ποίηση

ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ, ΦΥΛΛΟ #59

Άτιτλο (Εντελβάις #59)

Ο αέρας φύσηξε ξανά ζεστόςΨιθυρίζοντας αυτά που έγιναν τότεΚι αυτά που θα γίνουν ύστεραΣτα όνειρα μας μυρίζει καπνός και μας κοιτούν βαθουλωμένα σκούρα μάτιαΦαίνεται ο χειμώνας να τελειώνειαλλά άγνωστο πια το τί έρχεται στο κατόπι τουΤα λουλούδια μπορεί να ανθίσουν από συνήθεια αλλά εμείς θα προτιμήσουμε να μείνουμε άγονεςΆλλωστε,ο κόσμος στις μέρες μας είναι κατακόκκινοςσα […]

ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ, ΦΥΛΛΟ #59

Φέτος η καταιγίδα δεν θα έρθει (Εντελβάις #59)

Στην πόλη που ζούμε πλέον δεν βρέχειοι μόνες λάσπες που θα μείνουνείναι αυτές που αφήνουν οι αιματοβαμμένες μπότες των στρατιωτώνούτε μια σταγόνα δεν κατεβαίνει πια στην γηούτε μια σταγόνα για να ξεπλύνει τον απόηχο του πολέμουτις κραυγές, τα κλάματα ,τις προσευχέςη πόλη που ζούμε απλώνει κόκκινα χαλιά για τους δολοφόνουςανοίγει τις αγκάλες της και τους

Χωρίς κατηγορία

Κατάσταση πολιορκίας (Eντελβάις #58)

Κατάσταση πολιορκίας III Χρόνος παραμορφώθηκε, Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν. Ξέρεις πού θα με βρεις, Εγώ ο Φόβος. Εγώ ο θάνατος. Εγώ η μνήμη, ανήμερη. Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου, εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής. Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου. Θα θρυμματίζω τον ύπνο

ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ, ΦΥΛΛΟ #58

Εποχικές συγκρούσεις (Εντελβάις #58)

Εποχικές συγκρούσεις «Γιατί τόσο πολύ παθιάζεστε και φθείρεστε σ᾿ εποχικές συγκρούσεις;» μάς είπε κάποιος ποιητής σύντροφος παλιός τής εξορίας. «Έχω δει τόσα βασίλεια να γκρεμίζονται κι άλλα να υψώνονται στη θέση τους, τόσους άρχοντες να πέφτουν και τούς επίγονους να ερίζουν για το θρόνο. Μονάχα ή ποίηση είναι αιώνια. Λοιπόν, μη σπαταλιέστε σε πράγματα παροδικά.»

ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ, ΦΥΛΛΟ #57

Sumud (Εντελβάις #57)

Αντάρα χτυπάει τα κλαδιά της ελιάςπόλεμος σημαίνει θάνατος, ξεριζωμός Οι ρίζες φυτρώνουν ανάμεσα σε τανκςη προσφυγιά πληγή βαθιά, εκτοπισμός Ο κόσμος δεν γυρνάει για εμάςλήθη σημαίνει να ξεχνάς λέξεις που δεν γράφτηκαν από εμάςποτίζουν το χώμα που πατάς το όπλο μου κραδαίνω σαν με κοιτάςαντίσταση σημαίνει να αγαπάς ζωή μικρή ανώφελα δεν σε αφήνω να

ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ, ΦΥΛΛΟ #57

Πολιτεία χωρίς όνομα (Εντελβάις #57)

ΙΥ έρημοι δρόμοι βραδυνοίπου τους στοιχειώνει ο θάνατοςπου τους νοτίζουν τα δάκρυακι η νωπή μνήμηδρόμοι που κάθε νύχταπου μόνο τη νύχταοδηγούν τα βήματά μαςετοιμάζουνε την συνάντησή μαςτην μεγάλη μας συνάντηση έχω να κάνω έναν πικρόδρόμο για να σε βρω τις νύχτες κάνει παγωνιάσφίξε τα δόντια σου αδερφέτις νύχτες κάνει απόγνωσηπέτρωσε την καρδιά σουτις νύχτεςποιος περίμενε

ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ, ΦΥΛΛΟ #57

* (Εντελβάις #57)

Τα φλιτζάνια του καφέ μας, και τα πουλιά,και τ’ ανθισμένα δέντρα με τη διάφανη σκιά,κι ο ήλιος που πηδά από μάντρα σε μάντρα σαν γαζέλα,και τα σύννεφα που γράφουνμυριάδες σχήματα στον απέραντο ουρανό–σ’ ό,τι μας έμεινε απ’ αυτόν τον ουρανό-και οι λοιπές μνήμες που άντεξαν μέσα μας,αποδεικνύουν πως αυτό το πρωϊνόείναι όμορφο και δυνατό,κι εμείς

ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ, ΦΥΛΛΟ #57

Κι αν είναι πρώτος (Εντελβάις #57)

Να γίνει.Να συντριφτούν όλες αυτές οι πέτρεςπου εμποδίζουνε.Ν’ ανοίξουνε μεμιάς κάποιον καινούργιο δρόμονα θέσουν ερωτήματα κι άσκοπες συζητήσεις. Αίμα να τρέξει. Να πεταχτούν οι πίδακες στη γη για να ραντίσουντις τρύπιες σκέψεις μας – τα σπίτια και τα χέριαν’ αφανιστούν οι τύραννοι – να φύγουνμήπως ‘συχάσει η θάλασσα που ‘ναι φυλακισμένητώρα να γίνει.Κι αν είναι

ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ, ΦΥΛΛΟ #56

Εκεί είναι (Εντελβάις #56)

Για τα καλοκαίρια που έρχονταιγια όσα μας υπόσχονται από τώρακαι μας φτιάχνουν τη μέραδεν χρειάζεται να περιμένουμεας κοιταχτούμε μόνο στα μάτιαόχι βιαστικά κι επιπόλαιαόπως συνήθως συμβαίνειμ’ εκείνη την ευπρέπεια της συνήθειαςκαι της παρακμής αυτών των καιρώναλλά, κρατώντας ο ένας τα χέρια του άλλουαπερίσπαστοι, με αφοσίωση επιτέλουςας μείνουμε βαθιά μέσαστο βλέμμα το συντροφικόγιατί απλούστατα εκείμε υπομονήμε

ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ, ΦΥΛΛΟ #56

Η αγάπη είναι ο φόβος… (Εντελβάις #56)

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυαΌταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωσηΤα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτωνΚαι τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μάς ξεγελάΤην ώρα που ο χρόνος

Κύλιση στην κορυφή