Η Πρώτη Μεγάλη Σύγκρουση – Ιούνης 1848

Το παρόν κείμενο πραγματεύεται την πρώτη μεγάλη σύγκρουση της εργατικής τάξης με αυτή των αστών, τον Ιούνιο του 1848 στη Γαλλία, και πιο συγκεκριμένα στο Παρίσι. Μία σύγκρουση η οποία διέλυσε την ψευδαίσθηση ότι με το τέλος της μοναρχίας όλα τα προβλήματα των καταπιεσμένων θα λυθούν ως δια μαγείας, και που αποτέλεσε μία σημαντική παρακαταθήκη για τους επόμενους αγώνες των εργατών, όχι μόνο στη Γαλλία αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο.

Προϊστορία 1815-1830

Η Γαλλία εκείνα τα χρόνια βίωνε ακόμη τις συνέπειες της ήττας των Ναπολεόντειων πολέμων, και μετά από 13 χρόνια συνεχόμενων πολεμικών επιχειρήσεων, με συνολικά 10 εκστρατείες εναντίων των μοναρχικών καθεστώτων της Ευρώπης, καλούταν τώρα να πληρώσει τα «σπασμένα». Μία από τις πρώτες κινήσεις των νικητών ήταν να επιστρέψει στον γαλλικό θρόνο ο βασιλικός οίκος των Βουρβώνων, ο οποίος είχε διωχθεί μετά τη Γαλλική Επανάσταση.

Έτσι η χώρα επέστρεψε στις «παλιές καλές» εποχές, με τσακισμένο το κύρος της απέναντι στις άλλες μοναρχίες, με τεράστια χρέη, αλλά επίσης και με ένα καταρρακωμένο ηθικό για τους Γάλλους εργάτες και αγρότες, που είδαν τους αγώνες τους για μία πιο δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία να πηγαίνουν στον βρόντο. Στο ίδιο μοτίβο βρίσκονταν και οι Γάλλοι αστοί, οι οποίοι ήλπιζαν σιγά-σιγά να ανέλθουν στην εξουσία, αλλά και μία γκρούπα μοναρχικών που υποστήριζαν ότι η βασιλεία των Βουρβώνων αντιτίθεται στα εθνικά συμφέροντα της Γαλλίας, αφού είχε επιβληθεί από τους ξένους ηγεμόνες, καθώς επίσης και ότι είχε έρθει η ώρα να γίνουν κάποιες αλλαγές στο πολίτευμα.

Η ουσία όμως της δυσαρέσκειας των τελευταίων βρισκόταν στο γεγονός ότι είχαν μείνει έξω από το παιχνίδι της εξουσίας, και πόνταραν πολλά στην αναδιανομή της πίτας με αυτούς πρωταγωνιστές. Μπροστάρηδες βρισκόταν ο Λαφαγιέτ, ο ιστορικός Γκιζό, οι τραπεζίτες Περιέ και Λαφίτ, αλλά και ο πιτσιρικάς τότε Θιέρσος, ο οποίος το 1871 θα αιματοκυλίσει την Παρισινή Κομμούνα.

Η ρήξη δεν θα αργήσει να έρθει μεταξύ των παραπάνω ομάδων και του βασιλιά, και αφορμή θα υπάρξει η έκδοση ενός βασιλικού διατάγματος το οποίο λογόκρινε τον αντιπολιτευτικό τύπο, τον Ιούλιο του 1830. Παρά το ασήμαντο της αφορμής, οι Γάλλοι εργάτες θα βγουν μαζικά στους δρόμους και θα νικήσουν τον στρατό που θα καλεστεί να τους καταστείλει. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων σηκώθηκαν περισσότερα οδοφράγματα από οποιαδήποτε άλλη γαλλική εξέγερση.1 Ο βασιλιάς και η κουστωδία του, έχοντας ακόμα νωπές τις μνήμες από τη Γαλλική Επανάσταση, θα παρατήσουν άρον-άρον τη Γαλλία αφήνοντας τη χώρα ακυβέρνητη, κενό το οποίο θα καλύψουν άμεσα οι μοναρχικοί, και θα ζητήσουν να αναλάβει τα ηνία της ο δούκας της Ορλεάνης, Λουδοβίκος Φίλιππος, ενώ πρωθυπουργός της χώρας θα οριστεί ο Γκιζό.

Η εξέγερση του Φλεβάρη του 1848

Τη δεκαετία του 1840, η Ευρώπη βίωνε την «Άνοιξη των Λαών». Ήταν η περίοδος που το φάντασμα πλανιόταν πάνω από την Ευρώπη, όπως έλεγε ο Μαρξ, και που είχε αρχίσει να τρίζει τα θεμέλια των ευρωπαϊκών μοναρχιών, από την Αγγλία με το κίνημα των Χαρτιστών2, τη Γερμανία με τις αγροτικές εξεγέρσεις ενάντια στους φεουδάρχες, μέχρι το Παλέρμο το οποίο μαχόταν για την αυτονομία του από τη Νάπολη.

Αυτός ο αναβρασμός είχε δύο βασικά αίτια. Από τη μία, τα απολυταρχικά καθεστώτα είχαν φτάσει στο τελευταίο στάδιο αποσύνθεσης και προσπαθούσαν να παραμείνουν στην εξουσία με νύχια και με δόντια. Από την άλλη, η μεγάλη εμπορική κρίση που βίωνε η Αγγλία το 1845, και η αρρώστια της πατάτας στην Ιρλανδία, είχαν επιφέρει τεράστια οικονομική κρίση.

Η Γαλλία δεν θα καταφέρει να μείνει ανεπηρέαστη από όλη αυτή την κατάσταση, και το Παρίσι θα μετατραπεί σε μία πόλη άστεγων και άνεργων οι οποίοι έβλεπαν τον βασιλιά να μην πολύ-ενδιαφέρεται να αλλάξει την κατάσταση3, ενώ  ταυτόχρονα το μακροχρόνιο αίτημα μεταρρύθμισης του εκλογικού νόμου είχε ξαναβγεί στην επιφάνεια4, τόσο από τους εργάτες όσο και από τους αστούς, οι οποίοι βέβαια απέρριπταν την ιδέα μίας βίαιης λύσης, που πολύ πιθανόν να είχε στόχο και τους ίδιους.

Τον Δεκέμβριο του 1847, προγραμματίστηκε για τον ερχόμενο Φλεβάρη ένα συνέδριο στρατολόγησης νέων μελών από το 12ο τάγμα της γαλλικής εθνοφυλακής στις εργατικές γειτονιές του Παρισιού, Σαιν Μαρσέλ και Σαιν Βικτόρ, το οποίο θα συνδυαζόταν και με μία ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας. Η μέρα που είχε οριστεί ήταν Κυριακή, και το αντίτιμο για να το παρακολουθήσει κάποιος ήταν υποτυπώδες.

Οι μοναρχικοί αντιλαμβανόμενοι  αυτό το συνέδριο σαν απειλή, θα σπεύσουν να το απαγορεύσουν, κίνηση η οποία δεν σταμάτησε ωστόσο τους διοργανωτές. Η αστική αντιπολίτευση από την άλλη, πράττοντας πιο έξυπνα, θα προτείνει να μην ακυρωθεί, απλά να αντικατασταθεί η διοργανωτική επιτροπή από μία πιο «ευυπόληπτη». Έτσι, με τα κατάλληλα άτομα κατάφεραν να μεταφέρουν την ημέρα του συνεδρίου από Κυριακή σε Τρίτη, δηλαδή εργάσιμη, τον τόπο διεξαγωγής από τις εργατικές γειτονιές στα πλούσια Ηλύσια Πεδία, και να αυξήσουν την τιμή της εισόδου.

Ωστόσο, παρά τη ντρίπλα που έκαναν οι αστοί, δεν είχαν υπολογίσει τον «από μηχανής μπαχαλάκια». Το όνομά του ήταν Αρμάν Μαράστ, και ήταν εκδότης της αντιπολιτευτικής εφημερίδας “Le National”. Ο Μαράστ, μία μέρα πριν το συνέδριο, στις 21 Φλεβάρη, θα βγάλει κεντρικό θέμα στην εφημερίδα του λεπτομέρειες της συζήτησης που θα πραγματοποιηθεί, αλλά και της πορείας, η οποία θα παρουσιαστεί σαν να ετοιμάζεται για σύγκρουση. Η κυβέρνηση θα απαγορεύσει οποιαδήποτε συγκέντρωση στις 22 Φλεβάρη, με τους αστούς και την διοργανωτική επιτροπή να υπακούν στη διαταγή, και τους εργάτες να έχουν βρεθεί στη μέση, προδομένοι και εξοργισμένοι με όλους.

Στις 23 Φλεβάρη, οι εργάτες αντί να πάνε στις δουλειές τους θα γυρνάνε στους δρόμους του Παρισιού συζητώντας τις εξελίξεις, και σιγά-σιγά θα αρχίσουν να μαζεύονται στα εργατικά προάστια και να στήνουν τα πρώτα οδοφράγματα, τα όποια στις επόμενες ώρες θα ξεπεράσουν τα 1500, με βασικό αίτημα την αποκαθήλωση του πρωθυπουργού Γκιζό5.

Ο βασιλιάς θα καλέσει την εθνοφρουρά να καταστείλει την εξέγερση, αλλά από τα 12 τάγματα  μόνο τα 3 θα παρουσιαστούν, αναγκάζοντάς τον να ξηλώσει τον Γκιζό. Το βράδυ της ίδιας μέρας οι εργάτες θα πραγματοποιήσουν πορεία για να γιορτάσουν τη μεγάλη αυτή νίκη, κατά τη διάρκεια της οποίας θα περάσουν μπροστά από τις αντιπολιτευτικές εφημερίδες για να βγει ο κατάλληλος νικητήριος λόγος, καθώς και από άλλα δημόσια κτήρια. Ένα από αυτά ήταν και το υπουργείο εξωτερικών, το οποίο φρουρούταν από ένα άγημα 200 ανδρών, ο διοικητής του οποίου, φανερά πανικόβλητος, μόλις θα δει την πορεία να κατευθύνεται προς το μέρος του θα διατάξει τους στρατιώτες του να στοχεύσουν το πλήθος. Θα υπάρξει λεκτικός διαπληκτισμός μεταξύ πορείας και στρατού, και κάποια στιγμή ένας πυροβολισμός από μεριάς των διαδηλωτών θα τραυματίσει έναν φαντάρο. Αμέσως θα υπάρξει μία ομοβροντία η οποία θα σκοτώσει συνολικά 52 άτομα.

Λίγες ώρες μετά, τα οδοφράγματα θα ξαναρχίσουν να στήνονται στις γειτονιές του Παρισιού, ζητώντας την απομάκρυνση του Λουδοβίκου και την κατάργηση της μοναρχίας. Ο βασιλιάς θα καλέσει μάταια τον στρατό να καταστείλει την εξέγερση6, και στις 24 Φλεβάρη θα αναγκαστεί να παρατήσει τον θρόνο μπας και γλιτώσει το κεφάλι του.

Μετά από τη μεγάλη τους νίκη, οι εργάτες ελλείψει πολιτικών εργαλείων αλλά και κάποιας παρακαταθήκης, θα ζητήσουν από τις αντιπολιτευτικές εφημερίδες να ορίσουν αυτές μία προσωρινή κυβέρνηση μέχρι να πραγματοποιηθούν ελεύθερες εκλογές, η οποία θα εγκαθίδρυε την αβασίλευτη δημοκρατία, θα όριζε τη σημαία της χώρας από εδώ και μπρος, και τέλος θα θέσπιζε το δικαίωμα σε όλους στην εργασία.7 Τα μέλη της, κομμάτια της γαλλικής αστικής τάξης, μαζεύτηκαν στο δημαρχείο του Παρισιού και άρχισαν με γοργούς ρυθμούς να νομοθετούν. Ανάμεσά τους οι διευθυντές των αντιπολιτευτικών εφημερίδων, διάφοροι δημοκρατικοί, πολλοί πρώην μοναρχικοί που μεταπήδησαν αμέσως μετά την εξέγερση, και ένας εργάτης με το ψευδώνυμο Αλμπέρ, ο οποίος επιβλήθηκε από το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο απ’ έξω.

Αν και όλα φάνηκαν να πηγαίνουν ομαλά για τους αστούς, λίγο πριν το τέλος της ημέρας ένα γεγονός συνέβη. Κάποια στιγμή ανέβηκε στην αίθουσα που συνεδρίαζαν ένας εργάτης, από το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο απ’ έξω, εν ονόματι Μαρς, «20 με 25 χρονών, μεσαίου αναστήματος, με μέλη γεροδεμένα. Το πρόσωπό του, με μουτζούρες από μπαρούτι, φαινόταν ωχρό από τη συγκίνηση. Τα χείλι του τρεμούλιαζαν από θυμό, και τα μάτια του, βαθουλωτά κάτω από το προεξέχων μέτωπό του, πετούσαν φλόγες. Στο παρουσιαστικό του είχε συσσωρευτεί ο ηλεκτρισμός ενός ολόκληρου λαού… Με το αριστερό του χέρι ανέμιζε μια λωρίδα κόκκινου υφάσματος και με το δεξί κρατούσε την κάννη μίας καραμπίνας, τη λαβή της οποίας κοπανούσε με κάθε λέξη που πρόφερε, κάνοντας να αντηχεί το πέτρινο δάπεδο… Μιλούσε όχι σαν άνθρωπος, αλλά σαν ένας λαός που έπρεπε να τον υπακούσεις, και δεν θα ανεχόταν καμία καθυστέρηση… Επαναλάμβανε, με αυξανόμενη ένταση, όλους τους όρους του μανιφέστου των απιθανοτήτων, που οι κραυγές του λαού απαιτούσαν να γίνουν δεκτές και να πραγματοποιηθούν στη στιγμή – την ανατροπή της κάθε γνωστής κοινωνικής τάξης πραγμάτων, την εξάλειψη της ιδιοκτησίας και των καπιταλιστών, την άμεση εδραίωση των απόκληρων στην κοινωνία των εχόντων, την προγραφή (καταδίκη χωρίς δίκη) των τραπεζιτών, των πλουσίων, των βιομηχάνων, των αστών κάθε λογής».8 Ο Μαρς θα αποχωρήσει, δίνοντας διορία 3 μήνες να κάνει η κυβέρνηση πράξη τις υποσχέσεις της.

Από την επανάσταση στην αντεπανάσταση

Η αστική τάξη γνώριζε ότι για να παραμείνει στην εξουσία έπρεπε να βρει μία λύση για τους χιλιάδες άνεργους που είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στη βασιλεία, και που συνέχιζαν να ζουν στη γαλλική πρωτεύουσα. Την απάντηση σε αυτή τη σπαζοκεφαλιά έδωσε ένας νεαρός φοιτητής, ο Εμίλ Τομά, υποστηρίζοντας ένα πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση θα προσλάμβανε χιλιάδες εργάτες για δημόσια έργα, μέχρι τελικά όλοι οι προλετάριοι να μεταπηδήσουν στην μπουρζουαζία. Το συγκεκριμένο πλάνο, αν και αρκετά ονειροπόλο και αβάσιμο, αποτέλεσε τη λύση στο ζήτημα της εργασίας για τους αστούς, οι οποίοι δημιούργησαν τα «εθνικά εργαστήρια», τα οποία στελεχώθηκαν από περίπου 120.000 εργάτες. Ταυτόχρονα ωστόσο, η ίδια η κυβέρνηση ξεκίνησε μία εκστρατεία συκοφάντησης των εργαστηρίων, προβάλλοντας τους εργάτες τους σαν τεμπέληδες οι οποίοι απομυζούν την ύπαιθρο. Το παράδοξο της στάσης των αστών είχε μία πολύ απλή εξήγηση. Η κυβέρνηση, γνωρίζοντας ότι η στιγμή της σύγκρουσης δεν θα αργούσε, προσπαθούσε να περιορίσει τις αναταραχές μόνο στα αστικά κέντρα, τρέφοντας το μίσος των μικροκτηματιών προς το Παρίσι.

Ωστόσο οι αστοί δεν αρκέστηκαν μόνο στα εθνικά εργαστήρια. Αμέσως μετά την εξέγερση του Φλεβάρη, η κυβέρνηση δημιούργησε τη “garde mobile”, μία μονάδα εκπαιδευμένη αποκλειστικά στην καταστολή εξεγέρσεων, απαρτιζόμενη από νεαρούς εργάτες. Τα μέλη της κυβέρνησης είχαν δει ότι κατά την διάρκεια των συγκρούσεων υπήρχε ένα κομμάτι των εξεγερμένων, μεταξύ 16-22 χρονών, το οποίο αποτελούσε το πιο μαχητικό κομμάτι των οδοφραγμάτων. Αυτό το κομμάτι οι αστοί κατάφεραν να το αποσπάσουν από την εργατική τάξη, να το απομονώσουν από το αστικό περιβάλλον, βάζοντάς το σε στρατόπεδα εκτός πόλεως, και με την κατάλληλη προπαγάνδα να το κατευθύνουν προς τη μεριά τους. Ο μόνος που θα καταλάβει τι παιζόταν ήταν ο σοσιαλιστής Λουί Μπλανκί, ο οποίος θα καλέσει μέσα από την εργατική λέσχη που συμμετείχε να διαλυθεί και η garde mobile και κάθε άλλο ένοπλο σώμα, χωρίς βέβαια να έχει κάποια απήχηση.

Η  εξέγερση του Ιούνη

Τον Ιούνιο του 1848 η κυβέρνηση δεν θα αντέξει το οικονομικό βάρος των εθνικών εργαστηρίων και θα τα κλείσει, αναγκάζοντας όσους έμειναν άνεργοι να πάνε να υπηρετήσουν τον γαλλικό στρατό. Στις 22 Ιουνίου ξεκινούν στο Παρίσι οι πρώτες διαδηλώσεις, και την επόμενη μέρα περίπου 50.000 εργάτες αρχίζουν να στήνουν τα πρώτα οδοφράγματα. Η αστική τάξη, υπό τον φόβο μίας επιτυχημένης εξέγερσης, θα παραδώσει την εξουσία στον στρατηγό Καβαινιάκ, γνωστό για τις φρικαλεότητές του στη γαλλική Αλγερία.

Για 4 μέρες οι Γάλλοι εργάτες θα αντισταθούν γενναία απέναντι στις υπέρτερες στρατιωτικές δυνάμεις. Κατά την προσπάθειά κατάληψης του εργατικού προαστίου του Σαιντ Αντουάν, τρεις στρατηγοί θα σκοτωθούν από τη σφοδρότητα των συγκρούσεων. Παρόλα αυτά, στις 26 Ιουνίου θα παραδοθεί και ο τελευταίος θύλακας αντίστασης. Οι νεκροί κατά τη διάρκεια των μαχών υπολογίζονται σε 400-500, τις επόμενες μέρες θα εκτελεστούν περίπου 3000 αιχμάλωτοι, ενώ όσοι γλύτωσαν από την αγχόνη, περίπου 15.000, θα εξοριστούν στη γαλλική Αλγερία.

Συμπεράσματα

Μετά από κάθε εξέγερση που εξετάζεται, επιτυχημένη ή όχι, δημιουργείται το ερώτημα ποια ήταν η κατάσταση την επόμενη μέρα, τόσο από την μεριά των εργατών όσο και από των αστών.

Όσον αφορά τους εργάτες, οι απώλειες ήταν τεράστιες, εάν αναλογιστεί κανείς ότι περίπου 20.000 εργάτες, δηλαδή το 1/10 της παρισινής εργατικής τάξης, είτε σφαγιάστηκαν είτε πήραν τον μακρύ δρόμο της εξορίας. Δυστυχώς οι εξεγερμένοι δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τα στενά όρια της γαλλικής πρωτεύουσας, αφού μόνο η πόλη της Μασσαλίας εξεγέρθηκε μαζί με τους παριζιάνους εργάτες. Αντίθετα, η ύπαιθρος όχι απλά δεν έμεινε αμέτοχη, αλλά μπήκε με περισσή όρεξη στα τρένα για να πολεμήσει τους πρωτευουσιάνους χαραμοφάηδες, με τις ευλογίες των παπάδων πάντα.

Οι αστοί από την άλλη, φοβούμενοι μήπως και χάσουν αυτά τα λίγα τα οποία είχαν καταφέρει να κερδίσουν από την εξέγερση του Φλεβάρη με το αίμα των εργατών, προτίμησαν να παραδώσουν τα ηνία σε έναν καραβανά, αφήνοντάς του το ελεύθερο να αποφασίσει αυτός πότε θα παραδώσει πίσω την εξουσία.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η εργατική τάξη έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Παρά το βαρύ τίμημα του Ιούνη, οι Γάλλοι εργάτες όχι μόνο δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια, περιμένοντας να κλείσει η πληγή, αλλά αντιθέτως ξεκίνησαν να χτίζουν ξανά τις δομές και τις σχέσεις μεταξύ τους, καταφέρνοντας να ξανασηκώσουν την κόκκινη σημαία στην πρωτεύουσα, 21 χρόνια μετά, στην Παρισινή Κομμούνα του 1871.

Το υλικό αντλήθηκε από το βιβλίο «Guerre Serville ή αλλιώς Πόλεμος Σκλάβων, Λίγα λόγια για την εξέγερση του Ιούνη του 1848 στη Γαλλία», Εκδόσεις Τραμπάκουλας

Τραμπάκουλας


1Κατά τη διάρκεια των μαχών, πολλές φορές όταν ο στρατός κατάφερνε να πάρει ένα οδόφραγμα, συχνά μετά από ώρες συγκρούσεων, όταν προχωρούσε λίγα μέτρα και είχε να αντιμετωπίσει το επόμενο, οι εξεγερμένοι είχαν  ξαναστήσει το προηγούμενο οδόφραγμα που είχε μόλις καταληφθεί, κάνοντάς τους ουσιαστικά σάντουιτς.

2Ονομάστηκε έτσι από τη Χάρτα του Λαού του 1838, που όριζε τους 6 βασικούς στόχους του κινήματος:

α) Μία ψήφος για κάθε άντρα άνω των 21, που έχει σώας τας φρένας και δεν έχει υποβληθεί σε τιμωρία για έγκλημα

β) Μυστική ψηφοφορία

γ) Καμία προαπαίτηση ύπαρξης ιδιοκτησίας για τα μέλη του Κοινοβουλίου, καθιστώντας εφικτό στον οποιονδήποτε να εκλεγεί είτε είναι πλούσιος, είτε φτωχός

δ) Πληρωμή των μελών του κοινοβουλίου, για τον ίδιο λόγο με το παραπάνω

ε) Ετήσια κοινοβούλια

στ) Ανάλογες εκλογικές περιφέρειες, εξασφαλίζοντας το ίδιο ποσοστό εκπροσώπησης για τον ίδιο αριθμό εκλογέων, αντί να επιτρέπονται μικρές εκλογικές περιφέρειες να ισοσκελίζουν την ψήφο των μεγάλων.

3Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε είναι οι πτωχεύσεις οι οποίες εκτινάζονται εκείνα τα χρόνια στο Παρίσι, αφού το 1845 θα ανέβουν στις 691, το 1846 στις 931 και το 1847 στις 1139.

4Από τα εκατομμύρια Γάλλων πολιτών το 1848, δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο 240.000

5Ο Γκιζό δήλωνε ότι εάν κάποιος θέλει να έχει δικαίωμα ψήφου, το μόνο που έχει να κάνει είναι να πλουτίσει, δυναμιτίζοντας αρκετά την κατάσταση

6Κατά τη διάρκεια των μαχών, ο εθνοφρουρός Φωβέλ Ντελαμπάρ, τοπικός επιχειρηματίας που είχε πάει με το μέρος των εξεγερμένων, βρισκόταν σε ένα οδόφραγμα κοντά στην τράπεζα της Γαλλίας. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο γαλλικός στρατός με αρχηγό κάποιον στρατηγό Μπεντώ, ο οποίος στην προσπάθειά του να αποφύγει την αιματοχυσία, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους εξεγερμένους. Ο Ντελαμπάρ, θέλοντας να κερδίσει χρόνο, έπεισε τον Μπεντώ ότι έπρεπε να μιλήσει με τον ανώτερό του ο ίδιος. Όταν όμως έφτασε εκεί, έπεισε τον αποκομμένο και χωρίς επικοινωνία στρατηγό, ότι η μάχη είχε κριθεί και πως έπρεπε να αποσύρει τα στρατεύματά του!

7Η προσωρινή κυβέρνηση κατάφερε στο πολιτειακό ζήτημα, δηλώνοντας ότι επιθυμεί την αβασίλευτη δημοκρατία, να μην κάνει καμία ουσιαστική αλλαγή, στο θέμα της σημαίας να μην αλλάξει η τρικολόρε με την κόκκινη που ζητούσαν οι εργάτες, με την αιτιολογία ότι η τρικολόρε, συμβόλιζε τη Γαλλική Επανάσταση, ενώ τέλος το δικαίωμα σε όλους στην εργασία έμελλε να κριθεί στην πράξη.

8Τη μαρτυρία την καταθέτει το μέλος της προσωρινής κυβέρνησης Λαμαρτίνος, με μία μεγάλη δόση υπερβολής, για να δείξει το ταξικό μίσος που επικρατούσε.