1) Πείτε μας λίγα λόγια για σας, για τη Θάλασσα Αλληλεγγύης. Πώς ξεκινήσατε; Σε τι συνθήκη βρίσκεστε τώρα και πώς συνεχίζετε;
Η Θάλασσα Αλληλεγγύης ξεκίνησε το 2019 ως ένας κοινωνικός χώρος που πιστεύαμε ότι έλειπε από το Ηράκλειο. Ένας χώρος συνάντησης ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής, γλώσσας, θρησκείας και κουλτούρας, με βασικό κοινό σημείο τη μάθηση και την επικοινωνία, από τα πρώτα μαθήματα ελληνικών, αγγλικών, ηλεκτρονικών υπολογιστών και ραπτικής μέχρι τη στήριξη συνανθρώπων μας σε διοικητικά, νομικά και πρακτικά ζητήματα. Ξεκινήσαμε τον Οκτώβριο του 2019 ευελπιστώντας να μεταδώσουμε γνώσεις και να καλλιεργήσουμε ικανότητες που θα βοηθήσουν στην μετέπειτα πορεία των συμμετεχόντων στον εργασιακό χώρο και στην συνολική κοινωνικοποίησή τους. Παράλληλα, σε δικτυώσεις με φορείς, ομάδες, συλλογικότητες και ατομικότητες, καταφέρνουμε να ενημερώνουμε τα ενδιαφερόμενα άτομα σχετικά με νομικές, εκπαιδευτικές και άλλες διοικητικές διαδικασίες, στηρίζουμε καμπάνιες και προωθούμε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στόχος μας η δημιουργία και η ανάπτυξη σχέσεων που συμβάλλουν στην εξέλιξη της κοινωνίας μας σε μια κοινωνία αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας, αλληλομάθησης, δημιουργικής συνύπαρξης, ουσιαστικής ένταξης και συμμετοχής με σεβασμό στη διαφορετικότητα. Και ερχόμαστε στο 2026, όπου οι συνεχιζόμενες πιέσεις τόσο στην καθημερινότητά μας, αλλά και η αύξηση της ποινικοποίησης των μετακινούμενων πληθυσμών και η απαξίωση των διαδικασιών διεθνούς προστασίας, ασύλου κ.ά., μας οδήγησαν στην απόφαση της μη συνέχισης της ύπαρξης του φυσικού χώρου της Θάλασσας Αλληλεγγύης και της συνέχισης του αλληλέγγυους προγράμματός μας. Η δράση μας συνεχίζεται σε διαφορετικό ύφος, με τη σταδιακή μετατόπισή της στη στήριξη των φυλακισμένων συνανθρώπων μας ως διακινητές (και τον παραλογισμό που κρύβει όλο αυτό) – στήριξη σε επίπεδα ανθρώπινα, σε υλικά, σε διασύνδεση με νομικές και άλλες οργανώσεις, καθώς και την καθημερινή στήριξη μελών των μετακινούμενων και μη πληθυσμών που ερχόμαστε σε επικοινωνία. Παραμένουμε ενεργά άτομα σε μια συνθήκη που η καθημερινότητα και η οικονομική αβεβαιότητα μάς πιέζουν όλες και όλα, χωρίς όμως να ξεχνάμε τις κοινότητες που βρίσκονται σε μεγαλύτερες δυσκολίες μιας και τις απομονώνουν και τις περιθωριοποιούν γλωσσικά –και άλλα– εμπόδια.
2) Βλέπουμε τα τελευταία χρόνια να γίνεται όλο και πιο δύσκολη όλη η διαδρομή για τα μεταναστά. Από το μπλοκάρισμα των λιγότερο επικίνδυνων μεταναστευτικών διόδων προς την Ελλάδα, ωθώντας τα στις επικινδυνότερες θαλάσσιες διαδρομές, τον περιορισμό των διαδικασιών παροχής ασύλου και στήριξης, την ακόμη σφοδρότερη δικαστική αντιμετώπιση, από το «φόρτωμα» με ανυπόστατες κατηγορίες μέχρι την καταδίκη με καφκικές δικές σε πολυετείς καθείρξεις . Όλα αυτά επί υπουργού μετανάστευσης Θάνου Πλεύρη, γνωστού φασίστα που προ λίγων ετών διαφήμιζε ως μόνη λύση για τον περιορισμό μεταναστευτικών ροών το να υπάρξουν θάνατοι. Την ίδια στιγμή τα μεταναστά έρχονται αντιμέτωπα και με τους ντόπιους ρατσιστές, οι οποίοι ως χρήσιμοι ηλίθιοι έρχονται να τα στοχοποιήσουν. Πώς βλέπετε αυτές τις εξελίξεις γενικά και ως προς τη δική σας άμεση εμπειρία;
Ο ρατσισμός στην Κρήτη εμφανίζεται με δύο προσωπεία: Αφενός του φιλόξενου ντόπιου που «φτάνει στα όριά» του από αυτό που μοιάζει ως «ανεξέλεγκτες ροές», εξαντλώντας τη «φιλοξενία» του. Αφετέρου του «ηρωικού ακρίτα» που βλέπει μια «εισβολή» και το κράτος «απλά να παρακολουθεί», οπότε νιώθει την ανάγκη να παρέμβει σε διαδικτυακούς και φυσικούς χώρους για να αποκαταστήσει την «τάξη» και να «προστατέψει την πατρίδα». Και αν η δεύτερη κατηγορία βρήκε ζωτικό χώρο ύπαρξης μετά το πανηγύρι που στήθηκε με τον «υβριδικό πόλεμο» στον Έβρο πριν μερικά χρόνια, η πρώτη κατηγορία πολιτών αποτελεί αυτή που κανονικοποιεί τον ρατσισμό στην καθημερινότητα, κάνοντάς τον μέρος του δημοσίου διαλόγου, με βλέμματα, εκφράσεις, και στήριξη –όχι πάντα σιωπηλή– σε επιθετικές ενέργειες κατά μεταναστών και προσφύγων, είτε από πλευρά κράτους, είτε εργοδοτών.
Παρατηρούμε στοχευμένα άρθρα στον τοπικό Τύπο, με ξεκάθαρες αναφορές σε εθνικότητες, συνδέοντας ανθρώπους με εγκλήματα, χωρίς συνήθως να υπάρχει κάποια διασταύρωση πληροφορίας ή κάτι συγκεκριμένο να προσάψουν, πέρα από φήμες και γενικόλογα σχόλια, συνεπικουρούμενα από επαναληπτικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που σκοπό έχουν να αυξήσουν τις αντιδράσεις του κόσμου, και συνεπώς τα κλικ.
Η Κρήτη, που στην πραγματικότητα πρώτη φορά εδώ και χρόνια γίνεται προορισμός πρώτης υποδοχής, καθώς το Λυβικό Πέλαγος είναι μεγάλο, και οι αποστάσεις από την ξηρά τεράστιες, δεν ζει καμία «μεταναστευτική πίεση», το νησί είναι τεράστιο. Η άρνηση των δημοτικών αρχών, αποτέλεσμα τόσο της ανικανότητας, όσο και των ξενοφοβικών αντανακλαστικών τους, να παρέχουν βασικούς χώρους υποδοχής και φιλοξενίας, καθώς και το παιχνίδι που παίζεται με τις δομές παντός τύπου, έχουν ως μόνα θύματα τους ανθρώπους που καταφτάνουν εξαθλιωμένοι. Μετά από μέρες στη θάλασσα, καταλήγουν να κοιμούνται στο τσιμέντο και κάτω από οχήματα.
Η άρνηση μεγάλης μερίδας του τοπικού πληθυσμού να δείξει οποιαδήποτε μορφή αλληλεγγύης είναι απαράδεκτη, αλλά έχει καλλιεργηθεί επιμελώς και από τα πάνω: Όταν για χρόνια ο Πλεύρης ονόμαζε τους αναγκαστικά εκτοπισμένους ως «εισβολείς» και «στρατό», ή «υβριδική απειλή», και βάσισε ολόκληρες προεκλογικές εκστρατείες στη ρητορική μίσους, τώρα είναι στην άβολη θέση να πρέπει να δείξει ότι έλεγε ανοησίες. Και αυτή η κατάσταση παράγει αδιέξοδα και «κρίσεις», για τις οποίες η κυβέρνηση βολεύεται να κατηγορεί τους ίδιους τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Αυτούς που μόλις έρθει η τουριστική σεζόν ή κάποια περίοδος έντονης αγροτικής δραστηριότητας γίνονται περιζήτητοι από τους εργοδότες, με επισφαλείς συνθήκες εργασίας και χαμηλά μεροκάματα.

3) Πείτε μας και λίγα λόγια για το πώς έχουν πάει μέχρι στιγμής τα δικαστήρια στο Ηράκλειο και στα Χανιά και ποιες είναι οι επερχόμενες εξελίξεις.
Η διαδικασία των δικών, τόσο στο Ηράκλειο όσο και στα Χανιά, επιβεβαιώνει τη βαθιά ριζωμένη άρνηση από πλευράς των αρμόδιων να αφιερώσουν τον αναγκαίο χρόνο και την απαιτούμενη προσοχή στο μεταναστευτικό ζήτημα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι δικαστικές διαδικασίες έχουν περιοριστεί απλώς στη διεκπεραίωσή τους, και όχι στην πιο ενδελεχή εξέταση των ιδιαίτερων αναγκών της κάθε περίπτωσης. Όλη αυτή η απουσία ουσιαστικής ενασχόλησης με τις συγκεκριμένες υποθέσεις ενισχύει την αίσθηση ότι η τιμωρία και η καταστολή προτάσσονται, έναντι της προστασίας των δικαιωμάτων και της εξέτασης των πραγματικών περιστατικών κατατρεγμένων ανθρώπων.
Στις δικαστικές αίθουσες εξελίσσονται καταστάσεις οι οποίες περισσότερο παραπέμπουν σε κάποιο κακόγουστο θεατρικό έργο παρά σε ακροαματική διαδικασία. Οι κατηγορούμενοι καλούνται να απολογηθούν, πολλές φορές απουσία διερμηνέα, μπροστά σε μια έδρα η οποία καταπατά το Διεθνές Δίκαιο, την ιδιότητα του αιτούντος άσυλο, τις πιστοποιήσεις ανηλικότητας, και η οποία βασίζεται μέχρι τελικής πτώσεως στην προανακριτική διαδικασία – η οποία, όπως κατανοεί όποιος έχει στοιχειώδη παρατηρητικότητα, δεν διεξάγεται αμερόληπτα. Επιπροσθέτως, είναι πολύ έντονο το στοιχείο της ειρωνείας και της αμφισβήτησης στα λεγόμενα των κατηγορουμένων. Ακούγονται ατάκες όπως: «Μα στην προανάκριση είπες ότι είσαι του 2008, τώρα γιατί λες ότι είσαι του 2009;», «μα στις φωτογραφίες απ’ τη Λιβύη φαίνεται ότι περνάτε πολύ καλά, έχετε μπροστά σας πλουσιοπάροχα γεύματα, τώρα γιατί λέτε ότι κακοπερνούσατε;», «δεν με πείθετε ότι έχετε πέσει θύμα συνεχόμενης σωματικής κακοποίησης», «εντάξει, δεν πειράζει που δεν έχουμε αραβόφωνο διερμηνέα, ας βοηθήσει η διερμηνέας αγγλικών να του μιλάει σε καθαρά και αργά αγγλικά και ο κατηγορούμενος να μας απαντήσει».
Όλο αυτό το σουρεάλ γεγονός είναι μια κατάσταση με την οποία ερχόμαστε αντιμέτωπες σε σχεδόν καθημερινή βάση. Δηλαδή, ερχόμαστε αντιμέτωπες με αυτήν την αχαλίνωτη ειρωνεία και την ανάγκη των δικαστικών υπαλλήλων να αποδείξουν την ψευδή αντίληψη της ανωτερότητάς τους, σε μια δικαστική αίθουσα όπου ο ηλικιακός μέσος όρος των ατόμων που κατηγορούνται ως διακινητές είναι τα δεκαεννιά έτη. Είναι λες και μπαίνουμε σε μια σχολική αίθουσα, όπου αντί για σχολικές τσάντες, οι μαθητές φορούν χειροπέδες· όπου αντί να κάνουν εικασίες σχετικά με την πόλη στην οποία θα πάνε πενταήμερη, αναρωτιούνται σε ποια φυλακή θα εκτίσουν την ποινή τους. Και όπου, αντί να εξαγριώνονται με όλη αυτή τη χαβούζα, έχουν πίστη πως όλο αυτό θα αλλάξει, πως όλη αυτή η θλίψη θα απομακρυνθεί ως διά μαγείας από μέσα τους και τα όνειρά τους θα γίνουν πραγματικότητα.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα αντιμετωπίζουμε στα δικαστήρια –την αλλεπάλληλη άφιξη μεταναστών και προσφύγων από το κολαστήριο της Λιβύης, τη δημόσια συζήτηση γύρω από το αν θα υπάρξει «δομή ή όχι», και τις συνθήκες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι οι κατατρεγμένοι πρόσφυγες στον ελληνικό χώρο (η πλειοψηφία των οποίων, παρόλο που έχει ξεφύγει από γενοκτονίες, βασανιστήρια, θάνατο και τον διάπλου της Μεσογείου με βάρκα, εξακολουθεί να βιώνει την παραμονή της στη χώρα μας ως μια ακόμα πιο σκληρή διαδικασία)– σε συνδυασμό με την έλλειψη κριτικής σκέψης από πλευράς της ελληνικής κοινωνίας η οποία ακολουθεί αφιλτράριστα τις ομιλίες και τις απόψεις των πολιτικών, οι επερχόμενες εξελίξεις δεν φαντάζουν τίποτα άλλο παρά δυσοίωνες.
4) Τι ανάγκες υπάρχουν; Τι χρειάζεστε εσείς και τα μεταναστά, και πώς βλέπετε την κινηματική δράση και προοπτική γύρω από αυτό το ζήτημα;
Υφίστανται συνεχιζόμενες ανάγκες σε ζητήματα εργασίας, ασφαλούς στέγασης, κοινωνικής επικοινωνίας και συνύπαρξης, οι οποίες αφορούν μέλη των κοινοτήτων που είτε παραμένουν σταθερά στην πόλη είτε μετακινούνται περιστασιακά για εργασία και άλλους λόγους. Το δυσκολότερο ίσως κομμάτι είναι η στήριξη των ποινικοποιημένων προσφύγων και μεταναστριών, καθώς η πρόσβαση και η επικοινωνία μαζί τους καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής και πλήρως εξαρτημένη από τους θεσμούς και τους περιορισμούς που αυτοί επιβάλλουν. Απαιτείται, επομένως, από όσα άτομα, συλλογικότητες και φορείς θεωρούν την ελευθερία στη μετακίνηση και το δικαίωμα στη ζωή αδιαπραγμάτευτα για όλους και όλες, να αναζητήσουμε από κοινού τρόπους ενίσχυσης των φωνών και των αναγκών αυτών των καταπιεσμένων πληθυσμών. Είναι αναγκαίο να πιέσουμε προς κάθε κατεύθυνση για αλλαγή στις νομοθεσίες και τις διαδικασίες που διαχωρίζουν και φυλακίζουν.
5) Για το τέλος αφήσαμε μια ανοιχτή ερώτηση, είναι κάτι ακόμα που θα θέλατε να σχολιάσετε;
Οι ανάγκες για τη συνολική στήριξη της δράσης μας ενάντια στην ποινικοποίηση των προσφύγων και των μεταναστριών αυξάνονται διαρκώς – πρόκειται για ανάγκες που εκτείνονται από την απαραίτητη παρουσία στις δικαστικές αίθουσες έως την οικονομική ενίσχυση. Για τους λόγους αυτούς, ξεκινάμε από τα μέσα Οκτωβρίου ανοιχτά καλέσματα ενημέρωσης και συμμετοχής στις δράσεις μας. Παράλληλα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της «Θάλασσας Αλληλεγγύης» αναφέρουμε συνεχώς αυτές τις εξελίξεις και τις δυσκολίες. Μέσα από αυτά, απευθύνουμε ένα ευρύ κάλεσμα προς συλλογικότητες, μεμονωμένα άτομα, αλλά και επαγγελματίες (π.χ. ψυχολόγους, διερμηνείς κ.ά.), προκειμένου να καλυφθεί η βασική ανάγκη συλλογικοποίησης της στήριξης των προσφύγων. Η συλλογική αυτή στήριξη είναι απαραίτητη ενάντια στις θεσμικές και κοινωνικές δυσκολίες που τους επιβάλλονται με δεκάδες τρόπους στη χώρα μας, και οι οποίες αποτελούν συνέπεια της άθλιας διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος, καθώς και της κλιμάκωσης της ρατσιστικής ρητορικής και πρακτικής.



