Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των ανθρώπων της αγροτιάς και της κτηνοτροφίας αποτελούν μια αναγκαία κλιμάκωση του αγώνα τους, ως απάντηση στη συστηματική αδιαφορία του κράτους απέναντι στα πάγια αιτήματά τους. Η μετάβαση σε πιο συγκρουσιακές μορφές δράσης, όπως οι αποκλεισμοί υποδομών (λιμάνια, αεροδρόμια) και οι καταλήψεις δημόσιων υπηρεσιών, προέκυψε από την εμπεδωμένη διαπίστωση ότι η στείρα ειρηνική διαμαρτυρία συχνά παραμένει αόρατη στα φίλτρα της αστικής δημοκρατίας.
Τα αγωνιζόμενα άτομα διεκδικούν στοιχειώδη δικαιώματα: Πρόσβαση σε αφορολόγητο πετρέλαιο –προνόμιο που απολαμβάνουν οι εφοπλιστές αλλά όχι οι αγροτοκτηνοτρόφοι–, εμβολιασμό των ζώων με σκοπό την αποφυγή του δυσβάσταχτου κόστους ασθενειών που δεν αποζημιώνεται, καθώς και, κυρίως, απαιτούν να μην μετακυλιστεί στην κοινωνική βάση το οικονομικό βάρος του μαφιόζικου σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο αγώνας αυτός δεν είναι απλώς συνδικαλιστικός, αλλά μια μάχη επιβίωσης για τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Η στροφή σε δυναμικές παρεμβάσεις που διαταράσσουν την «κανονικότητα» είναι το μοναδικό μέσο πίεσης που ανάγκασε το πολιτικό σύστημα και τον Τύπο να ασχοληθούν με το ζήτημα, αναδεικνύοντας τον αγώνα τους ως μια επιτακτική μάχη για την ίδια τους την ύπαρξη απέναντι στην κρατική αναλγησία.
Για το δίκαιο ξέσπασμα των παραγωγών, το κράτος επιχειρεί να περάσει σε μια χυδαία αντεπίθεση, προσπαθώντας να στιγματίσει τους αγωνιζόμενους ως «εγκληματική οργάνωση» και «εχθρούς του συστήματος», την ίδια στιγμή που οι πραγματικές μαφιόζικες δομές παραμένουν στο απυρόβλητο. Όταν, ωστόσο, κατέστη σαφές ότι τέτοιες επικοινωνιακές πρακτικές δεν πείθουν το κοινωνικό σύνολο, επιστρατεύτηκαν κατασταλτικοί και παρακρατικοί μηχανισμοί. Στόχος τους είναι η καλλιέργεια κοινωνικού αυτοματισμού και η στρέβλωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, ώστε αυτή να στραφεί εναντίον του αγώνα των αγροτοκτηνοτρόφων, απομονώνοντας τους πολιτικά και κοινωνικά.
Μεταξύ άλλων, αξιοσημείωτη υπήρξε και η δημόσια τοποθέτηση του ομότιμου καθηγητή μας και πρώην διευθυντή της Πνευμονολογικής Κλινικής ΠαΓΝΗ. Ο γνωστός στα ΜΜΕ Πνευμονολόγος επικαλέστηκε το ηθικό και συναισθηματικό καθήκον του «αγαθού ιατρού» απέναντι στους βαρέως πάσχοντες και ταλαιπωρημένους ασθενείς, οι οποίοι –κατά την τοποθέτησή του– πλήττονται επίσης από τις κινητοποιήσεις των αγροτοκτηνοτρόφων. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην αναβολή των ραντεβού 22 καρκινοπαθών για εξέταση PET scan στο ΠΑΓΝΗ, καθώς το ραδιοφάρμακο δεν έφτασε στο νοσοκομείο τη συγκεκριμένη ημέρα λόγω του αποκλεισμού του αεροδρομίου. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που εκ πρώτης όψεως μοιάζει εύλογο και συγκινησιακά φορτισμένο, ωστόσο, σε βάθος ανάλυσης, καταλήγει να είναι βαθύτατα υποκριτικό για πολλούς λόγους…
Πρωτίστως, η μετακύλιση της ευθύνης για τη χρόνια υπολειτουργία κρίσιμων νοσοκομειακών δομών –και δη του ποζιτρονικού τομογράφου– από τις διαχρονικές κρατικές αμέλειες και τη διοικητική φιλαργυρία, προς τους ανθρώπους που αγωνίζονται, συνιστά τουλάχιστον ανήθικη και παραπλανητική ρητορική! Μιλάμε για ένα πλαίσιο στο οποίο τόσο οι εργαζόμενοι στον χώρο της υγείας όσο και οι ίδιοι οι λήπτες υπηρεσιών έχουν επανειλημμένα αιτηθεί τη βελτίωση της λειτουργίας του PET scan προς τη διοίκηση: Από την παρασκευή των ραδιοφαρμάκων εντός του ίδιου του νομού –αντί της προμήθειας από την πρωτεύουσα με επταπλάσιο* κόστος– έως τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και κατά τις απογευματινές ώρες. Μόνο έτσι θα αποσυμφορηθεί η λίστα αναμονής, που, με βάση το σχόλιο της διευθύντριας του τμήματος Πυρηνικής Ιατρικής, φτάνει έως και τον Απρίλιο. Τελευταίο και κρίσιμο αίτημα είναι να αρθούν τα οικονομικά εμπόδια που συνοδεύουν τη λειτουργία του, σύμφωνα με τα αιτήματα των εργαζομένων και ληπτών της υπηρεσίας αυτής.
Αντί, λοιπόν, να αναγνωριστούν και να αναδειχθούν τα πραγματικά αίτια της υπολειτουργίας του ποζιτρονικού τομογράφου, και να υπάρξει συλλογική διεκδίκηση για την ουσιαστική ενίσχυσή του, παρατηρούμε ακόμη και πανεπιστημιακούς καθηγητές να αναλώνονται στην αναπαραγωγή φιλοκυβερνητικής ρητορικής. Μια στάση που αποφεύγει τη σύγκρουση με το κράτος και τους υποστηρικτές του, αποσιωπώντας το πραγματικό πρόβλημα, ακριβώς επειδή η ανάδειξή του θα ήταν πολιτικά ενοχλητική.
Επιπρόσθετα, η δημοσιοποίηση της εν λόγω καταγγελίας από τον συγκεκριμένο συνταξιούχο ιατρό κάθε άλλο παρά τυχαία μπορεί να θεωρηθεί! Ο καθηγητής μας αποτελεί ένα πρόσωπο με ισχυρό επικοινωνιακό αποτύπωμα και μεγάλη αναγνωρισιμότητα από την περίοδο της πανδημίας. Η επιστράτευση ενός «τηλεοπτικού» καθηγητή προσδίδει στο μήνυμα το απαραίτητο επιστημονικό περιτύλιγμα, ώστε η επίθεση στις κινητοποιήσεις να μην εμφανιστεί ως μια στενά πολιτική τοποθέτηση, αλλά ως δήθεν «ανθρωπιστική παρέμβαση». Η δημόσια προβολή του χρησιμοποιείται στρατηγικά για να προσδώσει κύρος σε μια επιχείρηση κοινωνικού αυτοματισμού, μετατρέποντας έναν έμπειρο στην επικοινωνία επιστήμονα σε πολιορκητικό κριό ενάντια στα αιτήματα των διαδηλωτών. Έτσι, το ευρύ κοινό είναι πιο έτοιμο να «καταναλώσει» μιας και προέρχεται από ένα «οικείο» πρόσωπο των ΜΜΕ.
Ταυτόχρονα, αναφερόμαστε σε έναν πανεπιστημιακό καθηγητή που εμφανίζεται αιφνιδίως να επικαλείται την αγαθότητα και την κοινωνική του ευαισθησία απέναντι στους ασθενείς, την ίδια στιγμή που επιλέγει να εθελοτυφλεί απέναντι στην κοινωνική διάσταση και την ευθύνη του ίδιου του επαγγέλματός μας. Μια στάση που, δυστυχώς, δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά συχνό φαινόμενο στον χώρο των μεγαλοκαθηγητών. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι μόνο στο ΠΑΓΝΗ εκτιμάται πως έχουν δαπανηθεί περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ απευθείας από την τσέπη των ασθενών για «εξυπηρετήσεις», όπως τα απογευματινά ιατρεία και συναφείς πρακτικές. Το κύρος που συνοδεύει τις συγκεκριμένες ακαδημαϊκές και διοικητικές θέσεις λειτουργεί συχνά ευνοϊκά προς την παγίωση αυτής της κατάστασης. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο καθηγητές να εμφανίζονται στο δημόσιο νοσοκομείο μόνο τις ημέρες που δεν λειτουργούν το ιδιωτικό τους ιατρείο ή να περιορίζουν τη δραστηριότητά τους αποκλειστικά στα απογευματινά ιατρεία, γνωρίζοντας ότι ένας ασθενής με σοβαρό ή δυσεπίλυτο νόσημα βρίσκεται σε αντικειμενικά δυσχερή θέση να αρνηθεί τέτοιες «επιλογές».
Κατά συνέπεια, δεν αμφισβητούμε την έννοια της ιατρικής αγαθότητας· αντιθέτως, καλούμε αυτή να αποκτήσει ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο. Να αξιοποιηθεί για την άρση των κοινωνικών και οικονομικών φραγμών που διαχωρίζουν τους ασθενείς σε πολίτες «δύο ταχυτήτων», και να συμβάλει στην κατάργηση των μηχανισμών έμμεσου ή άμεσου χρηματισμού, οι οποίοι συνιστούν ένα από τα πλέον δομικά και διαχρονικά προβλήματα του νοσοκομείου μας.
Πρωτοβουλία Προπτυχιακών Φοιτητ(ρι)ών
Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης
(*)