Στον Λάκκο του gentrification

Στο Ηράκλειο λίγα μέρη απέμειναν να θυμίζουν αυτούς που αντιστάθηκαν και δεν συμβιβάστηκαν με την κοινωνική νομιμότητα της εποχής. Ο Λάκκος, μια συνοικία στο κέντρο της πόλης, αποτελεί μια ιστορικά κατεκτημένη περιοχή των ανθρώπων του περιθωρίου, που με την αντιφατική τους ζωή έρχονταν σε σύγκρουση, και αντιστέκονταν στην αστική τάξη του τότε.

Όλα ξεκίνησαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα με το «Διάταγμα περί χαμαιτυπείων», που συγκέντρωνε όλα τα πορνεία σε μια οριοθετημένη περιοχή – στη συγκεκριμένη περίπτωση στην περιοχή του Λάκκου. Η περιοχή άρχισε γρήγορα να γίνεται γνωστή για τους μάγκες, τους τεκετζήδες, τους ρεμπέτες, τους χασισέμπορους και γενικότερα για τον περιθωριακό τρόπο ζωής και διασκέδασης.

Απαξιωμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία, μέσα σε δύσκολες συνθήκες κατάφεραν να γράψουν τη δίκη τους ιστορία σε έναν τόπο που τους περιφρονούσε διαρκώς. Με τις μουσικές του, τους τεκέδες και τον παράνομο τρόπο ζωής αποτελούσε ένα μόνιμο βάρος για την τοπική κοινωνία, που προσπαθούσε απεγνωσμένα να αποτινάξει τα οθωμανικά της στοιχεία και να εξευρωπαϊστεί ακολουθώντας τα δυτικά πρότυπα ζωής. Ο Λάκκος όμως αντιστάθηκε, και, ιδιαίτερα μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών, αποτέλεσε το καταφύγιο για πολλούς πρόσφυγες που μάχονταν για την επιβίωση.

Το χρονικό της καταστροφής

Μέχρι πρόσφατα ο Λάκκος αποτελούσε μια διαφορετική γειτονιά του Ηρακλείου. Ήταν το μέρος όπου συμβίωναν οικογένειες λαϊκών στρωμάτων, φοιτητές, μετανάστες και ρομά, καθώς παρέμενε μια περιοχή ξεχασμένη, μακριά από επενδυτικά σχέδια και «αναπτυξιακά πλάνα».

Φυσικά οι παρεμβάσεις από τον δήμο Ηρακλείου δεν έλειψαν ποτέ. Με τη συμβολή του εδώ και μερικές δεκαετίες, μέρα με την μέρα, χάνεται και ένα σημαντικό κομμάτι του ιστορικού ιστού της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανέγερση του ογκώδους πολιτιστικού κέντρου, ενός συνδυασμού κακής αρχιτεκτονικής που θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί τερατούργημα από μπετό, πέτρα και μέταλλο. Φυσικά πέρα από τους λάθος προϋπολογισμούς, τις δεκαετίες που πέρασαν μέχρι να ολοκληρωθεί, και τους «χώρους πολιτισμού» που εν τέλει δημιουργήθηκαν (βλ. συνεδριακοί  χώροι προς ενοικίαση, εμπορικά καταστήματα, γραφεία, art cafe), αυτό το κτίριο έκτρωμα εκτείνεται μόλις λίγα μέτρα από τον Λάκκο καταστρέφοντας τον μορφολογικό και πολεοδομικό χαρακτήρα της περιοχής, και αναδεικνύοντας για ακόμη μια φορά τον μικροαστισμό και τη συνεχή οικονομική εκμετάλλευση των αρχών. Όμως, η «ανάδειξη και αξιοποίηση της περιοχής» από τον δήμο έχει γίνει περισσότερο αισθητή με την ολοκληρωτική ισοπέδωση του μεγαλύτερου μέρους της περιοχής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η ιστορική συνοικία Πηγάιδα στις βόρειες παρυφές του Λάκκου, το νοσοκομείο των μολυσματικών ασθενειών, ιστορικά κτίρια στην οδό Σπιναλόγκας και το νοσοκομείο των Αφροδισίων.
Αρχές του χρόνου, ο δήμος με πρόσχημα την ανάπλαση της παλιάς πόλης και την εφαρμογή ενός ευρύτερου δικτύου διανοίξεων (τελείως τυχαία δίπλα στο πολιτιστικό κέντρο), προχώρησε στην κατεδάφιση κτισμάτων σε έναν από τους πιο ιστορικούς δρόμους της περιοχής, βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιο πόλης του ’36.

Άξια αναφοράς είναι η απάντηση του δήμου στις αντιδράσεις που προέκυψαν:

«Επίσης, από την πρώτη στιγμή (η δημοτική αρχή) έσκυψε πάνω από υποβαθμισμένες περιοχές, όπως ο Λάκκος και η Αγία Τριάδα, στηρίζοντας εμπράκτως την προσπάθεια να αποκτήσουν νέα ζωή και ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητα. Είτε με έργα (ασφαλτοστρώσεις, φυτεύσεις, εξωραϊστικές παρεμβάσεις, ολοκλήρωση επιτέλους της έγκρισης της μελέτης ανάπλασης της Αγίας Τριάδας – με την πολύτιμη συμβολή του τοπικού περιβαλλοντικού συλλόγου), είτε με την υποστήριξη σημαντικών εθελοντικών δράσεων και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων.

Είναι, συνεπώς, τουλάχιστον άδικο να κατηγορείται για αδιαφορία σχετικά με τις ιστορικές συνοικίες του Ηρακλείου ή για εφήμερη λογική εξωραϊσμού».

 

Από την άλλη μεριά, σημαντική συμβολή για την απόκτηση νέας ζωής και ιδιαίτερης πολιτιστικής ταυτότητας έχουν οι καταστηματάρχες και οι φιλήσυχοι μικροαστοί της περιοχής, που με μια αηδιαστική επιστολή στις δημοτικές αρχές ζητούν την άμεση κατεδάφιση του παλιού κτιρίου του υγειονομικού που βρίσκεται στη πλατεία του Λάκκου, καθώς «ελλοχεύει ο κίνδυνος κατάληψης από ομάδες ρομά που έχουν εκδιωχθεί από οικίες της περιοχής».

Μιας και το γενικό καλό θέλει θυσίες για να επιτευχθεί το τρίπτυχο ησυχία,τάξη και ασφάλεια, να εξασφαλιστεί το άβατο του κτιρίου, και να περιοριστεί η παραβατικότητα της περιοχής, καθώς όπως τονίζεται σε μια ευαίσθητη και αναπτυσσόμενη περιοχή δεν χωράει άλλη μια κατάληψη Ευαγγελισμού (και προφανώς είναι σε θέση να κρίνουν ποιος χωράει και ποιος όχι), η εν λόγω επιστολή εμπεριείχε και έναν αριθμό προτάσεων προκειμένου να βοηθήσει στο έργο των αρχών. Συγκεκριμένα, η διακοπή παροχής υδροδότησης, η χρήση συναγερμού, η φύλαξη με security 24ώρες το 24ωρο, η ασφάλιση χωρίς δυνατότητα παραβίασης των θυρών και των παραθύρων αλλά και η επιτάχυνση των διαδικασιών κατεδάφισης μετά την εκκένωση του κτιρίου, ανεξάρτητα από τις εργασίες ανέγερσής του, μας υπενθυμίζουν για ακόμη μια φορά το πώς λειτουργεί η κανιβαλιστική κοινωνία σε βάρος των καταπιεσμένων-περιθωριακών υποκειμένων, και γενικότερα στους εχθρούς του κράτους. Μέσα σε λίγους μήνες μπάτσοι εισβάλλουν στο κτίριο του υγειονομικού και κάνουν έξωση στους ρομά που είχαν βρει καταφύγιο, ενώ νωρίτερα τον ίδιο χρόνο είχε πραγματοποιηθεί έξωση από τα σπίτια τους με παρουσία διμοιρίας των ΜΑΤ.

Τέτοια παραδείγματα μας βοηθούν να δούμε ξεκάθαρα ποιοι είναι απέναντί μας. Ο μικροαστός, ο νοικοκυραίος και το αφεντικό-βιοπαλαιστής αποτελούν τους βασικότερους πυλώνες του κράτους, που όσο και αν θέλουν να αυτοπαρουσιάζονται ως τίμιοι οικογενειάρχες και φιλήσυχοι πολίτες, είναι εκείνοι που θα παίξουν πιο εύκολα τον ρόλο του καταπιεστή, του ρουφιάνου ,του μπάτσου, και που τόσο αβίαστα θα ξεπουλήσουν κάθε χιλιοστό της ελευθερίας τους για τη δήθεν προστασία της περιουσίας τους.

Εξευγενισμός και art washing

Η έννοια του gentrification συνδέεται άμεσα με τη σχέση του καλλιτεχνικού χώρου με την κτηματαγορά. Ομάδες καλλιτεχνών ιχνηλατούν κατάλληλες περιοχές, οι οποίες αντανακλούν πολεοδομικά και κοινωνικά την καθημερινότητα των χαμηλών οικονομικά στρωμάτων και μειονοτήτων (όπως ρομά, φοιτητές, μετανάστες), το όποιο στα μάτια των μπουρζουάδων καλλιτεχνών φαντάζει ρομαντικό, με σκοπό να μεταλλάξουν βίαια αυτή την καθημερινότητα στα δικά τους καπιταλιστικά πρότυπα αισθητικής και ανάπτυξης.

Όλο αυτό το πανηγυράκι προσωπικής ανέλιξης ανοίγει διάπλατα τις πόρτες για επενδυτές και ιδιώτες, οι οποίοι επωφελούμενοι των χαμηλών τιμών των ακινήτων βρίσκουν ελεύθερο πεδίο για κέρδος, πλασάροντας εναλλακτικό προφίλ. Ανακαινίσεις σπιτιών, μαγαζιά και πολιτιστικά κέντρα εκτοξεύουν τις τιμές των ακινήτων, με άμεσο αποτέλεσμα τον σταδιακό εκτοπισμό του πληθυσμού της περιοχής που δεν έχει τη δυνατότητα να ανταπεξέλθει στα νέα δεδομένα. Σε περιπτώσεις δε που αυτοί οι πληθυσμοί συμπεριλαμβάνουν μειονότητες που ενεργοποιούν τα ρατσιστικά ένστικτα της μικροαστικής σαπίλας, αυτός ο εκτοπισμός πραγματοποιείται με τις ευχές και πλάτες της εκάστοτε τοπικής αυτοδιοίκησης. Και ενώ οι φιλελεύθεροι κα(πιτα)λοτεχνίτες πλασάρουν την επιχειρηματολογία περί δήθεν έλλειψης αισθητικής όσων αντιδρούν, δράσεις και κινήματα ξεπηδούν σε όλο τον κόσμο, απαρτιζόμενα και από καλλιτέχνες, που τάσσονται ενάντια στο art washing, αναγνωρίζοντας την κοινωνικοπολιτική διάσταση του εξευγενισμού και την εκ διαμέτρου αντίθεση του street art και του graffiti.

Τα παραδείγματα εξευγενισμένων πόλεων αυξάνονται συνεχώς μέρα με τη μέρα, και δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να τα παρατηρήσουμε. Περιοχές όπως η Πλάκα και το Μεταξουργείο αποτελούν ένα ευδιάκριτο παράδειγμα εξευγενισμού σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα.

Με βασικό παράγοντα το κράτος, από το 1979 και μετά, τα έργα ανάπλασης και ανάδειξης του ιστορικού ιστού της περιοχής μετέτρεψαν τους δρόμους της Πλάκας σε ένα αποστειρωμένο τουριστικό θέρετρο. Οι πεζοδρομήσεις, ο καθορισμός χρήσεων γης, η τροποποίηση του ισχύοντος ρυμοτομικού σχεδιασμού και των όρων δόμησης, ώστε να μείνει ανέπαφος ο παραδοσιακός πολεοδομικός ιστός, και άλλα μέτρα προστασίας και συντήρησης του μορφολογικού περιβάλλοντος της περιοχής είχαν σκοπό την αναβάθμιση και την οικονομική της ανάπτυξη. Η αξία της γης αυξήθηκε κατακόρυφα, και τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που ουσιαστικά συνέθεταν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της περιοχής ήταν φανερό ότι δεν είχαν χώρο σε αυτά τα σχέδια. Στην Πλάκα της τουριστικής ταβέρνας, των μαγαζιών σουβενίρ και των βιτρινών gallery, η συνοικία πέθανε.

Από την άλλη μεριά, το παράδειγμα του Μεταξουργείου μας δείχνει ακόμη πιο έντονα την βαθιά σύνδεση τέχνης-gentrification. Η ανάπλαση της περιοχής ξεκίνησε το 2004 περιλαμβάνοντας πεζοδρομήσεις αλλά και ένα γενικότερο πλάνο αξιοποίησης του κτιριακού δυναμικού, που παρέμενε ανεκμετάλλευτο λόγω πρόσφατης αποβιομηχάνισης. Τα εγκαταλειμμένα εργοστάσια και βιομηχανίες, που για αρκετούς άστεγους και μετανάστες αποτελούσαν το μοναδικό τρόπο επιβίωσης, μετατράπηκαν σε εκθεσιακούς και συναυλιακούς  χώρους. Όταν λοιπόν κράτος και κεφάλαιο δείχνουν το πραγματικό πρόσωπο της ανάπτυξης και των επιχειρηματικών πλάνων, τότε ο βίαιος εκτοπισμός των από τα κάτω είναι μονόδρομος.

THE LAKKOS PROJECT

Ο Λάκκος δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, καθώς είναι και αυτός μια συνοικία όπου ιστορικά έβρισκαν καταφύγιο τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, και παράλληλα διατηρεί τα κτίρια και τον χαρακτήρα περασμένων δεκαετιών. Παλιές μονοκατοικίες, τούρκικη αρχιτεκτονική, ξύλινοι οντάδες, κρήνες και στενά σοκάκια σχηματίζουν ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα γειτονιάς. Μιας γειτονιάς που είχε την ατυχία να ανακαλυφθεί από «εναλλακτικούς» καλλιτέχνες, που με πρόσχημα την ανάδειξη της περιοχής και τη διάσωση των σπιτιών, δημιούργησαν μια ομάδα με επίκεντρό τους τον Λάκκο, με όνομα “The lakkos project”.

Αρχικά το project ξεκίνησε πλασάροντας την ιστορικότητα της περιοχής, δημιουργώντας τοιχογραφίες με θεματολογία ορμώμενη από την εργατική τάξη του παρελθόντος (πχ. ρεμπέτες), παίρνοντας άδειες από τον δήμο και τους εκάστοτε μαγαζάτορες. Σύντομα, ο Λάκκος και η κεντρική του πλατεία, η οποία καταλήφθηκε από τραπεζοκαθίσματα, γίνανε πόλος έλξης για κάθε χίπστερ μεσοαστό ηρακλειώτη. Ιδιοκτήτες και μαγαζάτορες είδανε το πρώτο τους κέρδος, και άρχισαν να ενισχύουν περαιτέρω αυτό το εγχείρημα, πληρώνοντας για τον καλλωπισμό της ιδιοκτησίας τους, η οποία αναδεικνυόταν όλο και περισσότερο, αφού εν μέσω αυτής της κατάστασης τα παιδιά των ρομά, που μέχρι πρότινος έπαιζαν στην πλατεία, αναγκάστηκαν να αποσυρθούν στα γύρω πάρκα και στενά. Το πρώτο κομμάτι εξευγενισμού είχε ήδη έρθει, καθώς κύριο μέλημα όλων αυτών ήταν να εκδιωχθούν από κοινή θέα οι ρομά, οι ουσιοεξαρτώμενοι και οποιοδήποτε άτομο δεν διαθέτει το κατάλληλο budget. Οι καλλιτέχνες και το lakkos project είδανε και αυτοί τα πρώτα τους κέρδη, καθώς με τη διαφήμιση των έργων τους άρχισαν να κλείνουνε δουλειές. Σύντομα, και παράλληλα με την εκδίωξη των «ανεπιθύμητων» της περιοχής, έρχεται η εισαγωγή των «επιθυμητών». Στην περιοχή φυτρώνουν Art-Residency που προσκαλούν καλλιτέχνες, καταστρέφοντας τοίχους και graffiti, ζωγραφίζοντας πάνω τοιχογραφίες που αναπαριστούν αμάξια, χαρούμενα ετερόφυλα ζευγάρια, και θαλασσογραφίες με μηνύματα «Η ειρήνη είναι εφικτή», ως μια μοντέρνα pax romana. Η ευθύνη που θέλει να αποποιηθεί το κάθε απολιτίκ υποκείμενο, σε εμάς είναι ξεκάθαρη, όπως και η ευθύνη του lakkos project. Ο Λάκκος πλέον έχει γίνει -αφού έτσι αντιμετωπίστηκε από αυτό το project- τίποτε άλλο από ένα εμπορικό προϊόν προς εκμετάλλευση. Στον Λάκκο ήδη έχουν εμφανισθεί τα πρώτα διαμερίσματα airbnb, «εναλλακτικά» hostel, άνοδος ενοικίων και εκτοπισμός των ασθενέστερων στρωμάτων είτε με οικονομικούς όρους, είτε με όρους καταστολής.

Ενάντια σε κάθε εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, ενάντια σε κάθε διωγμό ρομά, μετανάστη και οποιουδήποτε καταπιεζόμενου υποκειμένου, στεκόμαστε αμείλικτοι και έτοιμοι να υπερασπιστούμε τις γειτονιές μας και την ελευθερία μας. Στη μάχη της καθημερινής επιβίωσης λοιπόν, είναι δική μας ευθύνη να μην αφήσουμε κράτος και κεφάλαιο να εκπληρώσουν τα σχέδια ενός δυστοπικού μέλλοντος που έχει χώρο μονάχα για λίγους.