Για τη ληστεία τράπεζας Πειραιώς στην Κάτω Τιθορέα και τις 8 επακόλουθες συλλήψεις
Πρωινές ώρες της 11ης Μάη 2026, πέντε από εμάς προβήκαμε σε ένοπλη ληστεία σε υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς στην Κάτω Τιθορέα. Έχοντας ανοίξει το χρηματοκιβώτιο και απαλλοτριώσει τα χρήματα, διαφύγαμε από το σημείο με αυτοκίνητο. Εγκαταλείποντας οι τέσσερις το πρώτο όχημα, μεταβήκαμε σε δεύτερο, όπου περίμενε η μία συντρόφισσα ξεκινώντας τη διαφυγή μας στην ευρύτερη περιοχή.
Περίπου πέντε ώρες μετά την πραγματοποίηση της απαλλοτρίωσης, καθώς κινούμασταν στον επαρχιακό δρόμο στο ύψος του Σχίνου Κορινθίας περικυκλωθήκαμε αιφνιδιαστικά από 7-8 συμβατικά οχήματα διαφόρων ειδών. Σε δευτερόλεπτα πάνοπλοι μπάτσοι αποβιβάζονται, σημαδεύοντας μας και φωνάζοντας «αστυνομία». Δίχως να αντιμετωπίσουν καμία αντίσταση, εφορμούν στο όχημα μας και μας σέρνουν έξω πετυχαίνοντας μας κάποια χτυπήματα στο πρόσωπο και το σώμα μέχρι να μας περάσουν χειροπέδες. Έπειτα μας επιβίβασαν κατά μόνας σε διαφορετικά οχήματα και μας οδήγησαν στη ΓΑΔΑ.
Κατασχέθηκαν τα οχήματα διαφυγής, τα απαλλοτριωμένα χρήματα καθώς και όλος ο οπλισμός που βρέθηκε εντός του οχήματος (πέντε πιστόλια , ένα υποπολυβόλο Scorpion, ένα τουφέκιο Kalashnikov, τέσσερις χειροβομβίδες, φυσίγγια, αλεξίσφαιρο γιλέκο και διάφορα αντικείμενα).
Σχετικά με τις επιχειρήσεις σε Αθήνα και Λουτράκι
Την ίδια ημέρα, κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες, διεξάγονται δύο ακόμα συντονισμένες επιχειρήσεις σε Αθήνα και Λουτράκι. Συγκεκριμένα στη Αθήνα, ενώ δύο από εμάς επιστρέφαμε από απογευματινή βόλτα στο σπίτι του ενός παρατηρήσαμε περίεργη κινητικότητα πέριξ αυτού. Φτάνοντας στη γωνία εμφανίζονται έξι μπάτσοι με πολιτικά οι οποίοι προχώρησαν σε σωματικό έλεγχο και ταυτοποίηση των στοιχείων μας. Μας πέρασαν χειροπέδες και μας κατεύθυναν προς το σπίτι το οποίο ήταν αποκλεισμένο από μια πομπή τουλάχιστον δέκα συμβατικών οχημάτων (αμάξια και μηχανές). Μετά από επανειλημμένες ερωτήσεις ενημερωθήκαμε πως υπάρχει ένταλμα σύλληψης εις βάρος μας. Φτάνοντας εντός του διαμερίσματος αντικρίσαμε δεκάδες μπάτσους ενόπλους και μη καθώς και την πόρτα σπασμένη. Τότε μας ανακοίνωσαν πως θα διεξαχθεί επί τόπου κατ’ οίκον έρευνα. Κατά την έρευνα στο πρώτο σπίτι δεν ανευρέθη τίποτα, με την ολοκλήρωσή της ένας από εμάς μεταφέρεται άμεσα στη ΓΑΔΑ με συμβατικό όχημα, ενώ ο δεύτερος στο σπίτι του ώστε να διεξαχθεί και εκεί κατ’ οίκον έρευνα, στην οποία ανευρέθησαν δύο πιστόλια, έξι πυροκροτητές, εκατοντάδες φυσίγγια, τρεις γεμιστήρες και διάφορα άλλα αντικείμενα. Στη συνέχεια μεταφέρεται και ο δεύτερος στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ.
Κατά τη δεύτερη επιχείρηση και ενώ η μία συντρόφισσα φτάνει στα ΚΤΕΛ Λουτρακίου, δύο άτομα με πολιτικά την αρπάζουν και ταυτόχρονα της αφαιρούν τα προσωπικά της αντικείμενα, ακινητοποιώντας την, ενώ προσεγγίζουν ακόμα δύο άτομα με πολιτικά περικυκλώνοντάς την. Παρά τις ερωτήσεις σχετικά με τους λόγους της αρπαγής και σύλληψής της, οι μπάτσοι αρνούνται να δώσουν οποιαδήποτε εξήγηση πέρα από το ότι θα μεταφερθεί στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς της με συμβατικό όχημα, οι μπάτσοι κάνουν στάση πλησίον του δρόμου, την κατεβάζουν από το όχημα και ένας εξ αυτών προσπαθεί να την φωτογραφήσει με το προσωπικό του κινητό, ενώ η συντρόφισσα αντιστέκεται και αρνείται. Η διαδρομή συνεχίζεται και καταλήγει στη ΓΑΔΑ, όπου μεταφέρεται και εκείνη στον ενδέκατο όροφο.
Μέχρι και το μεσημέρι της επομένης ημέρας διεξήχθησαν κατ’ οίκον έρευνες στα σπίτια μας και στον χώρο εργασίας ενός από εμάς. Για περίπου είκοσι ώρες κρατηθήκαμε στον εντέκατο όροφο της ΓΑΔΑ στο τμήμα της ΥΔΕΖΙ δεμένοι με χειροπέδες σε μια καρέκλα και όλες/όλοι σε ξεχωριστούς χώρους με μόνιμη παρουσία ενόπλων μπάτσων, απαγορεύοντας μας οποιαδήποτε επικοινωνία με δικηγόρους, οικεία μας πρόσωπα αλλά και μεταξύ μας. Από τις κατ’ οίκον έρευνες επίσης κατασχέθηκαν κινητά, κάρτες σιμ, λάπτοπ, σημειώσεις, εργαλεία κοινής χρήσης, ρούχα κ.ά.
Κατηγορητήριο και ανακριτικές αποφάσεις
Αφότου ολοκληρώθηκαν οι κατ’ οίκον έρευνες, μας απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες από τους μπάτσους και στη συνέχεια οδηγηθήκαμε στην εισαγγελέα όπου και λάβαμε προθεσμία για να περάσουμε από ανακριτή και εισαγγελέα την Παρασκευή 15/05. Προφανώς μια τόσο χρονοβόρα και δαπανηρή επιχείρηση υψηλού ρίσκου δεν αποτελεί στιγμιαία έμπνευση αλλά καρπό μακροχρόνιας έρευνας που είχε σκοπό να ξεκινήσει ένα «κυνήγι μαγισσών» και να μας συνδέσει με παλαιότερες ληστείες τραπεζών στον ελλαδικό χώρο (2022-2025), γεγονός που αποδεικνύεται από τη δικογραφία που μας παραδόθηκε. Οι κατηγορίες που μας βαραίνουν σε διαφορετικό βαθμό το κάθε άτομο αφορούν την ένταξη σε εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187), οκτώ ληστείες τραπεζών στην Αθήνα, τρεις ληστείες τραπεζών στην επαρχία (συμπεριλαμβανομένης και της Κάτω Τιθορέας), απόπειρα διάρρηξης ΑΤΜ, κλοπές μοτοσυκλετών και αυτοκινήτων, κατοχή εκρηκτικών, οπλοκατοχή και οπλοφορία και ό,τι αυτά συνεπάγονται. Όπως αναφέρουν οι ίδιοι οι διώκτες μας στη δικογραφία «όλα τα μέλη της διατηρούν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους και ανήκουν στον “ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ χώρο”».
Μετά τη λήξη της προθεσμίας οι άντρες οδηγηθήκαμε στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ ενώ οι γυναίκες οδηγηθήκαμε στο Α.Τ. Βύρωνα. Την επόμενη μέρα το μεσημέρι στήνοντας ένα θεατρικό ρεσιτάλ, έξω από το Α.Τ. Βύρωνα, μας μεταφέρουν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αττικής.
Την Παρασκευή στα δικαστήρια της Ευελπίδων, έπειτα από πολύωρη διαδικασία, έξι από εμάς κρινόμαστε προφυλακιστέοι ενώ οι δύο αφεθήκαμε ελεύθερες/οι με περιοριστικούς όρους (τρία και δύο παρόν τον μήνα αντίστοιχα). Τέσσερις από εμάς αναλαμβάνουμε την ευθύνη για τη συμμετοχή μας στη ληστεία τράπεζας στην Κάτω Τιθορέα, η μία συντρόφισσα αναλαμβάνει την ευθύνη υποστηρικτικού ρόλου σε δεύτερο όχημα διαφυγής, ενώ ο ένας σύντροφος ανέλαβε την ευθύνη του οπλισμού που βρέθηκε στην οικεία του.
Σε αυτό το σημείο θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλα τα συντρόφια που μας τίμησαν με τη μαχητική τους παρουσία εκείνη τη μέρα. Η στάση σας μας έδωσε δύναμη που τα λόγια είναι αδύνατον να την περιγράψουν.
Περί εγκλεισμού
Με την απόφαση της προφυλάκισης διατάχθηκε ο διαμοιρασμός μας σε έξι διαφορετικές φυλακές ανά την ελληνική επικράτεια (γυναικείες και ανδρικές Κορυδαλλού, Ναύπλιο, Μαλανδρίνο, Τρίκαλα και Λάρισα). Το κράτος επιλέγει να μας διασκορπίσει σε διάφορες φυλακές επιδιώκοντας μέσω της μεταξύ μας απομόνωσης την ψυχολογική μας αποσταθεροποίηση. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο καθώς αποτελεί πάγια τακτική περιθωριοποίησης και εξόντωσης, που αποσκοπεί βαθύτερα στον κατακερματισμό της ηθικής-πολιτικής υπόστασης των έγκλειστων. Μια ακόμα κατασταλτική μέθοδος όπου τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες συντρόφισσες/οι και όχι μόνο βρέθηκαν αντιμέτωπες/οι και αποτελεί ένα ακόμα εκδικητικό όπλο στην φαρέτρα του κράτους, μαζί με αυστηροποίηση ποινών, παρατάσεις κρατήσεων, πειθαρχικές ποινές, αποκοπή πολιτικού περιεχομένου, αυστηρούς ελέγχους και πολλά άλλα. Έχοντας αναβαθμίσει, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, το νομικό του οπλοστάσιο και έχοντας αυξήσει δραστικά τα χρόνια πιθανής φυλάκισης, θεωρεί πως μέσω του εκτοπισμού και της απομόνωσης των υποκειμένων από τους συντρόφους/ισσές τους θα μπορέσει να διαμορφώσει ένα κλίμα φόβου ικανό να απομακρύνει τον κόσμο του ευρύτερου κινήματος και μη από την προοπτική αμφισβήτησής του.
Το αφήγημα περί «εγκληματικής οργάνωσης» αναρχικών με ιεραρχίες και διακριτούς ρόλους
Ως αναρχικές/αναρχικοί αρνούμαστε εκ των πραγμάτων και a priori τη νομικίστικη έννοια της εγκληματικής οργάνωσης, αν και επιλέγουμε να μην επεκταθούμε στο παρόν κείμενο σχετικά με αυτό.
Θα σταθούμε όμως στο ότι οι μπάτσοι, όπως και τα θλιβερά δημοσιογραφικά φερέφωνά τους, μας κατηγορούν για την ύπαρξη κάθετης δομής με αρχηγό, αυστηρή ιεραρχία και διακριτούς διαμοιρασμένους ρόλους, πράγματα απολύτως αντίθετα ως προς την ηθική και τον αξιακό μας κώδικα, καθώς και τον τρόπο που οικοδομούμε και βιώνουμε τις κοινωνικές και πολιτικές μας σχέσεις. Θεωρούμε κατάπτυστη και ελεεινή την προσπάθειά τους να παράγουν ένα επιμελώς πακεταρισμένο αφήγημα προς κατανάλωση του ευκολόπιστου φιλοθεάμονος κοινού, στην απόπειρά τους να επιβαρύνουν με περαιτέρω κατηγορίες συγκεκριμένα συντρόφια, σπιλώνοντας παράλληλα την αναρχική μας συνείδηση και την επακόλουθη αντι-ιεραρχική και οριζόντια προσέγγισή μας.
Ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα διαπερνά ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα, από την κορυφή μέχρι τη βάση του. Δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κάστα ή σε έναν μεμονωμένο μηχανισμό, αλλά αναπαράγεται μέσα από το σύνολο των σχέσεων που συγκροτούν την κοινωνική ζωή. Η ίδια η οργάνωση της κοινωνίας βασίζεται πάνω σε κάθετες σχέσεις εξουσίας, όπου τίποτα δεν είναι πραγματικά οριζόντιο. Από την εξουσία των θεσμών και των μηχανισμών της μέχρι τις καθημερινές σχέσεις μέσα στην κοινωνία, το ίδιο μοντέλο ιεράρχησης και επιβολής επαναλαμβάνεται διαρκώς.
Η αξία του ανθρώπου, των ζώων, της φύσης, ακόμα και του ίδιου του χρόνου, περνάει μέσα από το φίλτρο της χρησιμότητας και της εκμετάλλευσης.
Το καπιταλιστικό σύστημα δημιουργεί και διανέμει προνόμια για να εξασφαλίζει την ίδια του την αναπαραγωγή, και μαθαίνει στους ανθρώπους να αναζητούν την αξία τους στη θέση που καταλαμβάνουν απέναντι στους άλλους. Τα προνόμια γεννούν μικροεξουσίες και οι μικροεξουσίες γίνονται καθημερινές μορφές επιβολής. Ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει από την αδυναμία του άλλου, να προστατεύει και να εδραιώνει τον ζωτικό του χώρο, κατακερματίζοντας ό,τι βρίσκεται στο διάβα του, με απώτερο σκοπό να τον επεκτείνει. Το υποκείμενο που δεν στρέφεται ενάντια σε αυτόν που το εκμεταλλεύεται, αναζητά κάποιον με λιγότερα ή και καθόλου προνόμια για να επιβεβαιώσει πάνω του τη δική του θέση. Δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά ούτε «παρεκκλίσεις» από την κανονικότητα. Είναι το αποτύπωμα μιας κοινωνίας που οργανώνει τις σχέσεις της πάνω στην επιβολή και την εκμετάλλευση· ενός συστήματος που τρέφεται από τις παθογένειες που το ίδιο δημιουργεί και συντηρείται πάνω στις ζωές όσων θεωρούνται κατώτεροι και λιγότερο άξιοι. Είναι η ίδια δυναμική της γενικότερης απαξίωσης της ζωής. Το πιο οφθαλμοφανές παράδειγμα είναι το πώς υπάρχει και αναπαράγεται η εργατική δύναμη, όπου ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα ακόμη μέσο παραγωγής και εκμετάλλευσης μέσα στο οικοδόμημα της εξουσίας. Η εργασία του γίνεται εμπόρευμα, ο χρόνος του μετριέται, η ζωή του στύβεται μέχρι να αποδώσει ό,τι μπορεί να αποδώσει. Κι όμως, οι σχέσεις εκμετάλλευσης δεν τελειώνουν εκεί. Τα απότοκα αυτών δεν είναι αφηρημένα. Είναι το ίδιο τέρας που τρέφεται από τα πτώματα εκείνων που το σύστημα έχει μάθει να θεωρεί αναλώσιμους. Η ζωή πληρώνεται με την ίδια τη ζωή: Εργατικά ατυχήματα στα μεροκάματα τις επιβίωσης, γυναικοκτονίες, κρατικές δολοφονίες στα νερά της Μεσογείου, στους συρμούς των Τρένων, στις φυλακές και στις ασφάλτινες αρτηρίες. Ένα από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα, είναι η δολοφονία του 20χρονου Θοδωρή Ζαβραδινού Καραμπαμπά, όπου έπειτα από καταδίωξη, εκτελείται εν ψυχρώ στο κεφάλι από τα πυρά της ομάδας ΟΠΚΕ. Για πολλοστή φορά η επιλογή των μπάτσων να σκοτώσουν μετατρέπεται σε νόμιμη άμυνα, και η κρατική δολοφονία σε ζήτημα δημόσιας τάξης. Ο ίδιος κρατικός μηχανισμός σπέρνει νομιμοποιημένα τον θάνατο, και ξεπλένει τα ίδια του τα εγκλήματα.
Και αυτή η λογική δεν περιορίζεται μόνο στις σχέσεις μεταξύ του ανθρώπινου είδους. Το ίδιο μοντέλο επεκτείνεται στη φύση και τα ζώα. Τα ζώα γίνονται παραγωγική μονάδα, κρέας, γάλα, δέρμα, πείραμα, εμπόρευμα. Η φύση γίνεται ορυχείο, εργοστάσιο, ενεργειακό απόθεμα, πρώτη ύλη. Η ζωή απογυμνώνεται από κάθε αυταξία και αποκτά σημασία μόνο στο μέτρο που μπορεί να αξιοποιηθεί, να καταναλωθεί και να μετατραπεί σε κέρδος.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για διαφορετικά και ασύνδετα φαινόμενα. Πρόκειται για την ίδια σχέση εξουσίας που αλλάζει πρόσωπα και εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές. Ο άνθρωπος πάνω στον άνθρωπο, ο άνθρωπος πάνω στα ζώα, ο άνθρωπος πάνω στη φύση. Η ίδια κάθετη λογική που λέει ότι αυτός που βρίσκεται ψηλότερα έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για αυτόν που βρίσκεται χαμηλότερα.
Η εξουσία δεν είναι απλώς μια αυθαίρετη επιβολή κάποιων ισχυρών πάνω στους υπόλοιπους, ούτε εξαντλείται σε αυτούς. Γύρω από τους θεσμούς και τους μηχανισμούς της συγκροτείται ένα ολόκληρο πλέγμα διαχειριστών, ιδεολογικών εκφραστών, προπαγανδιστών, υπερασπιστών και φορέων της κυρίαρχης αντίληψης, μέσα από το οποίο η εξουσία δεν επιβάλλεται μόνο με την καταστολή, αλλά με την πειθώ και την κανονικοποίηση των σχέσεων που τη συντηρούν.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το χάσμα ανάμεσα στον κόσμο της εξουσίας και στην αναρχική προοπτική. Δεν πρόκειται απλώς για μια σύγκρουση ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς», ανάμεσα σε πλούσιος και φτωχούς, ούτε για μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε εκείνους που αδικούν και σε εκείνους που αδικούνται. Το ζήτημα βρίσκεται βαθύτερα: Βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται οι κοινωνικές σχέσεις. Όσο οι σχέσεις αυτές εξακολουθούν να βασίζονται στην ιεραρχία, την υποταγή, την ιδιοκτησία, την πειθαρχία και τη διαχείριση της ζωής από πάνω προς τα κάτω, η εξουσία θα βρίσκει διαρκώς νέες μορφές για να αναπαράγεται.
Γιατί, όσο είναι διάχυτη μέσα στις κοινωνικές σχέσεις, τότε και η ανατροπή της δεν μπορεί παρά να αφορά ολόκληρο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ζωή. Δεν αρκεί να πέσει ο διαχειριστής της πυραμίδας. Χρειάζεται να αμφισβητηθεί η ίδια η πυραμίδα και να καταρρεύσει συθέμελα.
Και ακριβώς επειδή η αναρχία δεν αφορά μόνο την αμφισβήτηση των κυρίαρχων σχέσεων, αλλά και τις σχέσεις που επιλέγουμε να δημιουργούμε μεταξύ μας, η συντροφικότητα έχει για εμάς ιδιαίτερη σημασία.
Γι’ αυτούς φιλία μεταξύ αναρχικών σημαίνει συνωμοσία, άρα η οποιαδήποτε μεταξύ μας συνύπαρξη θα πρέπει να ποινικοποιείται γιατί αποτελεί αυταπόδεικτη πράξη κατά του κράτους. Γιατί η αναρχία και οι σχέσεις ζωής που δημιουργούνται μέσα από αυτή θα αποτελούν πάντα αγκάθι στο κόσμο μιας καθολικής υποταγής. Για εμάς αυτό είναι παράσημο, όχι κατηγορία. Είναι παράσημο γιατί γνωρίζουμε πόσο κόπο χρειάστηκε για να μετατραπεί μια γνωριμία σε συντροφικότητα, όπου με σύμμαχο τον χρόνο μόνο ωριμάζει μέσα από χαμόγελα και δάκρυα, χαρές και λύπες, μεγάλες νίκες και ακόμα μεγαλύτερες ήττες. Έχουμε μεγαλώσει μέσα από τα συντρόφια μας.
Η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα είναι λέξεις ξένες για αυτούς. Για εμάς είναι ο βασικός πυλώνας της ίδιας μας της ζωής, βαθιά ριζωμένες μέσα μας, δοκιμασμένες στην πράξη και σφυρηλατημένες πάνω στην ίδια μας την ύπαρξη και τις σχέσεις που οικοδομούμε. Η πολιτική μας στοχοθεσία στρέφεται ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης που συγκροτεί και συντηρεί τον κόσμο της εξουσίας. Δεν έχουμε αρχηγούς και ηγετικούς ρόλους, αντιλαμβανόμαστε ο ένας την άλλη ως ίσες/ους στον αγώνα μας.
Το δόγμα της (όχι και τόσο) μηδενικής ανοχής
Το 1969 στις ΗΠΑ πρωτοδιατυπώθηκε η θεωρία των σπασμένων τζαμιών ή αλλιώς όπως είναι γνωστό στο σήμερα δόγμα μηδενικής ανοχής (ή δόγμα νόμος και τάξη), από τους εγκληματολόγους James Wilson και George Kelling. Η θεωρία είναι αρκετά απλοϊκή, αλλά άκρως επιθετική ως προς την βάση της κοινωνικό-ταξικής πυραμίδας. Κατά τα λεγόμενά τους, αν το σπάσιμο ενός τζαμιού σε μια γειτονιά μείνει ατιμώρητο, τότε με μαθηματική ακρίβεια θα σπάσουν όλα τα τζάμια δημιουργώντας ένα κλίμα γενικευμένης ατιμωρησίας που θα ευνοήσει να αναπτυχθούν μορφές αναβαθμισμένης εγκληματικότητας. Η λύση που δώσανε στο «πρόβλημα» έχει ως εξής: Κάθε μορφή αταξίας και μικροπαραβατικότητας πρέπει να καταστέλλεται άμεσα και βαριά, καθώς αποτελεί προθάλαμο της κλιμακούμενης παρανομίας. Η συγκεκριμένη θεωρία τέθηκε σταδιακά σε εφαρμογή για τη διαχείριση των γκετοποιημένων πολυεθνικών γειτονιών, και αρχικά στόχευε στην καταστολή των έγχρωμων πληθυσμών, σε κομμάτια της απείθαρχης νεολαίας, σε τοξικοεξαρτημένους και κάθε λογής φτωχοδιάβολους. Με πρόσχημα πάντα τη διατήρηση της ομαλότητας, ποινικοποιούσε ολοένα και περισσότερες συμπεριφορές στην καθημερινή ζωή της κοινωνικής βάσης, και η εφαρμογή της εκφράστηκε πολύμορφα εντός του μητροπολιτικού πεδίου. Από την αύξηση των περιπολιών, τη δημιουργία νέων σωμάτων ασφαλείας, την αυστηροποίηση του ποινικού κώδικα, μέχρι και την ανάπλαση ολόκληρων γειτονιών, το αφήγημα αυτό επιχειρούσε να μετατοπίσει κάθε πτυχή της ύπαρξης των φτωχοποιημένων στρωμάτων στη δικαιοδοσία των μπάτσων και των δικαστών. Μέσα στα επόμενα χρόνια, η εφαρμογή του δόγματος αυξήθηκε ραγδαία τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όπως και στην Ευρώπη, με πιο τρανταχτό παράδειγμα την πολιτική που εφάρμοσε η Margaret Thatcher.
Το ελληνικό κράτος δεν έμεινε αμέτοχο στις εξελίξεις και άρχισε και αυτό με τη σειρά του να υιοθετεί τη θεωρία των σπασμένων τζαμιών. Η σταδιακή αλλά εκθετική αύξηση των σωμάτων ασφαλείας ήταν μια από τις προφανείς εφαρμογές του δόγματος στα ελληνικά δεδομένα, με πρώτη χαρακτηριστική ενσάρκωση αυτής στην πρόσφατη ιστορία τη δημιουργία της Ομάδας ΟΠΚΕ (2001) επί κυβέρνησης Σημίτη. Ήδη, λοιπόν, από τις αρχές του 2000, η παρουσία των σωμάτων ασφαλείας στον δημόσιο χώρο άρχισε να διευρύνεται προοδευτικά, με την καθιέρωση και επέκταση των πεζών και εποχούμενων περιπολιών, την ενίσχυση του στόλου των περιπολικών και, τελικά, τη συγκρότηση νέων, εξειδικευμένων μονάδων περιπολίας με αποτέλεσμα την ολοένα πυκνότερη και περισσότερο οργανωμένη αστυνομική παρουσία στους δρόμους. Προωθήθηκε δε ο υλικοτεχνικός εκσυγχρονισμός της ΕΛ.ΑΣ. μέσω εξοπλιστικού προγράμματος (2000-2002) ύψους περίπου 100 δισ. δραχμών (293,5 εκατ. ευρώ). Η εφαρμογή αυτού έγινε σταδιακά έκδηλη τις δεκαετίες που ακολούθησαν και, όπως ήταν αναμενόμενο, ο Α/Α χώρος υπήρξε διαχρονικά στο στόχαστρο της καταστολής μέσω του αφηγήματος αυτού. Ήδη από τον Μάρτιο του 2009, στον απόηχο της εξέγερσης του 2008, με αφορμή τη δολοφονία του αναρχικού μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, αλλά και σε μια περίοδο κατά την οποία ήταν πλέον εμφανή τα πρώτα σημάδια της οικονομικής κρίσης, η προσπάθεια εντατικοποίησης του δόγματος καθίσταται πλέον καταφανής, με εναρκτήριο λάκτισμα τη δημιουργία των ομάδων ΔΕΛΤΑ και ΔΙΑΣ. Οι καταλήψεις γίνανε εστίες ανομίας, οι πλατείες, τα πανεπιστήμια και οι γειτονιές γίνανε άβατα, και πάντα μα πάντα κάθε έδαφος αντίστασης παρουσιαζόταν ως ένα εν δυνάμει εργοστάσιο παραγωγής τρομοκρατών.
Χαρακτηριστικά, το 2012, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Νίκος Δένδιας, εφαρμόζοντας το δόγμα «νόμος και τάξη», πραγματοποιεί ευθεία επίθεση στις δομές του κινήματος, εκκενώνοντας τη κατάληψη της Villa Amalias, ενώ τις επόμενες ώρες εκκενώνει άλλες δύο καταλήψεις στην καρδιά της Αθήνας (Κατάληψη Σκαραμαγκά και Αυτοδιαχειριζόμενο στέκι ΑΣΟΕΕ).
Ας μην ξεχάσουμε, επίσης, το αστυνομικό πληρεξούσιο της δολοφονικής αντιμεταναστευτικής πολιτικής με την υπογραφή της κυβέρνησης Σαμάρα και Δένδια, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω της ονομαζόμενης επιχείρησης «Ξένιος Δίας», η οποία αποτέλεσε μέρος του ευρύτερου σχεδιασμού εξυγίανσης και στρατιωτικοποίησης του κέντρου. Μια επιχείρηση που άφησε ανεξίτηλα στη μνήμη κάθε μετανάστη τον ζόφο της ελληνικής «φιλοξενίας» μέσα από τα καθημερινά πογκρόμ, βασανιστήρια, συλλήψεις, εγκλεισμούς και απελάσεις.
Όσο το κράτος έχει συνέχεια, άλλο τόσο έχουν και τα αφηγήματα που εφαρμόζει. Ανεξαρτήτως, λοιπόν, κομματικών αποχρώσεων, κάθε κυβέρνηση έρχεται να εφαρμόσει και να αναβαθμίσει με τον τρόπο της το συγκεκριμένο δόγμα. Σε όλη ,όμως, την παραπάνω εξίσωση, στις περισσότερες των περιπτώσεων, υπάρχει ένας συντελεστής που μένει σταθερός, και αυτός είναι ο ισόβιος υπουργός ΠΡΟ.ΠΟ., Μιχάλης Χρυσοχοΐδης. Αντιλαμβανόμαστε την επιτυχία του δόγματος, καθώς όσο μεγαλύτερη ισχύ αποκτά τόσο περισσότερα ένστολα σώματα δημιουργούνται. Από τη δημιουργία των σωμάτων ΔΙΑΣ και ΔΕΛΤΑ (2009-2010), όπως προαναφέραμε, μέχρι και την ανασύστασή τους το 2019 υπό τη νέα ονομασία ΔΡΑΣΗ, αλλά και τη συγκρότηση της ομάδας «Μαύροι Πάνθηρες» και της Ο.Δ.Ο.Σ . Αν είχαμε 1 ευρώ για κάθε φορά που ο Χρυσοχοΐδης δήλωνε ότι «η ανοχή θα είναι μηδενική», τότε δεν θα είχαμε ανάγκη να ληστέψουμε τράπεζα.
Το δόγμα αυτό είχε και θα έχει διττή στόχευση. Από τη μια χαρτογραφεί και καταστέλλει τον κάθε εσωτερικό εχθρό, και από την άλλη ανιχνεύει και δημιουργεί συμμαχίες εντός του κοινωνικού ιστού. Με λίγα λόγια, επιχειρεί να δημιουργήσει προεκτάσεις της ΕΛ.ΑΣ σε κάθε δημόσιο πεδίο, χρησιμοποιώντας το ελεεινό υποκείμενο του φιλήσυχου πολίτη, που η συμπεριφορά του είναι βαθιά εμποτισμένη από το δόγμα νόμος και τάξη και είναι έτοιμος να καταγγείλει κάθε μορφή μικροπαραβατικότητας, από ένα graffiti μέχρι μια παρέα που κάνει φασαρία κάτω από το μπαλκόνι, νομίζοντας έτσι ότι συνεισφέρει στη διατήρηση ομαλότητας, στην περαιτέρω αποστείρωση του δημοσίου χώρου, αλλά και πως ο ίδιος δυνητικά αποτρέπει την περαιτέρω «υποβάθμιση» της γειτονιάς του.
Τι γίνεται όμως με την κρατική διαχείριση του ήδη αναβαθμισμένου εγκλήματος;
Δεδομένης όλης αυτής της επιτήρησης, πρόληψης , πειθάρχησης και καταστολής που εκφράζονται μέσω του δόγματος, θα ήταν εύλογο να υποθέσουμε ότι το κράτος κάνει τα πάντα για να αποτρέψει το αναβαθμισμένο έγκλημα. Λογικό δεν σας ακούγεται; Ε, τελικά τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Εδώ λοιπόν παρατηρείται ένα φαινομενικά παράδοξο, άλλη μια αντίφαση δηλαδή, στην οποία πέφτει ο κρατικός μηχανισμός. Ας πάρουμε για παράδειγμα λοιπόν την υπόθεσή μας. Όχι εμείς, αλλά κάποιος πιο πονηρεμένος από εμάς θα έλεγε ότι οι μπάτσοι είχαν αρκετές ευκαιρίες να μας αποτρέψουν από το να βρεθούμε στον συγκεκριμένο στόχο, δεδομένης της επιτήρησης που πια ξέρουμε ότι υπήρχε. Θα μπορούσαν, ας πούμε, να μας συλλάβουν όταν κατεβήκαμε από τα σπίτια μας ή όταν επιβιβαστήκαμε στο κλεμμένο όχημα για να κατευθυνθούμε στον στόχο. Αντ’ αυτού επέλεξαν να επιχειρήσουν σε ένα βαριά οπλισμένο αμάξι εντός κατοικημένης περιοχής, με δεκάδες μπάτσους να παραβλέπουν σωρηδόν τα πρωτόκολλα ασφαλείας, ενώ μας σημάδευαν στα κεφάλια με τον τρεμάμενο δείκτη τους πάνω στη σκανδάλη.
Προφανώς, η υπόθεσή μας δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τον κανόνα της γενικής κρατικής διαχείρισης.Σε αφήνουν να δράσεις, με ό,τι κίνδυνους αυτό συνεπάγεται δεδομένων όλων των πιθανών εκβάσεων, έχοντας σκοπό να εμπλουτίσουν τη δικογραφία που θα συντάξουν. Τόσο στη δικιά μας όσο και σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση στον δημόσιο διάλογο, προπαγανδίζουν την πρόληψη της εγκληματικότητας ενώ παράλληλα ζυγίζουν την εκάστοτε περίπτωση. Από τη μια μεριά της ζυγαριάς η ασφάλεια των πολιτών που ευαγγελίζονται, και από την άλλη η πιθανότητα εύρεσης καλύτερων στοιχείων. Όλως τυχαίως η ζυγαριά γέρνει συνέχεια προς τη μια πλευρά, σε αντίθεση με τη δική μας που γέρνει πάντα προς τη διαφύλαξη της ανθρώπινης ζωής. Να που τελικά τα δόγματα νερώνονται και λίγο στον βωμό της επικοινωνιακής πολιτικής των μηχανισμών.
Το κράτος, και στη δικιά μας περίπτωση, πολυδιαφημίζοντας τη δήθεν επιτυχία της «νεοσύστατης» υπηρεσίας του, η οποία, χωρίς το επικοινωνιακό περιτύλιγμα, δεν συνιστά ουσιαστικά κάτι καινούργιο αλλά την αναδιάταξη ήδη υφιστάμενων υπηρεσιών την οποία βάφτισε με ένα πιο πιασάρικο όνομα: ελληνικό FBI ή αλλιώς Δ.Α.Ο.Ε., επιχειρεί τη χάραξη της συγκεκριμένης πολιτικής. Στόχος, προφανώς, να καρπωθεί τα εύσημα για τον υποτιθέμενο περιορισμό και την εξάλειψη της παρανομίας, ενισχύοντας στον δημόσιο διάλογο το δόγμα που εδώ και δεκαετίες προσπαθεί να εγκαθιδρύσει, αλλά και να δικαιολογήσει τις προαγωγές αυτών που στελεχώνουν τον συγκεκριμένο μηχανισμό.
Να πούμε, λοιπόν, και σε αυτό το σημείο τα συγχαρητήριά μας σε όσους κατάφεραν να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη προαγωγή και να αναρριχηθούν ακόμη ένα σκαλοπάτι στην αμμουδένια κλίμακα της ψευδαίσθησης της κυριαρχίας. Μια εντυπωσιακή ανέλιξη, αν μη τι άλλο, σε ένα οικοδόμημα που παραμένει εξίσου σαθρό, όσο και η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται.
Η απαλλοτρίωση ως επιλογή
Η επιλογή αυτή δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός στα χρόνια του ανθρώπινου είδους. Η απαλλοτρίωση, η επιλογή δηλαδή να ληστέψει κάποιος το κεφάλαιο, προκύπτει κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Η πρακτική της απαλλοτρίωσης τραπεζών συναντάται τον 19ο και 20ο αιώνα αλλά και πιο πίσω απέναντι στα κεκτημένα της άρχουσας τάξης. Υπάρχουν αναφορές για ληστές στα Βαλκάνια επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη δυτική Ευρώπη, στην Κίνα, στη Ρωσία. Αυτή η τάση του ανθρώπου να κυνηγάει τους κλεμμένους πόρους εμφανίζεται τα πρώτα χρόνια ως ένστικτο απέναντι στον άδικο διαμοιρασμό του κόσμου και του πλούτου. Οι ληστές εμφανίζονται μέσα από παραμύθια και μύθους ως μορφές αντιστάθμισης του αδίκου, αλλά και ως οιωνοί μιας πιθανής κοινωνικής επανάστασης. Στη συνέχεια οι πράξεις αυτές θωρακίζονται πολιτικά από επαναστατικά κινήματα, και κυρίως από τους αναρχικούς, όπως βλέπουμε μετά τη γιγάντωση του αναρχικού επαναστατικού κινήματος στην Ισπανία γύρω στο 1936. Γίνεται λοιπόν μέσο του αγώνα που στηρίζει από μικρές προπαγανδιστικές εφημερίδες μέχρι απεργιακά ταμεία. Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αυτές οι τακτικές στηρίζουν τον αγώνα αλλά και τους ανθρώπους ενάντια στη γερμανική κατοχή όπως συναντάμε και στον ελλαδικό χώρο με τους γνωστούς σε όλους μας σαλταδόρους. Η λίστα των περιπτώσεων απαλλοτρίωσης είτε για την ενίσχυση των αγώνων των από τα κάτω είτε ως τάση του ανθρώπου να ληστέψει πίσω την χαμένη του ζωή είναι ατελείωτη. Με αυτή την σύντομη ιστορική αναδρομή θέλουμε να πούμε πως η επιλογή αυτή δεν προέκυψε όπως αφηγήθηκαν τα ΜΜΕ επειδή είμαστε παραβατικοί, αλλά επειδή υπάρχει πίσω από αυτήν ένα βάρος ιστορίας και παρακαταθήκης που βρεθήκαμε έστω και για μια στιγμή να το αγκαλιάσουμε. Είναι μία πράξη άρνησης που υπάρχει σε κάθε κόσμο φτιαγμένο μέσα στην εκμετάλλευση και τον ανταγωνισμό. Το σύνθημα λοιπόν που φωνάζουμε στις πορείες «όλα είναι δικά μας γιατί όλα είναι κλεμμένα» και εννοούμε τις καταλήψεις, τον χρόνο, την ζωή είναι ένα πραγματικό στοίχημα και παραμένει στο εδώ και στο τώρα.
Το χρήμα θεός – Η τράπεζα ναός
Το χρήμα είναι μια κοινωνική σύμβαση η οποία έχει υπογραφεί από τους ανθρώπους ήδη από τις πρώτες εμπορικές κοινωνίες. Πάνω σε αυτή τη σύμβαση έχει χτιστεί το σύγχρονο οικοδόμημα του καπιταλισμού. Μα όταν αυτή υπερεκτιμάται από το μυαλό των θνητών, η σύμβαση γίνεται θρησκεία και το χρήμα μετατρέπεται σε θεός. Μια φιλελεύθερη ανάγνωσή του έχει αρκετό ενδιαφέρον προκειμένου να καταλάβουμε την ουσία του. Η ανάγνωση αυτή λέει ότι ανάλογα με την ποσότητα αγαθών, και κατ’ επέκταση οικονομικής δύναμης, που ένα άτομο διαθέτει, οι άλλοι τού χρωστάνε. Όσα περισσότερα δηλαδή κατέχεις, τόσο μεγαλύτερο είναι το χρέος της κοινωνίας προς το άτομό σου. Από μια κοινωνιολογική σκοπιά δεν θα ήταν δύσκολο να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι η ποσότητα της κατοχής σου αναλογεί και στη δυναμική της εξουσίας σου. Μπορούμε να φανταστούμε τις τάξεις με μια μορφή πυραμίδας, όπου ένας άπορος έχει λιγότερη δύναμη από έναν εργαζόμενο, ένας εργαζόμενος λιγότερη από ένα μεσοαστικό αφεντικό, ένα μεσοαστικό αφεντικό λιγότερη από έναν βιομήχανο κ.ο.κ. Κάπου στην κορυφή αυτής της πυραμίδας ανήκει μια κοινωνική ομάδα (κοινωνική καθ’ ότι διαθέτει παρόμοια πολιτική αντίληψη και ανήκει στην ίδια τάξη) όπου λόγω της θέσης της έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει πολιτικές καταστάσεις. Το όνομά τους τραπεζίτες, ρυθμιστές της αγοράς. Αν η τράπεζα είναι ναός, αυτοί είναι ιερείς, και εμείς όντας άπιστα θεωρούμε πως είναι υπεύθυνοι με την ανεύθυνη αλαζονεία που τους χαρακτηρίζει για οικονομικές και υγειονομικές κρίσεις, φυσικές καταστροφές, πολεμικές συρράξεις, προωθώντας και ελέγχοντας οικονομικές ροές προς όποια κατεύθυνση βολεύει το μεγάλο τους πορτοφόλι και τον ακόμα μεγαλύτερο τους ναρκισσισμό. Ο τρόπος τους για να προσεγγίσουν τα κατώτερα σκέλη της πυραμίδας και σε παρόντα χρόνο να κερδοφορούν απ’ αυτά είναι μέσω της τράπεζας. Η τράπεζα διαπερνάει τα στενά όρια του κτηρίου της με την προσιτή αυτή αρχιτεκτονική, που πολλές φορές αξίζει την αισθητική μας παρέμβαση, πλέον έχει μετατραπεί σε θεσμός. Είναι ένας μηχανισμός με πολύπλοκες συνθέσεις πάνω και μέσα από τον οποίο έχει οικοδομηθεί ολόκληρη η ιστορία του καπιταλισμού. Όλη η παγκόσμια οικονομία ελέγχεται καθώς περνάει από τα δίκτυά της (συντάξεις, νοίκια, τρόφιμα, φάρμακα, μισθοί..) μα εμείς ως άπιστα, τα αμφισβητήσαμε γιατί σιχαθήκαμε τα στενά όρια πνευματικής και σωματικής ανάπτυξης που μπορείς να σου παρέχεις από τη μισθωτή εργασία. Σιχαθήκαμε τις συνθήκες εργασίας, τους μισθούς προσβολής και τις συμπεριφορές αλαζονείας, όλα μας τα έχουμε ζήσει. Κάποιοι από εμάς επιλέξαμε να βγούμε από το δίκτυό τους, μα πρώτα; Ω, πρώτα θα το ληστεύαμε. Ληστεύοντας όμως την τράπεζα για τον βιοπορισμό μας και όχι πλουτισμό, διαπράξαμε τη μέγιστη δυνατή ύβρη, αυτή των θεών. Οι μπάτσοι αλλόφρονες, μας φώναζαν πώς τολμήσαμε και αμφισβητήσαμε τους θεούς, που τόσο πολύ αυτοί πιστεύουνε. Σε μια φάση κάποιος από αυτούς μας ρώτησε, πιστεύετε σε κάτι; Ναι, του αποκριθήκαμε, στον Προμηθέα. Οι θεοί σας είναι νεκροί.
Σπύρος Δραβίλας παρών
Χάρης Τεμπερεκίδης παρών
Sebastian Oversluij παρών
Κυριάκος Ξυμητήρης παρών
Sara Ardizzone παρούσα
Alessandro Marcogliano παρών
Λάμπρος Φούντας παρών
Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος παρών
Αιώνια λευτεριά στον Βασίλη Παλαιοκώστα
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ, ΤΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΑ ΕΔΑΦΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ
ΖΗΤΩ Η ΑΝΑΡΧΙΑ. ΚΕΦΑΛΙΑ ΨΗΛΑ, ΠΕΡΗΦΑΝΑ, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΟ
“Τα μαύρα τα μαλλιά μας και αν ασπρίσαν, δεν μας τρομάζει η βαρυχειμώνια!”
Αθανάσιος Γλαύτσης
Αλεξάνδρος Τσαβδαρίδης
Νίκη Κ.
Χριστίνα Ντ.
Γιώργος Κόλλιας
Γιάννης Τζώρτζης
Θοδωρής Τσελίκης
Μιχάλης Τζ.



