταν ο καιρός είναι κακός. 600 μέρες εργασίας θεωρητικά δεν χωράνε σε ένα έτος, αλλά και το να μαζευτούν 300 είναι αφενός πολύ δύσκολο, και ασφαλώς εξαντλητικό.

Με άλλα λόγια, είτε με χαμηλό μεροκάματο, είτε με «αξιοπρεπές», το ποσό αυτό είναι άπιαστο για ένα άτομο που εργάζεται στη γη, και σίγουρα θα κληθεί να καλύψει μέρος της ασφάλισής του.

Αν αυτό δεν είναι μια ομαλή εισαγωγή στην ιδιωτική ασφάλιση, τότε τι είναι; Ή μήπως είναι ένας έμμεσος εξαναγκασμός για «μαύρη εργασία», για να εξοικονομήσουμε λίγα ακόμα απαραίτητα χρήματα, που στην τελική μπορεί να μην τα πάρουμε ποτέ πίσω ως μέρος μιας σύνταξης; Ας έχουμε στο (λευκό) μυαλό μας βέβαια, πως αυτή η επιλογή υφίσταται κυρίως για τους ντόπιους εργαζόμενους στη γη. Για τους μετανάστες εργάτες γης, για τους οποίους η άδεια παραμονής στη χώρα συνδέεται ευθέως με την εργασιακή ασφάλιση, η επιλογή της μαύρης εργασίας δεν «παίζει» με την ίδια άνεση.

Η δικτύωση και η οργάνωση των εργαζομένων στη γη είναι ακόμα πιο επιτακτική, σε μια φάση που και τα πιο αγωνιστικά αγροτικά συνδικάτα ελέγχονται από αγρότες μικροαφεντικά, με συμφέροντα σαφώς διαφορετικά από αυτά των ατόμων που απασχολούν. Και ίσως μια πιθανή μελλοντική διεκδίκηση να είναι η αύξηση του ποσοστού της εργοδοτικής ασφαλιστικής εισφοράς, ώστε να καλύπτεται το συνολικό κόστος ασφάλισης των εργαζόμενων στη γη – αίτημα στο οποίο ήδη αντιτίθεται το υπουργείο εργασίας, που θέτει ως βασική προτεραιότητα την ελαχιστοποίηση του κόστους εργασίας για τις αγροτικές (μικρο)επιχειρήσεις…

ένας ανασφάλιστος εργάτης γης

1. Έκτοτε το ΚΗΑΕ έχει ανέβει στα 41,09€. Στις εκκαθαρίσεις του ΕΦΚΑ σκοπίμως λαμβάνεται υπόψη η χαμηλότερη τιμή του 2019. Παρουσιάζεται μάλιστα από το υπουργείο εργασίας ως προνομιακή παροχή προς τα εργαζόμενα στην ύπαιθρο, που με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν μεγαλύτερο διάστημα ασφάλισης. Αυτό που δεν λέει το υπουργείο, βέβαια, είναι πως αυτή η «διευκόλυνση» αφαιρείται από το εισόδημα των εργαζομένων…

2. Η αγροτική εργασία εν γένει, λογίζεται ως μη μισθωτή εργασία, και «παραδοσιακά» επιβαρύνεται με την κάλυψη μιας ελάχιστης ασφαλιστικής εισφοράς, με καθεστώς παρόμοιο με αυτό που ισχύει για τους ελεύθερους επαγγελματίες.Η κρατική φιλοσοφία πίσω από αυτό είναι διπλή: Αφενός, τα λίγα εποχιακά μεροκάματα των αγροτών δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί «αξιοπρεπής σύνταξη». Από την άλλη, όμως, αυτό το «κενό» δεν μπορεί να καλυφθεί από τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς κάτι τέτοιο θα απειλούσε τη «βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος». Η ελάχιστηασφαλιστική εισφορά για τους αγρότεςέχει ταξινομηθεί σε 6 ασφαλιστικές κατηγορίες στον ΟΓΑ, με την 1η να είναι η φθηνότερη, και την 6η να ανέρχεται στα 404,81€ (το 2026). Η βασική διαφορά τους, πέραν του άμεσου κόστους, είναι το ύψος της κύριας σύνταξης.

Στον ακόλουθο σύνδεσμο βρίσκεται η Εγκυκλιος 39 της Διεύθυνσης Εισφορών Μη Μισθωτών του Υπουργείου Εργασίας & Κοινωνικών Υποθέσεων, με αριθμό πρωτοκόλλου 335335/Σ.798/06-07-23 και ημερομηνία 06/07/2023, κατά την οποία επαναλαμβάνεται και διευκρινίζεται ο τρόπος που γίνεται η «εκκαθάριση ασφαλιστικών εισφορών των απασχολούμενων αποκλειστικά ως εργάτες γης που αμείβονται με εργόσημο, από 01/01/2020 και εντεύθεν».

https://www.e-efka.gov.gr/el/egkyklioi-kai-genika-eggrafa/egkyklios-392023-06072023

Κύλιση στην κορυφή