Κείμενο των Jasul και Adit από τις εκδηλώσεις αλληλεγγύης στο Μπρίστολ και το Λονδίνο, σχετικά με την καταστολή στο ινδονησιακό αρχιπέλαγος, μετά την εξέγερση του καλοκαιριού.

Γεια χαρά συντρόφια, θερμούς χαιρετισμούς από το Μπαντούνγκ στο Μπρίστολ.
Παρουσιάζουμε τους εαυτούς μας ως κρατούμενους για την υπόθεση που είναι γνωστή ως “Chaos Star”. Αυτή η αλληλογραφία κουβαλά μαζί της θραύσματα από μνήμες πολλών ετών που στιγματίστηκαν από το χάος, τις παρακολουθήσεις και τις συλλήψεις. Στέλνουμε αυτό το μήνυμα ενώ βρισκόμαστε πίσω από τις μπάρες μίας από τις φυλακές της –λεγόμενης- Ινδονησίας. Αυτή τη στιγμή εκτίουμε ποινές σχετικά με την εξέγερση του Αυγούστου του 2025, μία επίθεση με αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό σε αστυνομικό τμήμα τον Δεκέμβρη του 2024, και το σπάσιμο της Τράπεζας Hana, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων ενάντια στο στρατιωτικό νομοσχέδιο του TNI, τον Μάρτη και Μάη του 2025.
Η εξέγερση του Αυγούστου κατέληξε στο μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό ενάντια σε ακτιβιστές και αναρχικούς, που έχουμε να δούμε από το 1998 ως τώρα. Φέτος, 703 πολιτικοί κρατούμενοι –αν και απορρίπτουμε τον τίτλο αυτόν– ακόμα υποβάλλονται σε νομικές διαδικασίες ή βρίσκονται υπό κράτηση. Προτιμάμε να λεγόμαστε Αναρχικοί Κρατούμενοι αντί για Πολιτικοί Κρατούμενοι. Αυτό είναι ένα ζήτημα στο οποίο θα θέλαμε να ασκήσουμε κριτική. Η ταμπέλα του «πολιτικού κρατούμενου» μάς τοποθετεί σε συγκεκριμένους συσχετισμούς εξουσίας: Γινόμαστε σύμβολα της αντίστασης, θύματα ή επιζήσαντες ενός καθεστώτος, ή εργαλεία για τη νομιμοποίηση κάποιας συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας. Αντ’ αυτού, είμαστε Αναρχικοί Κρατούμενοι. Απορρίπτουμε την ίδια βάση της πολιτικής, αυτή καθ’ αυτή. Δίνουμε έμφαση στην αυτονομία του υποκειμένου και στην ατομική ανυπακοή, χωρίς να υπηρετούμε καμία αντιπροσώπευση που σχετίζεται με κάποια πολιτική ατζέντα. Χρησιμοποιώντας την ταμπέλα «Αναρχικοί Κρατούμενοι», αποστασιοποιούμαστε από τη γλώσσα της εξουσίας, και διατηρούμε τη θέση μας εκτός των πολιτικών πεδίων που επιδιώκουν να ελέγξουν, να ορίσουν και να δικαιολογήσουν τα πάντα.
Οι αναρχικοί στην Ινδονησία αντιμετωπίζουν μία αναπάντεχη καταιγίδα. Δεκάδες αναρχικοί έχουν συλληφθεί και βασανιστεί, και το κράτος επιδιώκει να μας πειθαρχήσει σπέρνοντας τον τρόμο. Αλλά για εμάς αυτό δεν είναι τίποτα – γιατί είμαστε η ίδια η καταιγίδα, η σάρκα της καταστροφής τους. Ανάμεσά μας υπάρχουν συντρόφια από το BlackBlocZone, τον Ινδονησιακό Αναρχικό Μαύρο Σταυρό, το Contemplative, το Katong Press και πολλά ακόμα.
Εκείνα –τα συντρόφια μας– εμφανίστηκαν σαν μία θύελλα τυλιγμένη στις φλόγες. Κάποια από μας βλέπουν αυτές τις στιγμές ως μία κλιμάκωση, αλλά δεν είναι ούτε κάποια αρχή, ούτε και το τέλος. Μαζέψαμε όλες τις φλόγες γύρω μας, τις ίδιες φλόγες που το κράτος προσπάθησε να σβήσει.
Πόσες φορές πρέπει να το πούμε; «Μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς το κράτος!». Να πάει στο διάολο η κοινωνία! Η κοινωνία είναι το καλύτερο εργαλείο που έχει το κράτος για να διατηρεί την ύπαρξή του. Πραγματικά, σιχαινόσαστε βαθιά την κοινωνία. Θεωρούμε ότι η αυγή της πείνας θα έρθει νωρίτερα απ’ ότι περιμένουμε, χαράζοντας την αρχή της κατάρρευσης του κράτους.
Για όσα είστε εκεί έξω: Να υπομείνετε, και μαζέψτε ό,τι σπίθα μπορείτε να βρείτε.
Και για όσα είναι στα κελιά –ή όσα νιώθουν φυλακισμένα– να ξέρετε πως δεν είστε μόνα.
Παλέψτε! Παλέψτε! Στο διάολο η νίκη και η ήττα· αυτό που μετράει είναι ότι στα μάτια μας παραμένει το σπινθηροβόλο βλέμμα, οποιαδήποτε δυσκολία κι αν περνάμε.
Ένα από τα αρχικά περιστατικά που μας έβαλε σε άμεση σύγκρουση με το κράτος ξεκίνησε στα τέλη του 2024. Εκείνη τη περίοδο υπήρχε ένα διεθνές κάλεσμα σε δράση, γνωστό και ως Day 1312, που κάποιες ομάδες αντιλαμβανόντουσαν ως μέρα κριτικής ενάντια στον θεσμό της αστυνομίας.
Στις 13 Δεκέμβρη του 2024 έγινε ένα διεθνές κάλεσμα για δράση για το 1312 – που ήταν η μέρα ενάντια στην αστυνομία, ή η μέρα του ACAB (All Cops Are Bastards). Μία αντιμπατσική δράση έλαβε χώρα εκείνη τη μέρα στο Μπαντούνγκ, μπροστά στο Γενικό Αστυνομικό Τμήμα. Δεν είναι μυστικό ότι διάφορες μορφές βίας και κατάχρηση εξουσίας, που προέρχονται από τα όργανα του κράτους, έχουν αποτελέσει καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με μία από τις πιο ανυπόφορες να είναι η αφαίρεση της ζωής. Η Επιτροπή για τα Εξαφανισμένα Άτομα και τα Θύματα Βίας (KontraS) κατέγραψε, από τον Ιούλη του 2024 ως τον Ιούνη του 2025, 602 περιστατικά βίας που σχετίζονται με μέλη της Ινδονησιακής Εθνικής Αστυνομίας. Από την τραγωδία στο στάδιο του Kanjuruhan (2022), στους Randi και Yusuf, Afif Maulana, Gamma, Affan Kurniawan, και ως το πιο πρόσφατο γεγονός, τον θάνατο του Arianto Tawakkal – όλοι δολοφονήθηκαν από την αστυνομία. Ως ανεπίσημη ομαδοποίηση που καταδικάζει όλες τις μορφές της κρατικής βαρβαρότητας, και επιδιώκει, στην θεωρία και την πράξη –μέσω της δοκιμής και του σφάλματος– τις μεθόδους της άμεσης δράσης, και την ενδυνάμωση της ατομικότητας ώστε να ξαναπάρει τον έλεγχο της ζωής της, και να χρησιμοποιήσει αυτόν τον έλεγχο για να εκπληρώσει τους προσωπικούς της στόχους, εκείνη την 13η Δεκέμβρη του 2024 είχαμε σκοπό να πάρουμε μέρος στο κάλεσμα του 1312. Όμως, λόγω ανωτέρας βίας δεν καταφέραμε να συμμετέχουμε εκείνη τη μέρα. Τελικά αποφασίσαμε να κάνουμε άλλη μέρα τη δράση που προγραμματίζαμε – μία δράση που έγινε ατομικά, διαχωρισμένη από τις διαδηλώσεις που περιλάμβαναν μεγάλες μάζες ατόμων.
Στις 17 Δεκέμβρη του 2024, στις 02:00 ινδονησιακή ώρα, προγραμματίσαμε την αυθόρμητη άμεση δράση, να πετάξουμε κοκτέιλ μολότοφ και έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό στο αστυνομικό τμήμα Letter U του Τζετόνγκ στο Τασικμαλάγια. Μετά το πέρας της δράσης, στις 18 Δεκέμβρη, ο Naufal και εγώ εσκεμμένα ταξιδέψαμε στην ανατολική Ιάβα, στο Ιομπάνγκ και το Τουλουνγκαγκούνγκ, για αρκετές μέρες, αφότου είδαμε στις ειδήσεις ότι ένας άγνωστος επιτέθηκε και έβαλε φωτιά σε ένα αστυνομικό τμήμα. Η υπόθεση αυτή απέκτησε μεγάλη βαρύτητα, αφού η ινδονησιακή Αντιτρομοκρατική Μονάδα Densus 88 συμμετείχε στην έρευνα και την επεξεργασία των στοιχείων που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος. Αυτό το γεγονός μάς ανάγκασε να γίνουμε σίγουροι ότι δεν αφήσαμε πίσω κανένα ίχνος, αν και για την ακρίβεια, δεν υπήρχαν κάμερες στο σημείο που να καταγράφουν το αστυνομικό τμήμα. Η χρονολογική σειρά που παρουσίαζαν τα γεγονότα στα δελτία ειδήσεων δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα, γεγονός που μας έκανε να νιώσουμε λίγο πιο ήρεμοι, πριν γίνει άλλη μία παρόμοια δράση και στο Μακασάρ.
Τον Γενάρη του 2025, έλαβα μία πρόσκληση για ένα συλλογικό project από το Blessed is the Flame, μία αναρχο-μηδενιστική/ατομικιστική ομάδα από την Ελλάδα, με σκοπό τη διάχυση της αναρχικής προπαγάνδας και των εξεγερσιακών πρακτικών σε διεθνές επίπεδο. Απάντησα στέλνοντας ένα δελτίο τύπου αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τον εμπρησμό του αστυνομικού τμήματος Letter U του Τζετόνγκ στο Τασικμαλάγια, ως μία πράξη αλληλεγγύης στον Νίκο Ρωμανό, τον Αλφρέντο Κόσπιτο και όλους τους αναρχικούς κρατούμενους, και τους κρατούμενους της FAI-IRF παγκοσμίως.
Η αρχή της παρακολούθησης και του ανθρωποκυνηγητού!
Στις 31 Μάρτη του 2025, η αστυνομία προχώρησε στη σύλληψη τριών συντρόφων μας (MRP (19), MS (19), FSD (18)). Οι συλλήψεις αυτές έγιναν εξ αφορμής μίας επίθεσης με μολότοφ στο κτίριο του Τμήματος 705 της Τροχαίας, στη διασταύρωση επί της οδού Παταράνι και Σουλτάν Αλαντίν στο Μακασσάρ, του νότιου Σουλαουέσι. Αυτή η δράση αποτελούσε μία πράξη αντίστασης ενάντια στις όλο και αυξανόμενες καταπιεστικές πολιτικές της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανόμενης και της επανεξέτασης του νόμου TNI, ο οποίος επιτρέπει την εξάπλωση του στρατιωτικού ελέγχου πάνω στις ζωές των πολιτών – ένα συντηρητικό μέτρο που οξύνει την καταπίεση.
Εκείνο το βράδυ της 22ας Μάρτη του 2025, τα τρία συντρόφια μας προσέγγισαν το τμήμα με πλήρη αντίληψη του γεγονότος ότι το κράτος καταλαβαίνει μόνο τη γλώσσα της πραγματικής αντίστασης. Πέταξαν τα μπουκάλια, οι φλόγες υψώθηκαν στον αέρα, και εντός ολίγων λεπτών το αστυνομικό τμήμα έγινε σύμβολο του ότι ο κόσμος δεν θα μείνει σιωπηλός απέναντι στη καταπίεση. Δεν πήρε πολύ χρόνο στις αρχές για να απαντήσουν. Με όλα τα μέσα που μπορούσαν να διαθέσουν, και χρησιμοποιώντας τα δίκτυα παρακολούθησης που έχει στήσει, η αστυνομία γρήγορα κυνήγησε τους δράστες. Οι συλλήψεις έγιναν συστηματικά, χρησιμοποιώντας τεχνολογίες παρακολούθησης και δίκτυα πληροφοριών. Τα τρία συντρόφια μας τελικά αιχμαλωτίστηκαν, τους έβαλαν χειροπέδες και οδηγήθηκαν στην ανακριτική διαδικασία.
Από τον Μάρτη ως τον Μάη, νιώθαμε συνεχώς ότι βρισκόμαστε υπό παρακολούθηση από τις αστυνομικές υπηρεσίες. Όπου κι αν πηγαίναμε, μας παρακολουθούσαν. Στις 4 Σεπτέμβρη του 2025 η ινδονησιακή Αντιτρομοκρατική Μονάδα Densus 88, μαζί με αρκετούς αστυνομικούς, μας συνέλαβαν μπουκάροντας στα σπίτια μας.
Η υπόθεση, αργότερα γνωστή και ως η υπόθεση Τζετόνγκ, ήταν μόνο μια μικρή σπίθα σε ένα πολύ μεγαλύτερο τοπίο συγκρούσεων. Μετά απ’ όλα αυτά η ζωή συνέχισε κανονικά, υπό τη σκιά πάντα των παρακολουθήσεων και της επιτήρησης. Μάθαμε ότι το κράτος στη πραγματικότητα δεν ξεχνά ποτέ, και ότι κάθε περιστατικό αφήνει πίσω του σημάδια που κάποια στιγμή θα χρησιμοποιηθούν εναντίον μας. Ενώ κάποια άτομα ήταν ήδη στο ραντάρ της καταστολής, η συνθήκη έξω συνέχισε να εξελίσσεται.
Στις αρχές του επόμενου έτους, η κυβέρνηση προχώρησε στην αναθεώρηση του στρατιωτικού Νόμου TNI. Για πολλούς, αυτό ήταν ένα βήμα προς τα πίσω – μία προσπάθεια για να ξαναϋπάρξει ο χώρος ώστε ο στρατός να διεισδύει στις ζωές των πολιτών. Η οργή που ήταν διασκορπισμένη άρχισε να συγκεντρώνεται στους δρόμους. Διαδηλώσεις ξέσπασαν σε πολλές πόλεις, και η κοινωνική σύγκρουση που δημιουργεί η ύπαρξη του κράτους έγινε εμφανής για ακόμη μια φορά.
Παίρνουμε την ευθύνη για τον εμπρησμό: Δύο ATM της Bank Hana, ενός κτηρίου με γραφεία της Bank Hana, ενός διαφημιστικού videotron καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, και ενός οχήματος που ανήκει στις Ινδονησιακές Εθνικές Στρατιωτικές Δυνάμεις. Αυτές οι δράσεις έλαβαν χώρα αφού οι διαδηλωτές κατέλαβαν τον δημόσιο χώρο, μετά από τις συγκεντρώσεις ενάντια στην επικύρωση του Νόμου TNΙ, στην Μπαντόνγκ της δυτικής Ιάβα, τη νύχτα της Παρασκευής στις 21 Μάρτη του 2025. Οι συγκεντρώσεις μπροστά από τη Περιφερειακή Βουλή των Αντιπροσώπων (DPRD) δεν πέρασαν απαρατήρητες από τις αστυνομικές δυνάμεις, ακόμη και όταν μολότοφ, γκαζάκια προπανίου, πέτρες και κροτίδες πετάχτηκαν προς το κτίριο. Στο τέλος επιλέξαμε την άμεση δράση πραγματοποιώντας εμπρησμούς στα σημεία που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Οι αντιδράσεις στον Νομοσχέδιο TNI έφεραν ξανά στο προσκήνιο τον φόβο για τη στρατιωτικοποίηση του προσωπικού χώρου. Όταν φοιτητές και άλλες ομάδες βγήκαν στους δρόμους για να απορριφθεί το νομοσχέδιο, ήρθαν αντιμέτωποι, όχι μόνο με τις δυνάμεις καταστολής, αλλά και με τη λογική ότι η κρατική μηχανή είναι πάντα έτοιμη και σε θέση να απαντήσει στην ανυπακοή με καταστολή.
Μέρες αργότερα, όταν πια είχε φτάσει η 1η Μάη, η ένταση ακόμα δεν είχε υποχωρήσει. Η Πρωτομαγιά έγινε ακόμα ένα πεδίο έκφρασης της οργής ενάντια στον κρατικό έλεγχο και την εργοδοτική εκμετάλλευση, και έτσι όλο και πιο δυναμική γινόταν η παρουσία του κόσμου στον δρόμο.
Συνολικά 24 διαδηλωτές, μεταξύ αυτών και φοιτητές και ασκούμενοι δημοσιογράφοι, συνελήφθησαν στη συγκέντρωση για την Πρωτομαγιά, στη Σεμεράνγκ – 6 από αυτούς προσήχθησαν για μικρό χρονικό διάστημα ως ύποπτοι. Κατηγορήθηκαν ότι αντιστάθηκαν στη σύλληψη και προκάλεσαν φθορές σε κτιριακές εγκαταστάσεις.
Η Πρώτη Μάη στο Μπαντόνγκ άφησε πίσω ένα μονοπάτι συλλήψεων και έντασης που δεν εκφράστηκε ποτέ. Για πολλούς οι προσαγωγές των διαδηλωτών αποτέλεσαν υπενθύμιση ότι όταν βγαίνεις στους δρόμους, πάντα πρέπει να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις δυνάμεις που θα σε καταστείλουν. Μήνες αργότερα η ένταση ακόμη δεν είχε εξαφανιστεί – είχε βρει καταφύγιο κάτω από την επιφάνεια. Ως τον Αύγουστο του 2025, αυτή η κλιμάκωση της κοινωνικής οργής επιτέλους ξέσπασε έχοντας ακόμη μεγαλύτερο εύρος, καθιστώντας την εξέγερση ως την κορύφωση μιας αλυσίδας συγκρούσεων, που ήταν ορατή ήδη από τις διαμαρτυρίες στις αρχές του έτους.
Στο τέλος, τίποτα δεν έχει ποτέ ολοκληρωθεί πραγματικά. Αυτό που αποκαλείται «τάξη» είναι στην πραγματικότητα μία προσωρινή παύση σε μία σύγκρουση που συνεχίζει να διατηρεί τον σφυγμό της κάτω από την επιφάνεια. Το κράτος ναι μεν μπορεί να συλλαμβάνει τα σώματά μας, αλλά ποτέ δεν θα καταφέρει να εξημερώσει το πάθος για την ανυπακοή. Από το Τζεντόνγκ, στους δρόμους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων για το στρατιωτικό νομοσχέδιο, ως το ξέσπασμα του Αυγούστου – όλα αυτά δεν είναι ασύνδετα περιστατικά, είναι ο ίδιος σφυγμός που εκφράζεται με διαφορετικές μορφές.
Δεν προσφέρουμε καμία ελπίδα, ούτε υποσχόμαστε τη νίκη. Αυτό που υπάρχει είναι το αργό βάδισμα της καταστροφής που μας προσεγγίζει, και η επιλογή να συνεχίσει κανείς να καίγεται μέσα σε αυτήν. Αν αυτός ο κόσμος είναι χτισμένος πάνω στον έλεγχο, τον φόβο και την υπακοή, τότε αφήστε τον να καταρρεύσει μαζί με όλες τις ψευδαισθήσεις που τον στηρίζουν. Πίσω από αυτά τα κάγκελα, δεν ζητάμε τίποτα – εκτός από ένα μόνο πράγμα: Να μην σταματήσουμε ποτέ.
Πριν κλείσουμε αυτήν την ανταπόκριση, θα θέλαμε να παραθέσουμε ένα κομμάτι από ένα δελτίο αντιπληροφόρησης που είχαμε στείλει τις πρώτες μέρες της κράτησής μας στη φυλακή:
«Γιατί αυτό για το οποίο αγωνιζόμαστε δεν είναι η ελευθερία όπως ορίζεται από νομικά φυλλάδια ή ηθικές αξίες που αλλάζουν με κάθε συνέντευξη Τύπου. Είναι για μια ελευθερία που δεν χωράει σε νομικά άρθρα, δεν κάθεται άνετα στις δικαστικές αίθουσες και δεν μπορεί να σφραγιστεί και να επικυρωθεί από το κράτος.
»Εκεί έξω, οι άνθρωποι πέφτουν θύματα ατυχημάτων, εθισμών και χρόνιων ασθενειών λόγω της δουλειάς, που νομιμοποιούνται από την αναγκαιότητα της επιβίωσης και του μισθού. Άλλοι πεθαίνουν αργά από την πλήξη και την απομόνωση, πνιγμένοι σε υπάκουες ρουτίνες που επαινούνται ως σταθερότητα. Ανάμεσα στα ερείπια μετά τις 29 Αυγούστου, επιλέξαμε να στοιχηματίσουμε τη ζωή μας σε ένα άλμα – χωρίς δίχτυα ασφαλείας, χωρίς υποσχέσεις αποζημίωσης. Τίποτα δεν είναι πιο ειλικρινές από αυτήν την επιλογή.
»Ίσως σήμερα χάσαμε μια μάχη. Αλλά ο πόλεμος για το Νόημα δεν έχει τελειώσει.
»Το βλέμμα μας παραμένει μπροστά – και εξακολουθεί να είναι σπινθηροβόλο!»
Μετάφραση: pr.ma.



