
Η επιστήμη και η τεχνολογία είναι πλέον αδιάσπαστες και αλληλοεξαρτώμενες, και ο συγκερασμός τους, η τεχνοεπιστήμη, διαμορφώνει πλέον την πραγματικότητα γύρω μας. Μετά την κορύφωση της αποθέωσης της τεχνοεπιστήμης στη δεκαετία του 1950 (η οποία σημαδεύτηκε από την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, και την ανακάλυψη της πενικιλίνης ως σύμβολα ανθρώπινης ανωτερότητας), ξεκίνησε μια προσπάθεια αποδόμησης και κριτικής στην αυθεντία της. Ήδη από τη δεκαετία του 1960 διάφοροι στοχαστές μιλούν για τη μη ουδετερότητα της κυρίαρχης τεχνολογίας, φτάνοντας στο σημείο να δηλώνουν ότι η τεχνολογία εμπεριέχει πολιτική, είτε κατά το σχεδιασμό της, είτε στον απώτερο σκοπό της (δες π.χ. πυρηνικά όπλα). Η δήλωση αυτή παραμένει ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη μέχρι σήμερα, καταδεικνύοντας τις βαθιές ρίζες του θετικιστικού τρόπου σκέψης. Πολλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται την επιστήμη ως τον ορθολογικό τρόπο με τον οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια και να κατανοήσουμε τον κόσμο όσο το δυνατόν αντικειμενικά, ούτως ώστε να καταφέρουμε είτε να προβλέψουμε, είτε να ελέγξουμε, είτε να λύσουμε κοινωνικά προβλήματα (από τον Covid μέχρι τη φτώχεια, κ.ο.κ.). Αυτή η αντίληψη για την τεχνοεπιστήμη παραμένει κυρίαρχη ακόμα και στις μέρες μας.
Στο πλαίσιο αυτό, η μετάβαση από τη βιομηχανική παραγωγή σε μια οικονομία βασισμένη στην ψηφιοποίηση, τα δεδομένα, την πληροφορία, το διαδίκτυο, τα smartphones και την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) ανανέωσε την ανάθεση στην αυθεντία της τεχνοεπιστήμης, επικαιροποιώντας τον θετικισμό και τον τεχνολογικό ντετερμινισμό στην ψηφιακή εποχή. Αυτό όμως δεν έγινε χωρίς σοβαρές συνέπειες. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων αποδέχεται ως αναγκαίο κακό (ή καλό, πολλοί από αυτούς μέχρι και ως ευκταία) την καθολική χρήση ψηφιακών τεχνολογιών, αλλά και τη διαρκή επιτήρηση των ζωών τους μέσα από τις ψηφιακές εφαρμογές και υπηρεσίες. Ιδιωτικές εταιρίες αλλά πλέον και η κρατική διοίκηση (δες π.χ. το Ελλάδα 2.0) χρησιμοποιούν ένα πλήθος ψηφιακών εφαρμογών, με στόχο όχι μόνο την ενίσχυση του ψηφιακού μετασχηματισμού τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, αλλά και τον θεμελιώδη κοινωνικό μετασχηματισμό που στοχεύει και επιδρά στις «ατομικές συμπεριφορές και τους θεσμούς». Και εδώ η τεχνοεπιστημονική φύση της ψηφιοποίησης προσδίδει στον κοινωνικό μετασχηματισμό χαρακτηριστικά ορθολογισμού, αποδοτικότητας, αποτελεσματικότητας, και αντικειμενικότητας. Με άλλα λόγια, όλες πιστεύουμε ότι επικοινωνώντας ψηφιακά με το κράτος, αυτόματα γλιτώνουμε τα λάθη της γραφειοκρατικής χαρτούρας, ενώ γλιτώνουμε και την ταλαιπωρία της δημόσιας υπηρεσίας. Πολλές ταυτίζουν την ευρεία προσπάθεια ψηφιοποίησης της καθημερινότητάς μας μέσω ψηφιακών εφαρμογών για ιδιωτική και δημόσια χρήση με επικαιροποιημένες μορφές του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Οι ψηφιακές πλατφόρμες αυτές και τα χαρακτηριστικά τους διασταυρώνονται επιτυχώς με τις νεοφιλελέ επιταγές για αποτελεσματικότητα, μικρότερο κράτος, ορθολογισμό στα δημόσια οικονομικά, και (αντ)αποδοτικότητα του (επιτελικού) κράτους.
Το να βλέπουμε την ψηφιοποίηση ως ορθολογική επιστημονική διαχείριση της κρατικής οργάνωσης αποσιωπεί την πολιτική της φύση. Η «επιστημονοποίηση» της διαδικασίας ψηφιακού μετασχηματισμού του κράτους λειτουργεί ως καθαρτήριο αλλά και Δούρειος Ίππος για την εγγραφή ιδιωτικών συμφερόντων και ιδεολογικών προθέσεων στη λειτουργία του κράτους. Αυτού του είδους ο ορθολογισμός όμως είναι εργαλειακός: Είναι ο ορθολογισμός της τεχνοεπιστήμης και του καπιταλισμού, δηλαδή δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, με άλλα λόγια η ατέρμονη διεύρυνση της αγοράς και της συσσώρευσης κεφαλαίου.
Πολλά συντρόφια μπορεί να θεωρούν ότι η παραπάνω ανάλυση είναι λίγο πολύ αυτονόητη. Να επαναλάβουμε εδώ ότι η αντιμετώπιση της (ψηφιακής) τεχνολογίας ως μηχανισμού αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν αποτελεί μια ευρέως αποδεκτή θέση. Η κριτική στην τεχνολογία πηγάζει κυρίως από συγκεκριμένους πολιτικούς και φιλοσοφικούς/ακαδημαϊκούς κύκλους. Π.χ. ο Καστοριάδης ανέδειξε ότι ο καπιταλισμός είναι η πρώτη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που παράγει μια ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία η ίδια η οργάνωση (ο καπιταλισμός) και οι υποδομές που την αναπαράγουν και τη συντηρούν είναι ορθολογικές. Ενώ, λοιπόν, για δεκαετίες κριτικάρεται η «ορθολογικότητα» και αναδεικνύεται η ιδεολογία των (ψηφιακών) τεχνολογιών, οι οποίες επικαθορίζουν και θεσμίζουν τον καπιταλισμό, ενώ κράτη, πολιτικοί, και ιδιωτικές εταιρίες για δεκαετίες σκίζουν τα ρούχα τους για την αντικειμενικότητα, τον τεχνοκρατισμό, και την οικονομική αποδοτικότητα της τεχνοεπιστήμης στο όνομα μια αγοράς που δήθεν αυτορρυθμίζεται, έρχονται ξαφνικά κάποιοι γίγαντες του λεγόμενου big tech να τους διαψεύσουν και να δηλώσουν εμφατικά ότι οι τεχνολογίες που παράγουν όχι μόνο είναι ιδεολογικές, αλλά επίσης ότι εξυπηρετούν συγκεκριμένους πολιτικούς σκοπούς.

πάνω από το τραπέζι των meeting στα γραφεία της Palantir.
Όταν το ίδιο το bigtech σου φωνάζει «Η ψηφιοποίηση είναι ιδεολογία, ηλίθιε»
Το πρόσφατο μανιφέστο του τεχνολογικού κολοσσού της Palantir Technologies «Η Τεχνολογική Δημοκρατία: Σκληρή Δύναμη, Ήπια Πίστη και το Μέλλον της Δύσης» δεν είναι ούτε ένα τεχνοκρατικό μάνουαλ ούτε ένα κείμενο οικονομικής φύσης. Είναι ένα πολιτικό κείμενο το οποίο ανακοινώνει μια νέα εποχή του ψηφιακού καπιταλισμού, μια εποχή στην οποία οι από τα πάνω δεν ενδιαφέρονται καν να διατηρήσουν οποιαδήποτε προσχήματα ουδετερότητας ή αντικειμενικότητας. Η εταιρεία μιλάει για πολιτισμούς «επιβλαβείς και μέτριους» (προς εξάλειψη που λέει κι ο Τραμπ, τον οποίο η Palantir χρηματοδότησε γενναιόδωρα) και για το «ηθικό χρέος» της Σίλικον Βάλεϊ απέναντι στις ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, αποφάσισαν απροκάλυπτα να δείξουν το κανονικό ιδεολογικό τους πρόσωπο. Η Palantir είναι γνήσιο προϊόν της καλιφορνέζικης Σίλικον Βάλεϊ, της κοιλάδας που φιλοξένησε από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά επιχειρήσεις κατασκευής μικροκυκλωμάτων για τη στήριξη της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής, και δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Είναι ο κατεξοχήν κολοσσός του big tech που παράγει και πουλάει λογισμικό σε κατασταλτικές δυνάμεις και στρατούς ανά τον κόσμο. Ήδη από το 2014, η Αόρατη Επιτροπή προειδοποιούσε ότι η λεγόμενη οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008, δεν ήταν παρά μια έκφανση της σταδιακής αλλά σταθερής κατάρρευσης της πολιτικής οικονομίας του νεοφιλελευθερισμού ως μέσο διακυβέρνησης («Στους φίλους μας», Αόρατη Επιτροπή, εκδόσεις Opportuna). Ο αντικαταστάτης της είναι ένας καινούργιος τρόπος κυβερνητικής –cybernetics– όπου το ορθολογικό δυτικό υποκείμενο (ο πολίτης) θα (επικαθ)ορίζεται από ένα είδος στατιστικής, από εξωτερικά δεδομένα τα οποία θα παράγει και προσφέρει το ίδιο μέσω της χρήσης ψηφιακών εφαρμογών. Μιλάμε για την αντικατάσταση του ιδιωτικού ορθολογικού υποκειμένου από το ποσοτικοποιημένο υποκείμενο [quantified self] των Google Analytics, δηλαδή της δωρεάν υπηρεσίας ανάλυσης δεδομένων της Google που συλλέγει, παρακολουθεί και αναφέρει την επισκεψιμότητα και τη συμπεριφορά των χρηστών σε ιστοσελίδες ή εφαρμογές. Επιτρέπει στους διαχειριστές να κατανοήσουν ποιοι επισκέπτονται το site τους, από πού έρχονται, τι σελίδες βλέπουν και αν ολοκληρώνουν στόχους, όπως αγορές. Ο νέος τρόπος διακυβέρνησης βασίζεται πάνω στη συλλογή, ανάλυση, διαχείριση και χειραγώγηση συμπεριφορικών δεδομένων, και δεν αφορά μόνο τη διαχείριση επιχειρήσεων αλλά ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης.
Aπό τα τέλη της δεκαετίας του 1990 οι τεχνοολιγάρχες της Σίλικον Βάλεϊ έχουν διακηρύξει το τέλος της ιδιωτικότητας. Οι συγγραφείς του Μανιφέστου της Συνωμοσίας υπενθυμίζουν ότι από το 1997 (πολύ πριν την 11η Σεπτεμβρίου, η οποία λειτούργησε ως επιταχυντής), ο τότε διευθυντής της CIA, George Tenet, εξηγούσε ότι η υπηρεσία πρέπει να κολυμπήσει στην Κοιλάδα [της Σίλικον Βάλεϊ], δηλαδή την αξιοποίηση του ποσοτικοποιημένου εαυτού ως την απόλυτη πηγή πληροφορίας και δεδομένων για το άτομο, αλλά και ως πεδίο συμπεριφορικής χειραγώγησης («Μανιφέστο Συνωμοσίας», Εκδόσεις των Συναδέλφων). Πρώτα όμως απαιτούταν η δημιουργία των συνθηκών που θα καθιστούσαν δυνατό και αναπόδραστο τον νέο τρόπο διακυβέρνησης. Η ψηφιοποίηση και οι εφαρμογές της δημιούργησαν τις απαραίτητες υποδομές και πλαίσιο για τη μετάβαση στην «Τεχνολογική Δημοκρατία». Κι αν στα τέλη του 1990 η ιδιωτικότητα αναφερόταν κυρίως στους απλούς χρήστες του διαδικτύου, πλέον η μετατροπή της χρήσης ψηφιακών τεχνολογιών σε προαπαιτούμενο για οποιαδήποτε κοινωνική, διοικητική, επικοινωνιακή, επιμορφωτική (δηλαδή καθημερινή δραστηριότητα) έχει εγκαθιδρύσει την αέναη, δωρεάν, και πλουσιοπάροχη παραγωγή, ανάλυση, επιτήρηση, και χειραγώγηση δεδομένων στον πυρήνα της λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών. Ας σκεφτούμε πόσα χρόνια χρησιμοποιούμε πια όλες την Google. Ο διευθύνων σύμβουλός της έχει δηλώσει πάνω από 10 χρόνια τώρα ότι η εξάλειψη της ιδιωτικότητας είναι γεγονός, όχι επειδή είναι επιλογή της Google, αλλά επειδή αυτή είναι η φύση της κοινωνίας στην οποία ζούμε – μιας κοινωνίας στη δημιουργία της οποίας και οι ίδιοι έχουν συντελέσει τα μέγιστα.
Ως συνέπεια, οι τεχνοολιγάρχες, οι λεγόμενοι tech bros (bros γιατί φυσικά είναι άνδρες), διατρανώνουν και επιβάλλουν την πρωτοκαθεδρία τους στην άσκηση της επίσημης εξουσίας, στη διοίκηση του κόσμου που οι ίδιοι έχουν κατασκευάσει. Ας θυμηθούμε την παρουσία τους στην τελετή ορκωμοσίας του Τραμπ στην Ουάσινγκτον. Καθώς οι μεγάλες εταιρίες αντικαθιστούν σταδιακά τις κρατικές (υπο)δομές στη διακυβέρνηση της καθημερινότητας, η υπολογιστική δυνατότητα γίνεται το εργαλείο διακυβέρνησης και της κυριαρχίας τους. Έτσι και αλλιώς, στη διοίκηση των εταιρειών δεν υπάρχει καν η ψευδαίσθηση της δημοκρατίας ή της συμμετοχικής λήψης αποφάσεων, οπότε η υπολογιστική δυνατότητα μετατρέπεται πια σε απόλυτη κυριαρχία και νέο μοντέλο πολιτικής διαχείρισης. Δεν υπάρχει καν προσπάθεια επίκλησης κάποιας μορφής ορθολογισμού, αποτελεσματικότητας, τεχνοεπιστημονικής ψευδοαντικειμενικότητας πλέον. Οι tech bros θεωρούν ακόμη και την αστική δημοκρατία ως εμπόδιο στη πραγμάτωση της «Τεχνολογικής Δημοκρατίας». Και αν νομίζει κανείς ότι υπερβάλλουμε ή συνωμοσιολογούμε, ο συνιδρυτής της Palantir, Peter Thiel, δήλωσε δημόσια ότι «ελευθερία και δημοκρατία δεν είναι πλέον έννοιες συμβατές», ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Alex Karp, υπερθεματίζει για μια διακυβερνητική προσέγγιση σκληρής εξουσίας όσον αφορά την ΤΝ και την εθνική ασφάλεια/άμυνα. Η υλικοποίηση αυτών των δηλώσεων απόλυτης κυριαρχίας σε διάφορα πεδία πολλαπλασιάζεται ταχύτατα μέρα με τη μέρα χάρη και σε συνδυασμό με τη ραγδαία εξάπλωση της ΤΝ.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στις ΗΠΑ, που κατέχουν τη μερίδα του λέοντος των τεχνολογικών κολοσσών, είναι αποκαλυπτικές της πραγματικότητας. Η ώσμωση της στρατιωτικής διοίκησης των ΗΠΑ με τους τεχνολογικούς κολοσσούς επισημοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2025 μέσα από την ορκωμοσία υψηλών στελεχών των Meta, Palantir και OpenAI ως αντισυνταγματαρχών του αμερικάνικου στρατού, για να επιβλέψουν τον ολοκληρωτικό ψηφιακό μετασχηματισμό του (βλ. authoritarian-stack.info). Το ότι εταιρείες όπως η Anthropic, που το πρόγραμμα ΤΝ της ήταν συνυπεύθυνο για τους θανάτους των μαθητριών στο Ιράν, προσποιούνται ότι ξαφνικά απέκτησαν ηθικούς ενδοιασμούς, αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τον ιδεολογικό χαρακτήρα της ψηφιοποίησης αντί να τον αμφισβητεί.
Τα θρησκευτικά χαρακτηριστικά της ψηφιοποίησης
Η ψηφιοποίηση, λοιπόν, ενσωματώνει συγκεκριμένες πολιτικές, ιδεολογικές και οικονομικές ατζέντες. Ταυτόχρονα, αποκτάει και τη μορφή πραγματικής θρησκείας. Ως γνωστό, η θρησκεία δεν είναι ένας υπερβατικός κοινωνικός θεσμός – αλίμονο, αυτό θα σήμαινε ότι ο «θεός» μπορεί και να υπάρχει. Η θρησκεία βασίζεται σε υλικές εκφάνσεις όπως οι οικονομικές δοσοληψίες, οι καθημερινές άκριτα επαναλαμβανόμενες τελετουργίες (προσευχή, σταυροκόπημα ή γονάτισμα προς τη Μέκκα, φυλαχτά, τρόποι συμπεριφοράς, κ.λπ.), όπως επίσης και σε συστήματα επιβράβευσης (οι διάφοροι παράδεισοι όλων των θρησκειών, η οικονομική επιτυχία ως επίγεια επιβράβευση από τον θεό των πιστών στον προτεσταντισμό, τα τάματα, τα πληρωμένα συγχωροχάρτια, κ.ο.κ., ως μέσα για την επίγεια ή μετά θάνατον επιβράβευση των πιστών). Έτσι και η προώθηση και χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών σήμερα δεν είναι απλώς μια προφανής οικονομική δοσοληψία, αλλά και μια άκριτη σχεδόν μεταφυσική τελετουργία: Ενημέρωση και διασκέδαση από αλγοριθμικά προσδιορισμένο περιεχόμενο, καθημερινή παρουσία σε σόσιαλ μίντια, ονλάιν πληρωμές, αγορές και χιλιάδες app για όλες τις καθημερινές λειτουργίες, οικειοθελής εκχώρηση των προσωπικών δεδομένων, των δεδομένων χρήσης και κάθε λεπτομέρειας της ζωής μας στις εταιρείες των τεχνοολιγαρχών, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Ταυτόχρονα, η επιβράβευση στη θρησκεία της τεχνολογίας έρχεται με τη μορφή του δικαιώματος στη συμμετοχή στο ψηφιακό κοινωνικό γίγνεσθαι, στο να ακούσει κάθε άτομο τη μουσική που θέλει χωρίς ψάξιμο ή διαφημίσεις, να ελαχιστοποιήσει τον κόπο του να πάει σε υπηρεσίες, να πάρει λίγη ντοπαμίνη είτε κοιτώντας reels στο κινητό του, είτε με το να καταφέρει τους καθημερινούς στόχους που της βάζουν τα apps του, είτε με το να δει μια καρδούλα ή ένα λάικ πλάι στο μήνυμα του στο Signal/Viber/Facebook.
Την ίδια στιγμή, οι τεχνοολιγάρχες που προωθούν αυτήν την καθημερινή θρησκευτική χρήση της τεχνολογίας συμπεριφέρονται κι οι ίδιοι ως αρχιερείς της: Ο Thiel της Palantir συγκρίνει τους επικριτές της ΤΝ με τον Αντίχριστο και ορκίζεται να τους κατατροπώσει, ενώ ο Elon Musk και ο Durov της Telegram –ως άλλες βιβλικές φιγούρες– τεκνοποιούν κατά ριπάς ώστε οι χαρισματικές τους προσωπικότητες να αναπαραχθούν βιολογικά. Πιο εύγλωττα, όμως, αυτή τη μεγαλομανία την έχει εκφράσει ο Altman της OpenAI, στα αρχικά στάδια του κολοσσού του: «Οι επιτυχημένοι άνθρωποι χτίζουν εταιρείες. Οι περισσότερο επιτυχημένοι χτίζουν χώρες. Οι πιο επιτυχημένοι άνθρωποι χτίζουν θρησκείες».
Αντί επιλόγου
Από την ισοπέδωση της Γάζας, του Λιβάνου και του Ιράν με στόχους επιλεγμένους από λογισμικά βασισμένα σε ΤΝ, μέχρι την καθημερινή εξάρτηση όλων από τον «βοηθό ΤΝ» της Google που τόσο άκριτα εμπιστευόμαστε, κι από τις ψηφιακές διευκολύνσεις του gov.gr wallet και των επιδομάτων μέχρι την ακατάσχετη κειμενογραφία του ChatGPT, είναι μόλις ένα τσιγάρο δρόμος. Η ψηφιακή τεχνοεπιστήμη δεν είναι «πρόοδος τοποθετημένη σε λάθος χέρια». Είναι ο κόσμος του κοινωνικο-ταξικού εχθρού, κατασκευασμένος από τον εχθρό, εμποτισμένος από την ιδεολογία του, που συνεχώς δημιουργεί ένα μέλλον καταστροφικό, αλλά –όχι ακόμα, ίσως– αναπόδραστο. Αυτό που μας αντιστοιχεί είναι να βρούμε τις «τεχνικές ενάντια στην [ψηφιακή] τεχνολογία […] για τη συλλογική μας ελευθερία» («Στους φίλους μας», Αόρατη Επιτροπή).
Άθως Σιμωνέτης & _gil


