μετάφραση από το γερμανικό Indymedia: https://de.indymedia.org/node/735725
[Βερολίνο] «Χτυπούν τον θάμνο μ’ ένα κλαδί, για να δουν τι κουνιέται»: Σχετικά με τις αστυνομικές εισβολές σε σπίτια συντροφιών στις 24 Μαρτίου 2026

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί την πρώτη δημόσια δήλωση της πολιτικής μας συλλογικότητας, η οποία βασίζεται στις αξίες της αλληλεγγύης, της αυτοοργάνωσης και της ελευθερίας από τα κάτω. Κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσης της συλλογικότητάς μας, σκοπεύαμε να δημοσιεύσουμε ένα αυτοπαρουσιαστικό κείμενο, που θα μοιραζόταν τις ιδέες μας και θα αντανακλούσε όλη τη διεργασία σύστασης της συλλογικότητας. Σε αυτή τη φάση, αυτό το κείμενο έρχεται με έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν που περιμέναμε, καθώς αποτελεί ταυτόχρονα και μια τοποθέτηση σχετικά με την πρόσφατη καταστολή των αναρχικών δομών και όσων συμμετέχουν στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες, συμπεριλαμβανομένων και εμάς. Καθώς αρκετοί άνθρωποι έχουν στοχοποιηθεί από τις εισβολές και το πρόσφατο κύμα καταστολής, συμπεριλαμβανομένου ενός από τους συντρόφους μας που έχει στοχοποιηθεί ευθέως, θεωρούμε, πρώτα απ’ όλα, απαραίτητο να δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μέσω αυτού του κειμένου. Δεύτερον, θέλουμε να εντάξουμε την τελευταία κατασταλτική επιχείρηση στο πλαίσιο των προσπαθειών του γερμανικού κράτους να στρατιωτικοποιήσει την οικονομία και την κοινωνία, προσπαθώντας να εξαλείψει κάθε μορφή αντίστασης. Το να βγούμε στο προσκήνιο ως συλλογικότητα σε αυτό το σημείο σημαίνει για εμάς να αντισταθούμε στις επιθέσεις του κράτους και να κάνουμε ένα βήμα μπροστά, όταν θέλουν να πιστέψουμε ότι η μόνη επιλογή είναι η υποχώρηση.
1. Οι εισβολές στο Βερολίνο στις 24 Μαρτίου: Τι συνέβη;
Ξεκινώντας πολύ νωρίτερα από την ημέρα της μαζικής στοχοποίησης αναρχικών –και όχι μόνο– δεν είναι κρυφό πως το κράτος παρακολουθεί ενεργά το σύνολο της κοινωνίας, και ειδικά οποιαδήποτε μορφή κινήματος προέρχεται από τα κάτω. Η προετοιμασία για αυτή τη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν είχε περάσει απαρατήρητη. Ασφαλίτες περιφέρονταν ενταντικά στους δρόμους του Βερολίνου. Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν ανησυχία σε πολλούς αναρχικούς, στους κοινωνικούς και πολιτικούς τους κύκλους, αλλά και στους συγγενείς τους – αργότερα αποδείχθηκε πως δεν ήταν απλώς στη φαντασία τους. Συμπληρωματικά, μια ευρύτερη επίθεση εναντίον του αναρχικού κινήματος είχε ανακοινωθεί δημόσια από την αστυνομία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στις αρχές Ιανουαρίου.
Την ημέρα της επιχείρησης, στις 24 Μαρτίου, ειδικές αστυνομικές δυνάμεις έκαναν εφόδους σε 17 «στόχους», κυρίως στο Βερολίνο, αλλά και σε άλλα μέρη της Γερμανίας. Στόχοι ήταν οι διευθύνσεις των τεσσάρων ατόμων που βρίσκονται επί του παρόντος στο επίκεντρο του διωκτικού κατασκευάσματος, μαζί με πολλά σπίτια άλλων ατόμων, την αναρχική βιβλιοθήκη Kalabal!k, το στέκι ‘’Scherer 8’’, το ‘’L5 Spätkauf’’ (περίπτερο) και ιδιωτικά αυτοκίνητα. Όλα ανοίχτηκαν με τη βία, κάποια με την απειλή όπλου, και στη συνέχεια ερευνήθηκαν, ενώ όσα άτομα ήταν παρόντα στους χώρους κρατήθηκαν δεμένα με χειροπέδες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι έρευνες ήταν πολύ εντατικές και περιλάμβαναν μέχρι και αστυνομικούς σκύλους που έψαχναν για ηλεκτρονικές συσκευές. Εκτός από τις πόρτες εισόδου, καταστράφηκαν πολλά αντικείμενα και εντός των διαμερισμάτων. Τα κατασχεθέντα ήταν κυρίως ηλεκτρονικές συσκευές και έντυπο υλικό. Οι κύριες κατηγορίες που αναφέρονται στην αστυνομική έρευνα είναι αντικρατικό σαμποτάζ και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, όπως περιγράφεται στο περιβόητο άρθρο §129.
Οι κατηγορίες σχετίζονται με μια δράση σαμποτάζ τον Σεπτέμβριο του 2025, όπου ένα κρίσιμο σημείο της ηλεκτρικής υποδομής στο νοτιοανατολικό Βερολίνο καταστράφηκε από πυρκαγιά, η οποία οδήγησε σε μια μεγάλη διακοπή ρεύματος που έπληξε κυρίως το τεχνολογικό πάρκο στο Adlershof και τις περισσότερες από τις 1.000 επιχειρήσεις του. Η ευθύνη για την εμπρηστική επίθεση αναλήφθηκε με ένα κείμενο υπογεγραμμένο από «Κάποιοι αναρχικοί», το οποίο την χαρακτήριζε ως επίθεση κατά του μεγαλύτερου τεχνολογικού πάρκου της Ευρώπης, επειδή αποτελεί μέρος του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος.
Αντί να διεξαχθεί έρευνα βασισμένη σε αποδεικτικά στοιχεία, στα αρχεία της αστυνομίας δεν υπάρχουν παρά μόνο εικασίες σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ ατόμων, οι οποίες συνάγονται από δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από τις μυστικές υπηρεσίες και την αστυνομία μέσα στα χρόνια. Η έρευνα δεν είχε ως στόχο να ενισχύσει [ήδη υπάρχουσες] υποψίες, αλλά αποκλειστικά να συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες και να επιδείξει κάποια δραστηριότητα στο ευρύ κοινό. Παρ’ όλο που 4 άτομα μεταφέρθηκαν στο αστυνομικό τμήμα για αναγκαστική λήψη DNA και μέτρηση των σωμάτων τους, κανένα δεν συνελήφθη εκείνη την ημέρα, ούτε μέχρι σήμερα. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει πόσο αβάσιμη είναι όλη η επιχείρηση.
2. Το θέαμα της καταστολής: Κρατική και δημοσιογραφική προπαγάνδα
Ενώ η αστυνομία και το κράτος γιόρταζαν αυτή την επιχείρηση, στην οποία συμμετείχαν 500 μέλη των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης τους σε διάφορα ομοσπονδιακά κρατίδια, γρήγορα έγινε σαφές τι είχε πραγματικά συμβεί εκείνο το πρωί: Ένα επικοινωνιακό κόλπο για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι ανακριτές βρίσκονται στα ίχνη των υπεύθυνων για τις επιθέσεις κατά των υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας.
Μέσω των εφόδων σε ομοσπονδιακά κρατίδια εκτός του Βερολίνου, και σε συνεργασία με τα μέσα ενημέρωσης και τα δελτία τύπου της αστυνομίας, επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί η εικόνα μιας ομάδας η οποία λειτουργεί σε μεγάλη κλίμακα και θεωρείται επικίνδυνη. Όλα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως μια προσπάθεια να δημιουργηθεί η εντύπωση μιας μεγαλύτερης, εξαιρετικής και «χολιγουντιανής» πανεθνικής επιχείρησης. Από το πατρικό σπίτι ενός από τους κατηγορούμενους έκλεψαν μια στοίβα ημερολογίων εφηβείας, πιθανώς με την ελπίδα να βρουν κάποια σύνδεση με το σαμποτάζ του Σεπτεμβρίου. Πρόκειται προφανώς για μια ενέργεια με στόχο να επηρεάσει ψυχολογικά τους κατηγορούμενους και να παραβιάσει την ιδιωτική τους ζωή. Και αυτό είναι ένα ακόμη σημάδι ότι οι κατηγορίες της αστυνομίας δεν υποστηρίζονται από καμία απόδειξη, και στοχεύουν στη δημιουργία του ψυχολογικού προφίλ ενός λεγόμενου εγκληματία, με βάση παιδικές αναμνήσεις.
Είναι σαφές ότι η πίεση προς την αστυνομία είχε ήδη ενταθεί. Ιδιαίτερα μετά από μια ακόμη διακοπή ρεύματος λόγω σαμποτάζ, τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, και μετά από ορισμένα σοβαρά επικοινωνιακά σφάλματα του δημάρχου του Βερολίνου όσον αφορά τη διαχείριση της κρίσης, όταν ολόκληρες συνοικίες έμειναν χωρίς ρεύμα εν μέσω χειμώνα. Ως αποτέλεσμα, η κρατική προπαγάνδα έγινε όλο και πιο επιθετική. Αποφάσισαν να επινοήσουν μια υποτιθέμενη ομάδα για να μετριαστεί η πίεση. Ξαφνικά, το αστικό τοπίο γέμισε με αφίσες που ζητούσαν πληροφορίες έναντι μιας αμοιβής του ενός εκατομμυρίου ευρώ.
Αντί φυσικά να βοηθήσει οικονομικά όσους επλήγησαν από τη διακοπή ρεύματος, προσέφερε ένα εκατομμύριο ευρώ για πληροφορίες που θα οδηγούσαν σε συλλήψεις. Κάνοντάς το να μοιάζει με παιχνίδι, το κράτος προώθησε για άλλη μια φορά τον κοινωνικό κανιβαλισμό. Σε μια εποχή οικονομικής αβεβαιότητας και αυξανόμενης ανάγκης για αμοιβαία υποστήριξη, το κράτος καλεί να προδώσουμε η μία το άλλο, και να συνεργαστούμε με τον μηχανισμό καταστολής, προκειμένου να καταστρέψει και τα τελευταία απομεινάρια αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων, τη ζωή των οποίων θα διευκόλυνε σημαντικά ακόμη και ένα μικρό μέρος αυτού του 1.000.000.
Διαδόθηκε η εικόνα των ανήθικων ακροαριστερών ή τρομοκρατών που δεν δίνουν καμία αξία στην ανθρώπινη ζωή. Στόχος ήταν να προετοιμαστεί το κοινωνικό έδαφος για το επόμενο μεγάλο κύμα καταστολής, και ταυτόχρονα να ενισχυθεί η ποινικοποίηση του αναρχικού κινήματος. Στην πραγματικότητα, όμως, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η αλληλεγγύη πολλών ανθρώπων τις ημέρες μετά τις εισβολές ήταν μεγάλη, και προήλθε από πολλές διαφορετικές πλευρές. Πολλοί πρόσφεραν τη βοήθειά τους, αφού διάβασαν για τις έρευνες στις εφημερίδες. Η αλληλεγγύη εκδηλώθηκε υλικά και έμπρακτα.
3. Πίσω από τις εισβολές και το νομικό κατασκεύασμα – το άρθρο §129
Το προαναφερθέν άρθρο §129 θεσπίστηκε το 1871 από τη Γερμανική Αυτοκρατορία, και έχει τις ρίζες του στην πολιτική καταστολή εναντίον αντιπολιτευτικών ομάδων και κινημάτων – έναν ρόλο που εξακολουθεί να εξυπηρετεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με το κείμενο, ποινικοποιεί την ίδρυση και τη συμμετοχή σε μια ομάδα που διαπράττει ποινικά αδικήματα κατά την επιδίωξη κοινών συμφερόντων. Δεδομένου ότι η διατύπωσή του είναι ασαφής, δεν ποινικοποιεί συγκεκριμένες πράξεις, αλλά αποκλειστικά τη σχέση μεταξύ ανθρώπων που, για οποιονδήποτε λόγο, θεωρούνται ή κηρύσσονται επικίνδυνοι από το κράτος. Μόλις διατυπωθεί η υπόθεση της ύπαρξης εγκληματικής οργάνωσης, το μοναδικό αντικείμενο των ερευνών είναι η αποσαφήνιση των διαπροσωπικών σχέσεων. Η αστυνομία διατυπώνει υποθέσεις σχετικά με τη φύση και τον βαθμό των προσωπικών επαφών. Είναι δύσκολο ή και αδύνατο να αμφισβητηθούν ή να αντικρουστούν αυτοί οι ισχυρισμοί. Στο παρελθόν, οι δικαστικές διαδικασίες ξεκινούσαν μόνο μετά από πολλά χρόνια ή δεν ξεκινούσαν καθόλου. Αυτό σημαίνει ότι οι ύποπτοι εκτίθενται στο ευρύτερο φάσμα κρατικών ερευνών και δεν διαθέτουν νομικά μέσα για να αντιδράσουν. Το άρθρο §129 είναι φτιαγμένο για τα χέρια της αστυνομίας και, ως εκ τούτου, αποτελεί ένα ιστορικό εργαλείο εκδίκησης και καταστολής.
Στις δημοσιεύσεις που σχετίζονται με τις πρόσφατες εισβολές, γίνεται ανοιχτά η παραδοχή ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν οποιοδήποτε «έγκλημα». Με αφετηρία μια γενική υποψία και ως ανοιχτή κήρυξη πολέμου εναντίον των αναρχικών, αμέτρητες και πολύ διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις που συνθέτουν το κίνημα, αναφέρονται στις έρευνες και υπόκεινται σε παρακολούθηση και βία.
Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, στα αρχεία καταγράφονται αμέτρητοι «ταυτοποιημένοι» σύνδεσμοι, και γίνονται εικασίες για τις πολιτικές τους ιδέες. Χρησιμοποιώντας εκτεταμένα μέσα, εισχώρησαν στην ιδιωτική και προσωπική ζωή πολλών ανθρώπων, μόνο και μόνο για να πολλαπλασιάσουν τις υποθέσεις, αντί να βγάλουν το συμπέρασμα από την έλλειψη εγκληματολογικών αποδείξεων και να σταματήσουν τις έρευνες. Ο στόχος δεν είναι σαφώς η άσκηση ποινικής δίωξης και η έναρξη δικαστικής διαδικασίας που να ανταποκρίνεται με οποιονδήποτε τρόπο στο αστικό δίκαιο, αλλά αντίθετα η εκδίκηση εναντίον αντιπολιτευτικών ή απλά επαναστατικών στάσεων στην κοινωνία μέσω ετών μαζικού ψυχολογικού πολέμου, τρομοκρατίας, σωματικών επιθέσεων και συχνά προφυλακίσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτός από άτομα που απλώς γνωρίζονται μεταξύ τους, στο στόχαστρο των ερευνών βρέθηκαν επίσης σύντροφοι, φίλοι και μέλη της οικογένειας. Αυτό συνιστά συλλογική ευθύνη και αποτελεί μια ακόμη απόδειξη ότι το γερμανικό κράτος δεν έχει απομακρυνθεί καθόλου από τις παλιές ιδέες της αυτοκρατορίας και του ναζιστικού καθεστώτος.
Μιλούν για «οργάνωση», χωρίς να ορίζουν ή να περιγράφουν τι σημαίνει αυτό, και τι σχέση έχει με τους ισχυρισμούς εναντίον των υπόπτων ατόμων. Κατασκευάζουν ακαθόριστες και ανύπαρκτες οργανώσεις. Χρησιμοποιούν το άρθρο §129 χωρίς τη νομική απαίτηση να δικαιολογήσουν, βάσει αποδεικτικών στοιχείων, πώς λειτουργούν αυτές οι οργανώσεις ή ποια είναι η χρονική περίοδος ύπαρξής τους. Οι φιλίες, οι πολιτικές σχέσεις και ακόμη και η οικογένεια μετατρέπονται σε «οργάνωση». Κάθε άτομο ξεχωριστά, μαζί και τα κατασχεθέντα υπάρχοντά του, καταγράφονται κατά τρόπο καταχρηστικό από τον μηχανισμό καταστολής, προκειμένου να στηριχθεί η κατασκευασμένη αυτή εικόνα. Αυτό το άρθρο γίνεται το ισχυρότερο νομικό εργαλείο, καθώς ανοίγει διάπλατα την πόρτα στην αστυνομία –η οποία είναι ούτως ή άλλως γνωστή για τον τρόπο που κατασκευάζει κατηγορίες και υποθέσεις– να είναι όσο ασαφής και αόριστη θέλει. Και πράγματι, αξιοποιεί πλήρως το άρθρο – τόσο για να αποτρέψει το κίνημα, όσο και για να δώσει το παράδειγμα σε όλους όσους σκέφτονται έστω και να αντισταθούν.
4. Είναι όλα αυτά αυθαίρετα;
Το κράτος επεκτείνει συνεχώς την επιτήρησή του, και κινείται όλο και πιο πρόδηλα στο πεδίο των «δυνητικών κινδύνων» και των υποθέσεων. Οι έρευνες υπερβαίνουν τα όρια τού τι μπορεί να αποδειχθεί με σαφήνεια, και βασίζονται κυρίως σε εικασίες ή σε ανύπαρκτα και κατασκευασμένα αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό κάνει την καταστολή να φαίνεται μερικές φορές αυθαίρετη. Ωστόσο, ακόμη και αν οι κατασταλτικές στρατηγικές περιέχουν στοιχεία αυθαιρεσίας, αυτό δεν ισχύει για τη συνολική διαδικασία και τους στόχους της. Η ιστορία δείχνει ότι το κράτος φυλακίζει τους πολιτικούς του εχθρούς και, όποτε το αποφασίσει, επιχειρεί να τους εξοντώσει ολοκληρωτικά. Από τη δεκαετία του 1970 έως τη δεκαετία του 1990, ο κρατικός ορισμός των εσωτερικών εχθρών ήταν απολύτως σαφής και καθόλου αυθαίρετος. Η αντιμετώπισή του έναντι των λεγόμενων αριστερών αγωνιστών ή εξτρεμιστών, ιδίως ως αντίδραση σε ομάδες όπως η Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF), περιλάμβανε εκτεταμένη παρακολούθηση, διείσδυση, δολοφονίες και βίαιη καταστολή από τις αρχές όπως την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία για την Προστασία του Συντάγματος (Μυστικές Υπηρεσίες – BfV). Οι επαναστατικές ιδέες, ιδίως εκείνες που αμφισβητούν ουσιαστικά την εξουσία και την ισχύ, υπόκεινται σε συνεχή καταπίεση και ωμή βία. Αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά ένα μοτίβο. Τα κράτη από καιρό κατασκευάζουν και χρησιμοποιούν την ιδέα του «εσωτερικού εχθρού» ή του «εξτρεμισμού», στοχεύοντας σαφώς σε όσους αντιτίθενται στα ίδια. Όταν, για παράδειγμα, αναρχικοί ή άλλοι πολιτικοί αντίπαλοι ορίζονται ως εχθροί από το γερμανικό κράτος, αυτό γίνεται για να δικαιολογηθεί η στοχοποίηση όχι μόνο μεμονωμένων ατόμων, αλλά και ολόκληρων κοινοτήτων, προκειμένου να σπείρει τον φόβο και να σπάσει την αλληλεγγύη. Όλα αυτά τα «μισόλογα» και η αοριστία δεν πηγάζουν από σύγχυση, αβεβαιότητα ή κάποιου είδους αδυναμία. Πρόκειται για μια γνωστή και συνειδητή στρατηγική. Οι εξουσιαστές ξέρουν ακριβώς τι κάνουν: Χρησιμοποιούν κατασταλτικά μέσα, όπως έρευνες και εφόδους, για να επιδείξουν τη δύναμή τους και να παρουσιάσουν την αντίσταση ως απειλή προς όλους. Οι σημερινές τακτικές ακολουθούν την ίδια λογική με αυτές του παρελθόντος. Στόχος δεν είναι μόνο η τιμωρία, αλλά ο έλεγχος, ο εκφοβισμός και η διατήρηση της εξουσίας.
5. Νέοι νόμοι αστυνόμευσης: Παρακολούθηση, έλεγχος και καταστολή
Την ίδια περίοδο που ετοιμάζονταν οι εισβολές του Μαρτίου και εκείνο το μεγαλύτερο κύμα καταστολής, ψηφίστηκαν νέοι, πιο εξελιγμένοι νόμοι αστυνόμευσης. Ο χρόνος εφαρμογής αυτών των μέτρων και η κλιμάκωση της καταστολής δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν τυχαία ή ασύνδετα. Χρονικά και στρατηγικά, οι τελευταίες εξελίξεις είναι στενά συνδεδεμένες. Αυτό το κύμα καταστολής φαίνεται να λειτουργεί συνειδητά ως δοκιμή, ως ευρύτερη αξιολόγηση και σύγκριση παλαιών και νέων κρατικών νομικών μέσων και δυνατοτήτων παρακολούθησης.
Στις 4 Δεκεμβρίου 2025 ψηφίστηκε στο Βερολίνο η επέκταση του «Γενικού Νόμου για την Ασφάλεια και τη Δημόσια Τάξη» (ASOG). Ο νέος νόμος διευρύνει τις εξουσίες του κράτους, και περιορίζει σημαντικά τα θεμελιώδη δικαιώματα. Οι νέοι νόμοι για την αστυνομία περιλαμβάνουν την υποστηριζόμενη από τεχνητή νοημοσύνη ζωντανή βιντεοεπιτήρηση στις λεγόμενες «επικίνδυνες ζόνες».1 Η αστυνομία του Βερολίνου έχει πλέον το δικαίωμα να αναζητά διαδικτυακά, με τη βοήθεια εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, φωτογραφίες και βίντεο ατόμων που είναι ύποπτα για ποινικό αδίκημα, και να τα συγκρίνει με τις βάσεις δεδομένων της. Επίσης, είναι πλέον επίσημο ότι η αστυνομία επιτρέπεται να εισέρχεται κρυφά σε ιδιωτικές κατοικίες για να εγκαταστήσει Staatstrojaner (κρατικά συστήματα παρακολούθησης trojan) σε ηλεκτρονικές συσκευές. Αυτό που παλαιότερα ανήκε μόνο στον μυστικό τομέα των «υπηρεσιών πληροφοριών» (Verfassungsschutz) έχει πλέον νομιμοποιηθεί επισήμως και ισχύει για περισσότερες αστυνομικές αρχές. Το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι η ασυλία της αστυνομίας από ποινική δίωξη σε περίπτωση χρήσης όπλων έχει διασφαλιστεί περαιτέρω – ο νόμος αυτός παρέχει πλέον σε όλα αυτά ένα πιο επίσημο νομικό πλαίσιο.
Η επέκταση των νόμων περί κατασκοπείας παρεμβαίνει όλο και πιο βαθιά στην καθημερινή ζωή όλων όσων θεωρούνται ύποπτοι. Μεγάλα τμήματα της κοινωνίας θεωρούνται ύποπτα από το κράτος. Οι σχέσεις χαρτογραφούνται, οι κινήσεις παρακολουθούνται, οι συνομιλίες καταγράφονται και ανακατασκευάζονται. Καθημερινά πράγματα, όπως οι συναντήσεις με φίλους, η συμμετοχή σε συγκεντρώσεις, το μοίρασμα φυλλαδίων και η ανταλλαγή πολιτικών ιδεών, επανερμηνεύονται υπό το πρίσμα της υποψίας ή του «εξτρεμισμού». Αυτό που κάποτε θεωρούταν μέρος της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, τώρα κατατάσσεται ως μέρος ενός «δικτύου», μιας «δομής» ή μιας «συνωμοσίας». Με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η πραγματικότητα ανακατασκευάζεται από τον μηχανισμό καταστολής. Οι πιο οικείοι και «ασφαλείς χώροι» μας, όπως για παράδειγμα τα σπίτια μας, μετατρέπονται σε σκηνές ερευνών και επιχειρήσεων παρακολούθησης, σε υπαίθριες φυλακές. Χωρίς δικαστικές διαδικασίες και καταδίκες, οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται ως «ύποπτοι» μόνο και μόνο λόγω των πολιτικών τους ιδεών.
Αυτό δεν είναι βέβαια κάτι καινούργιο – ωστόσο, με την επέκταση αυτών των νόμων, το κράτος επιδιώκει να εισχωρεί όλο και περισσότερο στους βαθύτερους και πιο προσωπικούς τομείς της ζωής των ανθρώπων. Κι αυτό γίνεται προληπτικά, πράγμα που σημαίνει ότι οι παρεμβάσεις και οι κυρώσεις βασίζονται αποκλειστικά σε υποθέσεις. Οι τελευταίες επεκτάσεις των κρατικών μέσων καταστολής αποτελούν το αποκορύφωμα των πρόδηλων φασιστικών μεθόδων και των αδιαμφισβήτητων δογμάτων τους περί δικαίου και τάξης. Μετά τις εισβολές της 24ης Μαρτίου, ο Μπένιαμιν Γιέντρο από το συνδικάτο της αστυνομίας (GdP) μίλησε για τον «αριστερό εξτρεμισμό ως ένα καρκινικό όγκο που κατατρώει την κοινωνία μας και, δυστυχώς, βρίσκει συνεχώς γόνιμο έδαφος και στον πολιτικό χώρο». Μεταξύ πολλών άλλων, αυτή η πολιτική δήλωση από το στόμα των εξουσιαστών δίνει την απάντηση στο γιατί οι νεοφιλελεύθεροι συνεχίζουν να επεκτείνουν και να κλιμακώνουν τον κατασταλτικό τους μηχανισμό.
Τα καθημερινά γεγονότα ερμηνεύονται εκ νέου ως απειλή, με σκοπό να πλήξουν τη ζωή όσων αντιστέκονται, καθώς και τις σχέσεις και τους χώρους όπου νιώθουν ασφάλεια. Μέσω της σωματικής και ψυχολογικής βίας, ο μηχανισμός καταπίεσης προσπαθεί να προκαλέσει μόνιμη βλάβη στους ανθρώπους, να τους απομονώσει από το περιβάλλον τους και να τους απομακρύνει από πολιτικές ιδέες και κινήματα. Έτσι, η γλώσσα της δημοκρατίας χρησιμεύει πρωτίστως για να νομιμοποιήσει την επέκταση της επιτήρησης, του ελέγχου και της καταστολής. Το επιθυμητό αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η άμεση καταστολή, αλλά και η δημιουργία μιας γενικότερης ατμόσφαιρας ανασφάλειας και πίεσης. Οι άνθρωποι αρχίζουν να αμφισβητούν αυτό που λένε, το πού πηγαίνουν, το πότε γελάνε ή κλαίνε ή ποιον συναντούν στους ιδιωτικούς τους χώρους. Αυτό δεν είναι τυχαίο, είναι μέρος των βασικών λειτουργιών αυτών των νόμων. Δεν έχουν δημιουργηθεί μόνο για να τιμωρούν, αλλά και για να απομονώνουν, να προδικάζουν και να διχάζουν.
Στόχος είναι να δυσκολέψουν τη συλλογική οργάνωση, κάνοντάς τη να φαίνεται επικίνδυνη και απρόβλεπτη. Από τη «δική μας» πλευρά, ως κίνημα, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι πρέπει να εκτρέψουμε τις προσπάθειες καταστολής του κράτους, να γίνουμε ισχυρότεροι και να έρθουμε πιο κοντά ο ένας στην άλλη ώστε να συνεχίσουμε τον αγώνα.
6. Η καταστολή ως μέρος της στρατιωτικοποίησης
Οι εισβολές πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της πολιτικής εξοπλισμού και προετοιμασίας της κοινωνίας για πόλεμο. Στηρίζουν ενεργά και συστηματικά την εγκατάσταση της βιομηχανίας όπλων στο κέντρο της εργατικής συνοικίας του Wedding, και αποτελούν ένα από τα πολλά κατασταλτικά μέτρα κατά της αντίστασης στην υποχρεωτική στρατολόγηση. Η καταστροφή του info shop από την αστυνομία, που βρίσκεται στην οδό Scherer 8, κοντά στο εργοστάσιο πυρομαχικών της Rheinmetall στο Wedding (το οποίο πρόκειται να ξεκινήσει την παραγωγή), αποτελεί άμεση απάντηση του κράτους στο γεγονός ότι το κίνημα έχει δημιουργήσει εκεί έναν δημόσιο χώρο. Πολλοί άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων μαθητών που επηρεάζονται άμεσα από τη στρατολόγηση, και οι οποίοι αποτελούν τους κύριους διοργανωτές της εναντίωσης σε αυτήν, συναντιούνται εκεί τους τελευταίους μήνες με στόχο να ανατρέψουν τις προτεραιότητες της κυβέρνησης. Εισβολές έγιναν επίσης και στα ιδιωτικά δωμάτια αρκετών ανθρώπων που οργανώνονται εκεί. Είναι προφανές ότι το κράτος και η βιομηχανία όπλων καταγράφουν την αντίσταση στα σχέδιά τους, την παρακολουθούν με όλα τα μέσα τους και, αν είναι δυνατόν, την καταστέλλουν με βία. Θέλουν οι κάτοικοι του Wedding, συμπεριλαμβανομένων πολλών με προσφυγικό υπόβαθρο, να αποδεχθούν ότι δημιουργείται εκεί μια βάση για τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.
Θέλουν το εργοστάσιο όπλων να ξεκινήσει τη λειτουργία του χωρίς σημαντικά προβλήματα, και να διοχετεύσει τεράστια κεφάλαια στα χέρια των γερμανών μεγαλοεπιχειρηματιών. Χρήματα που «αποσπώνται» από τον λαό εδώ μέσω φόρων, περικοπών στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και υγείας, χαμηλών μισθών και κρυφών μορφών καταναγκαστικής εργασίας, όπως οι θέσεις εργασίας του 1 ευρώ ή η εργασία των φυλακισμένων. Τα κέρδη της Rheinmetall προβλέπεται να αυξηθούν κατά 45% –14,5 δισεκατομμύρια ευρώ– το 2026. Ξεπουλάει όλη την εμπορική παραγωγή αυτοκινήτων για να «επικεντρωθεί εξ ολοκλήρου» στην κατασκευή όπλων.
Επιπλέον, το κράτος θέλει η περιοχή προλεταριακών κατοικιών να λειτουργήσει ως ανθρώπινη ασπίδα. Όχι με στόχο ο εχθρός να αποφύγει να επιτεθεί στη στρατιωτική βιομηχανία σε περίπτωση πολέμου, αλλά για να παρουσιάσει διαμελισμένα πτώματα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως απόδειξη της απανθρωπιάς του εχθρού τους. Ωστόσο, θέλουν να προστατεύσουν τα εργοστάσια θανάτου τους με άλλα οπλικά συστήματα: Πύργους αντιαεροπορικής άμυνας και πυραυλικές μονάδες, όπως συνέβη ήδη στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο στο Humboldthain. Η αντιπυραυλική ασπίδα για το Βερολίνο επεκτείνεται ραγδαία αυτή τη στιγμή. Η νεότερη προσθήκη της, το ισραηλινό σύστημα «Arrow 3», είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική εξαγωγή του κράτους του απαρτχάιντ μέχρι σήμερα, και παραδόθηκε στη Γερμανία σε αντάλλαγμα 3,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτά τα μέτρα μετατρέπουν τη γερμανική πρωτεύουσα σε κέντρο υψηλής ασφάλειας, όπου η κυβέρνηση και η οικονομία μπορούν να συνεχίσουν να επιδιώκουν το όραμά τους για απόλυτη νίκη και ένα αιώνιο Ράιχ, ακόμα και στο ενδεχόμενο ενός ακόμη παγκόσμιου πολέμου. Το εργοστάσιο θανάτου στο Wedding είναι μόνο το πρώτο βήμα. Αν επιβληθεί και αν δεν υπάρξει αντίσταση, τότε θα ακολουθήσουν σύντομα κι άλλα, και τα όνειρα των Merz και Pappberger θα φουσκώσουν, όπως φούσκωσαν τότε τα όνειρα του Χίτλερ και του Krupp.
Η εκμετάλλευση των ανθρώπων σε συνοικίες όπως το Wedding, με σκοπό την παραγωγή θανατηφόρων και καταστροφικών βιομηχανικών προϊόντων, επισημαίνει μια αντίφαση που έχει την προοπτική να αμφισβητήσει και να αποκαλύψει ολόκληρο το σύστημα. Το κράτος, γνωρίζοντας τους κινδύνους που συνδέονται με την κλιμάκωση, και έχοντας οδηγήσει τον εαυτό του και την κοινωνία σε μια κατάσταση μόνιμων καπιταλιστικών κρίσεων, απαντάει σε κάθε σημάδι αντίστασης με μαζικά χτυπήματα. Η διαμαρτυρία πρέπει να σταματήσει πριν καν ξεκινήσει, ώστε σε καμία περίπτωση να μην αναδυθεί στους δρόμους ένα κίνημα που θα αμφισβητήσει το κρατικό αφήγημα. Έχουμε δει τη βίαιη αντίδραση του κράτους στην αναζωπύρωση του αντιπολεμικού κινήματος στους δρόμους, που πυροδοτήθηκε από τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη και την αισχρή ιμπεριαλιστική βία στην ευρύτερη περιοχή της SWANA (South-West Asia & North Africa – νοτιοδυτική Ασία και βόρεια Αφρική). Η αναρχική ιδεολογία και δράση, όπως συμβαίνει καθ’ όλη τη διάρκεια την ιστορία, αποτελεί την πιο ευθεία πρόκληση για όλα τα κράτη και την εξουσία τους. Αυτό εξηγεί γιατί μία συγκέντρωση, ή η απλή εκτύπωση και διανομή κειμένων και αφισών ενάντια σε ένα εργοστάσιο όπλων, όπως αυτό στο Wedding, προκαλούν τόσο μεγάλο ενδιαφέρον στην αστυνομία.
7. Η επίθεση εναντίον όσων αντιστέκονται
Στο κλίμα του επανεξοπλισμού, καθώς ο δημόσιος διάλογος μετατοπίζεται προς τα δεξιά, και η κοινωνική νομιμοποίηση του άλλοτε «αδιανόητου» επίσης μετατοπίζεται προς την περαιτέρω στρατιωτικοποίηση και τον αυστηρότερο τεχνολογικό έλεγχο της κοινωνίας, κάθε κίνηση που αντιτίθεται σε αυτά θεωρείται επικίνδυνη. Αυτή η κοινωνική νομιμοποίηση πρέπει να «διεκδικηθεί» με μεγαλύτερη ένταση εν μέσω μιας παγκόσμιας κρίσης του κόστους διαβίωσης, ενεργειακής φτώχειας και αποδυνάμωσης των οικονομιών. Η κοινωνία πρέπει να εμπεδώσει τη σπάνη και τον φόβο του «Άλλου», την ίδια στιγμή που το χρήμα και οι πόροι για όπλα και κατασταλτική τεχνολογία ρέουν άφθονα. Ο πόλεμος θεωρείται και πάλι κοινωνική αναγκαιότητα, με τον Merz να δηλώνει ότι «η Γερμανία πρέπει επιτέλους να αναλάβει την ευθύνη για τη δική της ασφάλεια», και η υποχρεωτική στρατολόγηση να μπει στο τραπέζι. Αν δεν ήταν ήδη προφανές, μπορούμε να δούμε τις προτεραιότητές του κράτους, και πού βρίσκονται τα πραγματικά κίνητρά του, όταν στέλνει αστυνομικούς να παρακολουθούν ανθρώπους που μοιράζουν φυλλάδια ή κολλάνε αφίσες κατά της παραγωγής όπλων.
Κατά την τελευταία παρακολούθηση μάλιστα, περιγράφηκαν άτομα να επισκέπτονται περιοχές στρατιωτικής σημασίας και κρίσιμων υποδομών, αλλά κανείς δεν μπορεί να κινηθεί μέσα στην πόλη ή τη χώρα χωρίς να περάσει από τέτοιες δομές ή περιοχές. Αυτοί τις χτίζουν, αλλά στοχοποιούν εμάς επειδή ζούμε ανάμεσά τους. Η κοινωνία αναγκάζεται να ζει μέσα σε μια –και με υλικούς όρους– στρατιωτικοποιημένη δομή, δίπλα σε πυραυλικές μονάδες στα δάση, σε κάμερες παρακολούθησης με τεχνητή νοημοσύνη στα πάρκα, σε εργοστάσια κατασκευής όπλων απέναντι από σχολεία, με παραδόσεις στρατιωτικού υλικού στα λιμάνια.
Η στρατιωτικοποίηση έρχεται χέρι-χέρι με τις περικοπές στην κοινωνική ασφάλιση που, σύμφωνα με το κράτος και όσους είναι στην εξουσία, «δεν μπορούν πλέον να καλυφθούν» – με σημαντικές περικοπές στα επιδόματα στέγασης και θέρμανσης, αύξηση των ασφαλίστρων υγείας κατά 2,5-4%, με το υγειονομικό και ασφαλιστικό σύστημα της Γερμανίας να προβλέπεται ότι θα καταρρεύσει έως το 2027, και ήδη με 1 στους 5 Γερμανούς άνω των 65 ετών να κινδυνεύει από φτώχεια, ενώ η αύξηση του φόρου εισοδήματος για τις εταιρείες ή τους υψηλόμισθους δεν τίθεται καν υπό συζήτηση. Οι νέες προτεινόμενες αλλαγές στους νόμους κοινωνικής ασφάλισης εισάγουν τιμωρητικά μέτρα που καταστρέφουν παροχές όπως το αντίστοιχο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, παραβιάζοντας τις ίδιες τις συνταγματικές εγγυήσεις του κράτους.
Ιδιωτικά κέρδη και κοινωνικοποιημένη ζημιά..
Αυτό είναι ο ταξικός πόλεμος. Πρόκειται για επίθεση εναντίον των φτωχών και των αγωνιζόμενων. Επίθεση οικονομική που στηρίζεται από φυσικές επιθέσεις μέσω της ποινικοποίησης των φτωχών, των μεταναστών και της εργατικής τάξης. Πάνω από 1.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν πέρυσι σε αστυνομικά κρατητήρια ή σε κέντρα κράτησης. Πάνω από 500.000 άνθρωποι αφέθηκαν να επιβιώσουν στους δρόμους. Πάνω από 20.000 άνθρωποι απελάθηκαν πέρυσι προς τον πιθανό θάνατό τους.
Ιστορικά, εκείνοι που γίνονται αποδέκτες της βίας και της καταστολής, είναι εκείνοι που πολεμούν εναντίον των πολεμοκάπηλων και των κερδοσκόπων, εκείνοι που αντιστέκονται στη σταδιακή υποβάθμιση των κοινοτήτων και των ζωών μας, δημιουργώντας χώρους που αποσκοπούν στην άνθιση του κινήματος και στη δημιουργία σχέσεων. Και είναι αυτές οι επαναστατικές ιδέες για ελευθερία, και για ζωή χωρίς πόλεμο, χωρίς καταστροφή και λεηλασία του περιβάλλοντος, που πρέπει να αναχαιτιστούν και να κατασταλούν. Το κράτος αποκαλεί «εγκληματίες» και «τρομοκράτες» όσους δεν σκύβουν το κεφάλι στους νόμους του. Δεν είμαστε εμείς που θέτουμε σε κίνδυνο τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, είναι το κεφάλαιο και το κράτος που μας βασανίζουν, μας τρομοκρατούν και μας σκοτώνουν, που θέτουν την ισχύ και τα κέρδη τους πάνω από μια ζωή με αξιοπρέπεια.
Το κράτος επιτίθεται και θα επιτίθεται πάντα εναντίον όσων αντιστέκονται –αναρχικών, αντιφασιστών, επαναστατών, κομμουνιστών, αυτόνομων– το βλέπουμε και πάλι αυτή τη στιγμή σε όλη τη Γερμανία –στις δίκες της Antifa Ost για επιθέσεις σε ναζί, και τον χαρακτηρισμό της Antifa ως «τρομοκρατικής οργάνωσης»· τη δίκη των 5 της Ulm, για τον βανδαλισμό ενός εργοστασίου όπλων της Elbit Systems· τους αμέτρητους που δικάζονται σε όλη τη χώρα απλώς και μόνο επειδή φώναξαν «Από το ποτάμι ως τη θάλασσα, η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη»· και το κλείσιμο και την ποινικοποίηση των λεγόμενων «εμπρηστικών» εκδοτικών οίκων στο Μόναχο.
Στις εισβολές του Μαρτίου, η Κόκκινη Βοήθεια (αριστερή ομάδα για νομική υποστήριξη) και η Basta Unemployment Initiative (Πρωτοβουλία για την Ανεργία), που μοιράζονται το Info-shop στη Scherer 8, επίσης τέθηκαν υπό διερεύνηση, και το υλικό τους κατασχέθηκε. Οι μπάτσοι άδραξαν αυτήν την ευκαιρία [αφού βρίσκονταν ήδη στον χώρο τους], κίνηση που αντανακλά την κρατική αντίληψη περί συλλογικής τιμωρίας και συνωμοσίας. Μέσα από χρόνια παρακολούθησης και εισβολών όπως αυτές, οι εξουσιαστές χαρτογραφούν το κίνημα της αντίστασης, και κατηγοριοποιούν σχέσεις και ιδεολογίες. Αυτό γίνεται, αφενός, για να έχουν ένα σημείο αναφοράς όταν αποφασίζουν να χτυπήσουν με το σφυρί της καταστολής και του κρατικού ελέγχου, ενώ, αφετέρου, για να καταγράψουν τους πολιτικούς εχθρούς τους, ώστε να τους εξετάσουν, να τους αναλύσουν, να τους παθολογοποιήσουν και να αποτρέψουν την εξάπλωσή τους. Δεν πρέπει να επιτραπεί σε αυτές τις «κακοήθεις» πολιτικές ιδέες να πάρουν έδαφος.
8. Μετά τις εισβολές της 24ης Μαρτίου: Ο αγώνας συνεχίζεται
Το πρωινό της 24ης Μαρτίου, όταν πολλοί ξύπνησαν υπό τον θόρυβο των μπάτσων που έσπαγαν τις πόρτες τους και τους έσερναν απ’ τα κρεβάτια τους, απέχει λίγο περισσότερο από έναν μήνα. Σε αυτό το σύντομο διάστημα συνέβησαν πολλά. Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που το κίνημα βιώνει κάτι τέτοιο, εξακολουθούμε να μαθαίνουμε πολλά μέσα από αυτές τις συνθήκες. Μετά από ένα μήνα συζητήσεων γύρω από το θέμα, εξακολουθούμε να το βλέπουμε ως μια σκληρή επίθεση εναντίον των αναρχικών δομών και όσων συμμετέχουν στους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες – συμπεριλαμβανομένων των οικογενειών, των φίλων και άλλων. Την ίδια ώρα που πολλά έπρεπε να επισκευαστούν και να αναδιοργανωθούν, αφιερώσαμε χρόνο για να φροντίσουμε η μία το άλλο. Νιώσαμε την αλληλεγγύη από στενούς φίλους και συντρόφισσες, και γνωρίσαμε επίσης νέους ανθρώπους που απλώς εμφανίστηκαν αφού διάβασαν για το θέμα. Η στρατηγική του κράτους είναι να μας απομονώσει, να μας ποινικοποιήσει και να διεξάγει ψυχολογικό πόλεμο εναντίον μας. Προσπαθεί να μας σπάσει, αλλά η ανθεκτικότητά μας επικρατεί. Έχουμε μάθει όλα αυτά τα χρόνια, μέσα από τον αγώνα, να φροντίζουμε ο ένας την άλλη, να συσπειρωνόμαστε και να αντιστεκόμαστε στην απομόνωση. Όσο συνεχίζουμε να δραστηριοποιούμαστε μαζί, να ανοιγόμαστε και να αγωνιζόμαστε, αυτό δυσκολεύει τις προσπάθειές τους, και τις κατασκευές της φαντασία τους.
Μπορούμε να δούμε τις εφόδους και τις έρευνες ως αντίδραση του κράτους σε μια περίοδο που δέχτηκε πλήγμα σε ένα κρίσιμο σημείο του. Σίγουρα η επίθεση στο ηλεκτρικό σύστημα του τεχνολογικού πάρκου, και [κατ’ επέκταση η επίθεση] στην υποστήριξη του στρατού, ήταν σκληρή, και ήταν σαφές ότι το κράτος δεν θα την αφήσει αναπάντητη. Η καταστολή εναντίον εκείνων που οργανώνονται ευρύτερα κατά του εργοστασίου όπλων, δείχνει ότι το κράτος έχει ήδη καταλάβει το δυναμικό των ανθρώπων που οργανώνονται από κοινού στη γειτονιά τους, εναντίον ενός κοινού εχθρού. Η συνεχιζόμενη στρατιωτικοποίηση δεν θα προχωρήσει, δίχως αντίσταση από πλευράς μας.
Αυτή η αντίσταση συνεχίζεται.
Εδώ και χρόνια αντιστεκόμαστε στους φράχτες γύρω από το Görlitzer Park, στην εγκατάσταση καμερών, στην καθημερινή παρουσία της αστυνομίας και στο racial profiling (ρατσιστικό/φυλετικό προφίλ).2 Αντιστεκόμαστε στα νέα συστήματα καμερών τεχνητής νοημοσύνης που εγκαθίστανται σε «επικίνδυνες ζώνες». Αντιστεκόμαστε στο αστυνομικό τμήμα στο Kottbusser Tor, που βρίσκεται σε στρατηγική θέση για να μας παρακολουθεί όλα από ψηλά.
Δεν μένουμε σιωπηλοί/ές όταν οι αστυνομικοί δολοφονούν.
Κινητοποιούμαστε ενάντια στη νέα τεράστια φυλακή απέλασης3 που χτίζει τώρα η Γερμανία ως μέρος του αεροδρομίου BER. Αντιστεκόμαστε στις απελάσεις με πτήσεις τσάρτερ που γίνονται κάθε μήνα, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να επιστρέψουν στα μέρη που εγκατέλειψαν, εξαιτίας πολέμων που υποστηρίζει και διεξάγει η Γερμανία.
Δεν είμαστε απλώς ενάντια στο εργοστάσιο όπλων στο Wedding επειδή δεν θέλουμε έναν ακόμη πολεμοκάπηλο στο Βερολίνο, να μολύνει τη γειτονιά και να την αναδεικνύει σε πιθανό στόχο πολέμου – γνωρίζουμε ότι είναι σημαντικό να αντισταθούμε στη βιομηχανία του πολέμου όσο το δυνατόν νωρίτερα, και όχι μόνο να την καταγγέλλουμε όταν τα πυρομαχικά χρησιμοποιούνται σε όλους τους πολέμους στο Σουδάν, την Παλαιστίνη, την Υεμένη, την Ουκρανία και σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η Γερμανία ανήκει στην τέταρτη θέση σε όλο τον κόσμο με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες, και αυτή τη στιγμή ανελίσσεται στην πέμπτη θέση στις εξαγωγές όπλων. Η πρόσφατη αγορά του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας «Arrow» από το Ισραήλ ισχυροποιεί τους δεσμούς μαζί του, ενώ δεν διαφαίνεται τέλος στη γερμανική κρατική υποστήριξη και συμμετοχή στη γενοκτονία του Ισραήλ. Πιο κοντά μας, η Γερμανία στέλνει περισσότερα όπλα στην Ουκρανία για να προωθήσει τη σφαγή των εργαζομένων.
Για εμάς ως πολιτική συλλογικότητα, αυτή είναι μια ιδιαίτερη στιγμή να δημοσιεύσουμε την πρώτη μας δημόσια τοποθέτηση. Ιδιαίτερη, επειδή συμβαίνει σε μια τόσο κατασταλτική συγκυρία, όπου όμως αντλούμε δύναμη από αυτό, βρίσκοντας συλλογικά τρόπους να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, να απαντήσουμε, να υποστηρίξουμε η μία το άλλο και να παραμείνουμε παρόντες, ενεργές και ορατά με τις ιδέες μας. Παίρνουμε συνειδητά την απόφαση να είμαστε ορατοί ως συλλογικότητα, με τις αξίες της αλληλεγγύης, της αυτοοργάνωσης και της ελευθερίας από τα κάτω, αντιστεκόμενες στα κατασκευάσματα της αστυνομίας, που έχουν επινοηθεί μόνο και μόνο για να μας καταπιέσουν όλα.
Είναι σημαντικό για εμάς να συνεχίσουμε την πολιτική μας δραστηριότητα, την οποία το κράτος προσπαθεί να παθολογικοποιήσει και να ποινικοποιήσει. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αποτελεί θεμελιώδες μέρος της πολιτικής μας δραστηριότητας, το να οργανωνόμαστε από κοινού, να συμμετέχουμε σε διαδηλώσεις και συνελεύσεις, να διπλώνουμε φυλλάδια, να δημοσιεύουμε κείμενα και να μοιραζόμαστε πολιτικές ιδέες με θεωρητικούς και πρακτικούς τρόπους. Παρ’ όλο που το κράτος χρησιμοποιεί την παρακολούθηση αυτών των δραστηριοτήτων ως απόδειξη για εγκληματική δραστηριότητα, εμείς θα συνεχίσουμε, καθώς αντιλαμβανόμαστε ακόμα πιο έντονα την αναγκαιότητα της συνέχισης του αγώνα με όλα τα μέσα – συνεχίζουμε την καθημερινή αντιπαράθεση με το κράτος, τον αγώνα ενάντια στην καταπίεση, ενάντια στη βιομηχανία του θανάτου και την εκμετάλλευση. Παλεύουμε για αλληλεγγύη, αυτοοργάνωση και ελευθερία από τα κάτω και μέχρι να είναι όλοι ελεύθεροι.
Στέλνουμε δύναμη και αλληλεγγύη σε όλους τους ανθρώπους που έχουν επηρεαστεί από τις εισβολές και τα πρόσφατα κύματα καταστολής παντού στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Daniela Klette, Μαριάννα Μανουρά και Δήμητρα Ζαραφέτα, των 5 της Ulm, σε όλους τους ανθρώπους στις φυλακές και στις φυγόδικες!
Επαναστατική μνήμη για τα συντρόφια μας που μας άφησαν πολύ νωρίς.
Για όλους όσους πάλεψαν πριν από εμάς, ανάμεσά μας και μετά από εμάς.
Οι Sulti και Devran δεν θα ξεχαστούν ποτέ.
Κυριάκος, Sara και Sandro – Πάντα παρόντες στον αγώνα!
Συλλογικότητα υπό κατασκευή*, Μάιος 2026
(*) Το «Συλλογικότητα υπό κατασκευή» αποτελεί προσωρινή ονομασία. Δεν πιστεύουμε ότι κάθε πολιτική δομή χρειάζεται απαραίτητα ένα σταθερό όνομα ή ταυτότητα. Ταυτόχρονα, στο παρόν πλαίσιο, το να έχουμε ένα όνομα αφενός επιτρέπει στη συλλογικότητά μας και στις ιδέες της να είναι πιο ορατές, και αφετέρου μπορούμε να απευθυνόμαστε και να αναφερόμαστε σε αυτά, και να δημιουργήσουμε μια δομή μέσω της οποίας μπορεί να μοιραστεί και να αναληφθεί δημόσια η 3ευθύνη. Προς το παρόν, επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το όνομα για πρακτικούς λόγους. Παραμένει ανοιχτό το αν ένα όνομα θα συνεχίσει να έχει νόημα στο μέλλον, και θα αξιολογηθεί συλλογικά με την πάροδο του χρόνου.
1. Οι λεγόμενες επικίνδυνες ζώνες (kbO) στο Βερολίνο είναι: Alexanderplatz, Görlitzer Park/Wrangelkiez, Hermannplatz/Donaukiez, Hermannstraße/Bahnhof Neukölln, Kottbusser Tor, Warschauer Brücke και Rigaer Straße. Σε αυτές τις περιοχές, η αστυνομία διαθέτει ακόμα μεγαλύτερη δικαιοδοσία για παρακολούθηση, διαχείριση και έλεγχο των ατόμων που θεωρούνται ύποπτα.
2. ΣτΜ: Αναφέρεται στην αντιμετώπιση της φυλής, του χρώματος, της εθνικότητας ή της θρησκείας από την αστυνομία, ως κριτήριο για τον εντοπισμό υπόπτων για παραβάσεις, αντί για πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία ή ύποπτη συμπεριφορά.
3. ΣτΜ: Χώροι κράτησης μεταναστών, μέχρι να ολοκληρωθεί η απέλασή τους. Αντίστοιχες δομές με τα ελληνικά ΠΡΟ.ΚΕ.Κ.Α.



![[Βερολίνο] Όλοι και όλες μαζί για την υπεράσπιση της Rigaer94](https://apatris.org/wp-content/uploads/2026/06/rigaer94-800x800.jpeg)