Contre-Temps, no 1

Περί ιών και άλλων δαιμον-ίων

ή γιατί η επιδημία από Covid-19 δεν είναι γρίπη

A. Μερικές βασικές γνώσεις για να μπορεί να γίνει συζήτηση

1. Γενικά για τους ιούς. Οι ιοί είναι οργανισμοί εξαιρετικά μικροί, με συγκεκριμένη δομή: στο κέντρο τους έχουν το γενετικό τους υλικό και περιβάλλονται από ένα περίβλημα πρωτεϊνών.

Οι ιοί δεν είναι κύτταρα! Τα κύτταρα έχουν συγκεκριμένη δομή και λειτουργία και κυρίως μπορούν να επιβιώσουν μόνα τους στο περιβάλλον, υπό τις κατάλληλες συνθήκες. Το γεγονός ότι οι ιοί δεν διαθέτουν δομή και λειτουργία κυττάρου, τη στοιχειώδη δηλαδή δομή ζωής, προκαλούσε αντιπαραθέσεις μέσα στην επιστημονική κοινότητα, αν είναι ή όχι μορφές ζωής. Η διαφορά ωστόσο μεταξύ μικροβίων (οργανισμοί που διαθέτουν κυτταρική δομή και πολλά από αυτούς προκαλούν ασθένειες ) και ιών είναι -ανάμεσα στα άλλα- ότι οι ιοί δεν σκοτώνονται από τα αντιβιοτικά, επειδή τα αντιβιοτικά επιτίθενται σε συγκεκριμένα τμήματα της κυτταρικής δομής των μικροβίων.

 Οι ιοί δεν μπορούν να επιβιώσουν από μόνοι τους: είναι παρασιτικές δομές, που μόνο μέσα σε κύτταρα μπορούν να επιβιώνουν. Άρα οι ιοί είναι παράσιτα, αλλά διαφέρουν από τα συνήθη παράσιτα, επειδή τα τελευταία έχουν μεν την ιδιότητα να εισέρχονται μέσα στα κύτταρα των οργανισμών και να χρησιμοποιούν τις δομές, τα οργανίδια και τα συστατικά τους, είναι ωστόσο κυτταρικοί (και κάποιοι πολυκύτταροι) οργανισμοί και κάποια από αυτά μπορούν να επιβιώσουν για ορισμένο διάστημα στο περιβάλλον. Το γεγονός ότι οι ιοί είναι παρασιτικές δομές σημαίνει ανάμεσα στα άλλα, ότι ακόμα κι αν μια επιδημία σταματήσει, οι ιοί δεν πεθαίνουν, ούτε εξαφανίζονται: συνεχίζουν να παρασιτούν μέσα στα κύτταρα οργανισμών (reservoir), χωρίς να προκαλούν νόσο (φορεία).

2. Ιός Γρίπης. Ο ιός της γρίπης είναι μια αιτία του κοινού κρυολογήματος (common cold), αυτού που με ελαφρά καρδία λέει ο κόσμος: «έχω γρίπη», όταν μας έχει πιάσει συνάχι (ρινική καταρροή), λίγο πονόλαιμος, λίγα δέκατα (δεκατική πυρετική κίνηση) και μια γενική αδιαθεσία. Ωστόσο όταν μιλάμε για γρίπη, μιλάμε για μια σχετικά βαριά ίωση του αναπνευστικού συστήματος, που προκαλείται από συγκεκριμένους ιούς, συγκεκριμένα τρεις τύπους ιών (A,B,C), με μακρά ιστορία προσβολής ανθρώπινων πληθυσμών, που κατά καιρούς έχει προκαλέσει πανδημίες και που έχουν αναπτυχθεί εμβόλια για την προφύλαξη από αυτούς.  Όπως όλοι οι ιοί, η δομή των ιών της γρίπης αποτελείται από ένα περίβλημα πρωτεϊνών, που καλύπτει το γενετικό τους υλικό. Ο τύπος Α της γρίπης, ο πιο συχνός, έχει διάφορα υποστελέχη που ταξινομούνται ανάλογα με τις αντιγονικές ιδιότητες των πρωτεϊνών της επιφάνειας του: την αιμαγλουτίνη (H) και τη νευραμινιδάση (Ν). Συχνές μεταλλάξεις στα γονίδια που κωδικοποιούν αυτές τις πρωτεϊνες έχουν ως αποτέλεσμα εμφάνιση διαφορετικών παραλλαγών του ιού. Από την άλλη, εμφάνιση ολοκληρωτικά νέων υποτύπων (αντιγονική μεταβολή, antigen shift) συμβαίνει σε άτακτα χρονικά διαστήματα και μόνο με τον τύπο Α του ιού, είναι υπεύθυνη για πανδημίες και προέρχεται από απρόβλεπτους ανασυνδυασμούς ανθρώπινων αντιγόνων, με χοίρια αντιγόνα, ή αντιγόνα πτηνών. Οι σχετικά μικρές αντιγονικές αλλαγές (αντιγονική παρέκκλιση, antigen drift) των τύπων Α και Β της γρίπης είναι υπεύθυνες για τις συχνές επιδημίες και ξεσπάσματα σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές, που συμβαίνουν σχετικά σταθερά και απαιτούν ετήσια αναδιαμόρφωση του εμβολίου της γρίπης.  Το χαρακτηριστικό του ιού (ιών) της γρίπης είναι η ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται οι επιδημίες που προκαλούν, η εκτεταμένη νοσηρότητα και η σοβαρότητα των επιπλοκών (ιογενείς δηλαδή από τον ίδιο τον ιό, ή βακτηριακές πνευμονίες, που προκαλούνται δηλαδή από άλλα μικρόβια -βακτήρια- επειδή ο ιός έχει αδυνατίσει το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού).

3. Covid-19. O Covid-19 ανήκει στην οικογένεια των κορονοϊών.Οι κορονοϊοί αποτελούν κοινούς παράγοντες πρόκλησης ήπιων αναπνευστικών λοιμώξεων (και κοινού κρυολογήματος), κυρίως του ανώτερου αναπνευστικού και καμιά φορά πιο σοβαρές αναπνευστικές λοιμώξεις συμπεριλαμβανομένου πνευμονίας, βρογχιολίτιδας και λαρυγγίτιδας Croup. Μελέτες υποστηρίζουν ότι στα 2 από τα 4 πιο κοινά είδη κορονοϊών, πάνω από το 75% των παιδιών ηλικίας 3-4 ετών, έχουν αντισώματα. Πρώτη φορά που ανιχνεύθηκε κορονοϊός σε σοβαρή νόσηση του ανθρώπου ήταν το 2003, στην περιφέρεια Γκουαντόγκ στην Κίνα, όπου πιθανολογείται ότι πέρασε από νυχτερίδες σε ανθρώπους και άρχισε να μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, προκαλώντας ένα βαρύ αναπνευστικό σύνδρομο (SARS: σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο). Ο ιός Covid-19 ανήκει στην οικογένεια των κορονοϊών και εμφανίστηκε στην επαρχία Χουμπέι της Κίνας, κοντά κι αυτός σε αγορές άγριων ζώων, και πιθανολογείται[1] ότι πέρασε στους ανθρώπους επίσης από νυχτερίδες. Το χαρακτηριστικό του είναι η ταχύτατη εξάπλωση και η υψηλή μεταδοτικότητα από άνθρωπο σε άνθρωπο.

B. Συγκριτική ανάλυση του βάρους της γρίπης και της ίωσης από Covid-19

Ένας από τους ισχυρισμούς που έχει διατυπωθεί, από κύκλους που αρέσκονται να αποκαλούνται αντικαθεστωτικοί, είναι ότι γίνεται πολύ φασαρία για την επιδημία που προκαλεί ο Covid-19, ενώ στην πραγματικότητα η κατάσταση δεν διαφέρει απ’ ότι προκαλεί η γρίπη κάθε χρόνο. Ο ισχυρισμός αυτός διατυπώνεται κάπως έτσι: γιατί αυτοί οι θάνατοι (π.χ. την χρονιά ’16-’17 στην Ιταλία: 5.526.216 κρούσματα, και 24.981 νεκροί) ήταν απλά ζήτημα ρουτίνας – ενώ οι 1809 νεκροί του covid-19 (χθεσινός αριθμός), πολύ πριν φτάσουν καν και καν σ’ αυτό το μέγεθος, είναι ζήτημα «κατάστασης πολιορκίας», «κατάστασης εξαίρεσης»;»

Να πούμε καταρχήν ότι για το δημόσιο σύστημα περίθαλψης δεν είναι ζήτημα ρουτίνας οι θάνατοι από γρίπη κι αυτό δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς την ιατρική βιβλιογραφία για να το καταλάβει, αρκεί να έχει κάποια σχέση με το σύστημα υγείας, ή απλώς να παρακολουθεί την ιατρική ειδησεογραφία. Ωστόσο δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι να ξεδιαλύνουμε κάποια πράγματα για να μπορέσουμε να κρατήσουμε τα μυαλά μας μέσα στα κεφάλια μας.

 Τι θέλει λοιπόν να πει ο ποιητής θέτοντας αυτό το ερώτημα; Χοντρικά ότι γρίπη και covid-19 είναι το ίδιο πράγμα, άρα στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει κάτι που κρύβεται κάτω από όλη αυτή την ιστορία του Covid-19, κάτι που αν δεν κατασκεύασαν τα αφεντικά, βρήκαν ωστόσο την ευκαιρία που έψαχναν για να προωθήσουν τα σκοτεινά σχέδια τους (ξέρω γω, ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο). Δεν είναι ώρα να συζητήσω το δεύτερο σκέλος αυτού του ισχυρισμού. Αυτό που έχει ένα νόημα, ακριβώς για να κρατήσουμε τα μυαλά μας μέσα στο κεφάλι μας, όπως έγραψα πριν, είναι να αναδειχτεί πόσο εκτός τόπου και χρόνου είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός.

Γιατί λοιπόν η ιστορία του Covid-19, παρόλο που αποδεδειγμένα, το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού που θα προσβάλλει  θα έχει ήπια ενοχλήματα (της τάξης του 80%), είναι ωστόσο μια κατάσταση πιο σοβαρή από τις ετήσιες επιδημίες γρίπης; Εν πάση περιπτώσει, υπάρχει κάποια βάση στην ιστορία της παρούσας επιδημίας (πανδημίας για τoν ΠΟΥ), ή είναι όλα μια ευκαιρία για τα αφεντικά να δημιουργήσουν ένα δυστοπικό μέλλον στο εδώ και τώρα;

Υπάρχουν διάφοροι επιδημιολογικοί δείκτες που χρησιμοποιούν οι ερευνητές για να συγκρίνουν τη σοβαρότητα δύο νόσων, και δη δύο ιώσεων. Ένας από αυτούς είναι η λοιμογονικότητα (η ιογονικότητα -virulence-η ικανότητα ενός μικροβίου -ή ενός ιού- να μολύνει όποιον εποικίζει), η μεταδικότητα (σε πόσους ανθρώπους και πόσο γρήγορα μεταδίδει αυτός που φέρει τον ιό), η παθογονικότητα (πόσο βαριά αρρωσταίνει αυτός που νοσεί). Για όλους αυτούς τους δείχτες δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα σαφή και τεκμηριωμένα στοιχεία από μακρές σειρές του γενικού πληθυσμού, ούτε για τον ένα, ούτε για τον άλλο ιό, παρά μόνο σε πειραματικά μοντέλα ζώων[2]. Γι αυτό χοντρικά χρησιμοποιούνται ευρέως δύο δείκτες σήμερα για τέτοιες συγκρίσεις: ο αριθμός των κρουσμάτων (ο επιπολασμός δηλαδή) και η θνητότητα του ιού (πόσοι από αυτούς που νοσούν πεθαίνουν). Πριν πάμε ωστόσο σ’ αυτούς ας δούμε κάποια άλλα στοιχεία. 

i. Κάθε χρόνο ξεσπάνε επιδημίες από τον ιό της γρίπης, κάποιες πιο σοβαρές, κάποιες λιγότερο σοβαρές. Σε κάθε περίπτωση, ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού έχει εκτεθεί στον ιό, ή σε κάποια εκδοχή του, δεδομένου των μεταλλάξεων που υφίσταται περιοδικά. Εξάλλου ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων, υποβάλλεται σε αντιγριπικό εμβολιασμό ετήσια. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στον ένα ή στον άλλο βαθμό, υπάρχει ένας βαθμός ανοσίας σχεδόν σε κάθε άνθρωπο του δυτικού κόσμου, είτε έχει υποβληθεί, είτε όχι στον αντιγριπικό εμβολιασμό. Αυτό το πράγμα δεν συμβαίνει με το συγκεκριμένο κορονοϊό ή συμβαίνει σε πολύ μικρότερο βαθμό γενικά με τους κορονοϊούς. Γιατί  ναι μεν, όπως γράψαμε πριν, υπάρχουν τύποι κορονοϊού που προκαλούν αναπνευστικές λοιμώξεις, πράγμα που λογικά καταλείπει ενός βαθμού ανοσία (εκεί αποδίδουν κάποιοι λοιμωξιολόγοι την ηπιότερη νόσηση του νεαρού πληθυσμού από Covid-19) σε κομμάτι του πληθυσμού, ωστόσο αυτό το κομμάτι δεν είναι τόσο εκτεταμένο, όσο το αντίστοιχο που νοσεί από γρίπη, δεδομένου των επιδημιών που προκαλεί συχνά ο ιός της γρίπης, ή των πανδημιών που έχει προκαλέσει κατά καιρούς και δεδομένου της ετήσιας έκθεσης σ’ αυτόν που γίνεται με τον εμβολιασμό. Συμπέρασμα πρώτο: ο γενικός πληθυσμός διαθέτει μια συσσώρευση ανοσολογικής μνήμης έναντι της γρίπης, που δεν διαθέτει έναντι των κορονοϊών (και δη έναντι του συγκεκριμένου).

ii. Oι επιδημίες από τους ιούς της γρίπης (συνηθέστερα από υποστελέχη του ιού Α) στα εύκρατα κλίματα, έχουν μια συγκεκριμένη περιοδικότητα και μια κατανομή στο χρόνο λίγο πολύ καλά μελετημένες και γνωστές (από αρχές Οκτωβρίου μέχρι τέλη Απρίλη, με μια κορύφωση το Φεβρουάριο). Ακόμα κι έτσι, αρκετές φορές προκαλούν έμφραγμα στο δημόσιο σύστημα περίθαλψης και δη στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), λόγω των αυξημένων αναγκών των ασθενών που νοσούν και εμφανίζουν σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές. Ο φόβος από το συγκεκριμένο ιό είναι η σοβαρή πιθανότητα, που έγινε βεβαιότητα σε διάφορες περιπτώσεις όπως της Κίνας και της Ιταλίας, της ταυτόχρονης προσβολής ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού που θα χρειαστεί περίθαλψη στις ΜΕΘ. Πρόκειται για κοινότοπο επιχείρημα της εκθετικής αύξησης[3] και της ανάγκης επιπέδωσης των καμπυλών: αλλιώς είναι η νόσηση 100.000 ανθρώπων σε 6 μήνες, με μια σχετικά κανονική κατανομή 15000 περίπου το μήνα με ένα σχετικά σταθερό κλάσμα αυτών να χρειάζονται εντατική θεραπεία, κι αλλιώς είναι 30000 ή 50000 μαζί σ ένα μήνα. Προσθέστε σ’ αυτό ότι η επιδημία του COVID-19, δεν ξέσπασε σ ένα κενό νοσηρότητας του πληθυσμού: ο κόσμος παρά τον COVID-19, εξακολουθεί να παθαίνει εμφράγματα, εγκεφαλικά, ατυχήματα κλπ (ίσως μόνο τα τροχαία να έχουν μειωθεί στη διάρκεια της επιδημίας, αλλά κι αυτό μένει να αποδειχθεί). Συμπέρασμα δεύτερο: η πραγματική δυνατότητα του συστήματος περίθαλψης να αντιμετωπίσει μια επιδημία όπως αυτή του COVID-19 σε σύγκριση με αυτήν της γρίπης είναι συντριπτικά μικρότερη (με δεδομένο ότι οι επιδημίες γρίπης θα συνεχίσουν να έχουν τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά που έχουν μέχρι σήμερα).

iii. Πάμε τώρα στα μεγέθη που αναφέραμε πριν. Η σύγκριση της θνητότητας[4] από τους δύο ιούς στη βάση του αριθμού των περιστατικών θανάτου προς τον περιστατικών κρουσμάτων αγνοεί μια σειρά δεδομένα. α. Τόσο τα πραγματικά περιστατικά της γρίπης, όσο και τα πραγματικά περιστατικά του COVID-19 είναι άγνωστα, καταρχήν λόγω ελλιπούς επιτήρησης. Τι εννοώ; Ας πάρουμε το παράδειγμα της Ελλάδας. Τα πραγματικά περιστατικά της γρίπης, παρά την επιδημιολογική επιτήρηση που εφαρμόζεται από φορείς του υπουργείου υγείας, δεν είναι αυτά που ανακοινώνονται στο τέλος της κάθε «γριπικής περιόδου». Γιατί; Ας πω την προσωπική μου πείρα: φέτος και μέχρι τώρα, έχω δει προσωπικά ένα ασυνήθιστα υψηλό αριθμό ασθενών με επιβεβαιωμένη γρίπη κι ένα μεγάλο αριθμό με πιθανή γρίπη.  Στην πλειοψηφία αυτών έχω δώσει αντιϊική αγωγή (οσελταμιβίρη, Tamiflu), σε κάποιους όχι. Κανέναν ωστόσο από αυτούς δεν έχω δηλώσει στις υπηρεσίες του υπουργείου κι αυτό όχι για να κάνω «αντίσταση στο κράτος», αλλά για διάφορους λόγους (π.χ. δεν το θεωρώ τόσο σημαντικό, σημαντικό θεωρώ να μην πάθει τίποτα ο ασθενής μου, ή δεν έχω αναπτύξει τέτοια κουλτούρα επιτήρησης, ή επειδή δεν φοβάμαι καμιά τιμωρία, αν δεν το κάνω κλπ). Στα είκοσι χρόνια που δουλεύω στο δημόσιο σύστημα περίθαλψης, δεν έχω δηλώσει ποτέ κρούσμα γρίπης και δεν ξέρω κανένα συνάδελφο με τον οποίο δουλεύαμε μαζί να το χει κάνει. Τι σημαίνει αυτό; Ότι τα πραγματικά περιστατικά της γρίπης στην Ελλάδα (μπορώ να υποθέσω βάσιμα: και αλλού) είναι πολύ περισσότερα, άρα η θνητότητα (και η θνησιμότητα) που ανακοινώνεται κάθε χρόνο από τη γρίπη, είναι ακόμα μικρότερη από αυτή που ανακοινώνεται. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς για τα εγχώρια περιστατικά COVID-19, δεδομένου ότι στην πράξη, τουλάχιστον στην Ελλάδα, ο αριθμός των περιστατικών του COVID-19, που ανακοινώνεται κάθε μέρα μέχρι σήμερα (24.03.2020), ότι αντιστοιχεί στα κρούσματα, είναι στην πραγματικότητα οι εισαγωγές που γίνονται στα νοσοκομεία λόγω της ίωσης: δηλαδή πρόκειται για βαριά περιστατικά που πάνε με πνευμονία στα κέντρα αναφοράς και υποβάλλονται στο τεστ για να διαπιστωθεί αν η πνευμονία τους οφείλεται στο συγκεκριμένο ιό, ή σε άλλη αιτία Κανένας άλλος δεν υποβάλλεται πρακτικά σε τέτοιο τεστ. β. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι, λόγω της χρόνιας εμπειρίας που υπάρχει στην μελέτη του ιού της γρίπης, λίγο-πολύ σε συγκεκριμένες περιόδους μπορούμε να έχουμε μια σχετικά καλή εικόνα των πραγματικών κρουσμάτων του ιού, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον COVID-19, που προκαλεί μια επιδημία, που λίγο-πολύ είναι σε εξέλιξη. γ. Λίγο-πολύ για τον ιό της γρίπης, ξέρουμε ότι η άνοδος της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος, δηλαδή πρακτικά ο ερχομός του μισού της Άνοιξης, έχει σαν αποτέλεσμα την σταδιακή αποδυνάμωση του. Αντίθετα για τον Covid-19 δεν γνωρίζουμε κάτι αντίστοιχο. Δεν γνωρίζουμε δηλαδή την επίδραση που μπορεί να έχει η επίδραση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος πάνω του. Αυτό σημαίνει ότι πιθανότητα θα συνεχίσει να μεταδίδεται και να προσβάλλει κόσμο και άρα το πραγματικό του βάρος θα αυξάνει με το χρόνο, ενώ της γρίπης θα μειώνεται.

Συμπέρασμα τρίτο: είναι απόλυτα μη-ασφαλές να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την θνητότητα που προκαλούν οι δυο ιοί.

iv. Ωστόσο ας παραβλέψουμε το παραπάνω και ας δεχτούμε ότι τα δεδομένα της θνητότητας είναι ακριβή. Ας αγνοήσουμε επίσης την περίπτωση της Ιταλίας (αν μπορεί κάποιος να αγνοήσει την περίπτωση της Ιταλίας, έστω και ως παρέκκλιση από τα δεδομένα της θνητότητας της επιδημίας), που τα πράγματα έχουν πάρει μια τραγική μορφή και η θνητότητα έχει αγγίξει άγριους αριθμούς.  Ας δεχτούμε επίσης ότι η θνητότητα των δύο ιώσεων είναι ίδια, όπως υποθέτουν πάνω-κάτω οι πιο σοβαροί λοιμωξιολόγοι και ας δεχτούμε ότι είναι κοντά στο 1%[5], αν και ο Π.Ο.Υ. (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) αναφέρει θνητότητα 3,4% (δηλαδή 3,5 φορές περίπου μεγαλύτερη αυτής που υποθέσαμε). Ας εστιάσουμε τώρα στην αξιοπιστία του επιδημιολογικού μεγέθους της θνητότητας. Η θνητότητα ως επιδημιολογικός δείχτης λέει κάποια πράγματα, ωστόσο εξαρτάται ισχυρά από το μέγεθος του υπό μελέτη πληθυσμού που νοσεί. Οπότε δεν λέει πρακτικά τίποτα  για το πραγματικό βάρος (burden), το πραγματικό δηλαδή κοινωνικό κόστος μιας νόσου. Αν δηλαδή νοσήσουν τελικά 100 άνθρωποι από τον COVID-19, και η θνητότητα αυτής της ίωσης είναι 1%, αυτό σημαίνει ότι θα πεθάνει ένας άνθρωπος από τη νόσο. Αν όμως νοσήσουν 1000000 και η θνητότητα της νόσου είναι πάλι 1%, αυτό σημαίνει ότι θα πεθάνουν 10000 άνθρωποι. Όταν λοιπόν -ελαφρά τη καρδία- κάποιος ισχυρίζεται ότι η θνητότητα του COVID-19, είναι μόνο 1-1,5%, και δεν έγινε και τίποτα τρομερό, μάλλον είναι αλλού για αλλού.  

v.  Τέλος. Υπάρχει ένας δείκτης που δεν μπαίνει στη δημόσια συζήτηση κι όμως είναι σημαντικός: αυτός αφορά το πόσοι από τους βαριά αρρώστους, δηλαδή απ όσους χρειάζονται εισαγωγή στη ΜΕΘ είτε με γρίπη, είτε με COVID-19 θα αναρρώσουν, δηλαδή πρακτικά: πόσο βαριά αρρωσταίνουν όσοι αρρωσταίνουν, άρα: πόσοι θα βγουν ζωντανοί. Κάποιοι κάνουν κριτική στο γεγονός ότι αυτοί που διαχειρίζονται τη νόσο, δεν εστιάζουν στα περιστατικά που έχουν αναρρώσει από τον ιό, αλλά μόνο στους θανάτους. προσπαθώντας να πείσουν έτσι, ότι όλη αυτή η ιστορία είναι κατασκευασμένη. Επί του πρακτέου: η θνητότητα της ΜΕΘ για τους ασθενείς του συγκεκριμένου κορονοϊού (από δύο τουλάχιστον μελέτες, η μια σε πολύ μεγάλη σειρά ασθενών στην Κίνα), είναι της τάξης του 50-60%, ενώ η μέση θνητότητα στη ΜΕΘ όλων των άλλων νόσων  (προφανώς και της γρίπης) είναι κοντά στο 35%. Συμπέρασμα τέταρτο: αυτοί που αρρωσταίνουν από κορονοϊό και χρειάζονται νοσηλεία, αρρωσταίνουν γενικά πολύ βαρύτερα από αυτούς που αρρωσταίνουν από γρίπη.

Νομίζω ότι όλα τα παραπάνω είναι αρκετά για να καταλάβει κάποιος ότι προφανώς και μιλάμε για μια πρωτόγνωρη κατάσταση κι όχι για κάτι το συνηθισμένο. Νομίζω επίσης ότι το να χώνουμε το κεφάλι στο έδαφος όπως εκείνο το μεγάλο, γρήγορο και άχαρο πτηνό, δεν είναι μια στάση που βοηθάει τους σκοπούς μας. Ο λόγος που γράφτηκε αυτό το κείμενο δεν είναι για να πειστεί κάποιος ότι είμαστε ενώπιον του Αρμαγεδών. Ούτε προφανώς έχει γραφτεί από κάποιον που είναι στο στρατόπεδο όσων υπερασπίζονται την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τη μαζική απαγόρευση κυκλοφορίας. Σε εποχές κρίσης, οποιασδήποτε αιτιολογίας, κι αυτό το χουμε στα σοβαρά διαπιστώσει ως κίνημα με το προηγούμενο κύμα της κρίσης δημόσιου χρέους, η θολερότητα του ορίζοντα είναι ένας εξαιρετικά ευνοϊκός παράγοντας για να αναδυθεί και να εδραιωθεί ο ανορθολογισμός στις ποικίλες εκδοχές του. Το να μπορούμε να ξεκαθαρίζουμε το τοπίο είναι προϋπόθεση απαραίτητη για να μπορέσουμε να σταθούμε στα πόδια μας και να σχεδιάσουμε μια απάντηση σε ότι συμβαίνει. Οι όποιες μαχόμενες συλλογικότητες στο χώρο των υγειονομικών, νομίζω ότι οφείλουν (οφείλουμε) όχι απλώς να κάνουν (κάνουμε) κριτική στις κινήσεις του κράτους και στη διαχείριση των ειδικών του, αλλά και να έχουν (έχουμε) τις δικές μας σοβαρές προτάσεις για την αντιμετώπιση της κατάστασης, όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο, αλλά και στο επίπεδο της ιατρικής και της δημόσιας περίθαλψης. Ο Σέρτζιο Μπολόνια είχε γράψει κάποτε ότι όταν έγινε το μεγάλο ατύχημα της διοξίνης στο Σεβέζο της Ιταλίας (παρεμπιπτόντως: στη Λομβαρδία), το 1976, ήταν οι εργάτες του εργοστασίου, που με τη βοήθεια των μηχανικών και των χημικών συντρόφων τους, είχαν κατακτήσει εκείνο το επίπεδο της τεχνογνωσίας, που τους έκανε ικανούς να βρουν, πολύ πριν τους κρατικούς υπαλλήλους, τον τόπο και την αιτία της τεράστιας διαρροής και μόλυνσης του περιβάλλοντος και των εργατών. Στόχος ενός ανταγωνιστικού κινήματος πρέπει να είναι εκείνο το επίπεδο πολιτικής και ιδεολογικής συγκρότησης, που θα του επιτρέπει να παρεμβαίνει έμπρακτα σε αυτή την έκταση και σ’ αυτό το βάθος.

Hobo, 24.03.2020


[1] Τα στοιχεία βασίζονται στην ταυτοποίηση μεγάλου ποσοστού της γενετικής ακολουθίας από κορωνοϊό των νυχτερίδων με τον Covid-19.

[2] Υπάρχουν ωστόσο δεδομένα μελετών που υποστηρίζουν ότι η μεταδικότητα του Covid-19 είναι κοντά στο 2,5 (έως 2,6 υποστηρίζει μια μελέτη του Imperial), ενώ της γρίπης περίπου 1,3. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μολυσμένο με Covid-19 άτομο, μεταδίδει σε 2,5 ανθρώπους τη νόσο, ενώ με γρίπη σε 1,3 ανθρώπους. Υπάρχουν στοιχεία επίσης που ανεβάζουν στο 6,5 αυτό τον αριθμό (οι επιδημιολόγοι τον λένε reproduction number, Ro).

[3] Για να γίνει αντιληπτό αυτό το μέγεθος ας δούμε το στοιχείο, που έδωσε στην ανακοίνωση της 24.03 ο Τσιόδρα: «χρειάστηκαν 2 μήνες για να γίνουν 100 χιλιάδες τα κρούσματα και 4 ημέρες (τις τελευταίες) για να αυξηθούν κατά 100.000»

[4] H θνητότητα (fatality: αριθμός νεκρών στο σύνολο των περιπτώσεων της νόσου) διαφέρει από τη θνησιμότητα (mortality: αριθμός νεκρών στο σύνολο ενός πληθυσμού). Άλλο ένα σοβαρό λάθος που κάνουν διάφοροι είναι να μιλούν για θνησιμότητα, ενώ πρόκειται για θνητότητα.

[5] Τα μέχρι σήμερα (24/03) στοιχεία μάλλον διαψεύδουν αυτό τον ισχυρισμό και δεν μιλάμε μόνο για την Ιταλία που η θνητότητα αγγίζει το 9,85%, αλλά και την Ισπανία που είναι στο το 7%, τη Γαλλία κοντά στο 5%, το Ιράν 7,79%, την Αγγλία το 5,2%. Από αυτή τη στατιστική των άγριων αριθμών του θανάτου, αρχίζουν να αποκλίνουν μάλλον οι λιγότερες χώρες, με κύρια παραδείγματα τη Γερμανία και την Ν.Κορέα.