
Το καμπ της Σιντικής Σερρών είναι μία ανοιχτή δομή προσωρινής «φιλοξενίας» μεταναστών αιτούντων άσυλο, η οποία από ανοιχτή μετατράπηκε σε ειδική κλειστή δομή το καλοκαίρι του 2025. Στην πραγματικότητα, είναι ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, μία φυλακή όπου άνθρωποι κρατούνται βάσει της καταγωγής τους, για απροσδιόριστα χρονικά διαστήματα, σε καθεστώς στέρησης ελευθεριών και υπό τον μόνιμο έλεγχο των δυνάμεων καταστολής (ΟΠΚΕ, πλέον και με σταθερή παρουσία ΜΑΤ). Είναι ένα στρατόπεδο έξω από τις Σέρρες, σε μία χαράδρα κοντά στα σύνορα με την Βουλγαρία, απομονωμένο, σε απόσταση από οποιοδήποτε κοντινό χωριό. Έτσι χάνεται κάθε πιθανότητα επαφής, συσχέτισης, συνύπαρξης με τους ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας ή έστω απλώς και μόνο η απόδειξη της παρουσίας και ύπαρξής τους. Αυτό το διάστημα, κρατούνται εκεί 700 νέοι άνδρες από την Αίγυπτο και το Μπαγκλαντές. Στους περισσότερους έχει δοθεί απόρριψη ασύλου α’ βαθμού ενώ στο 70% απορρίφθηκε και η προσφυγή που έκαναν σε β’ βαθμό. Άσυλο έχει δοθεί μέχρι στιγμής αποκλειστικά σε δύο άτομα τα οποία ανήκουν σε πολύ ευάλωτες ομάδες. Επίσης, τους παροτρύνουν να ζητήσουν «οικειοθελή αποχώρηση» από τη χώρα, κάτι που προφανώς οι άνθρωποι σπάνια επιλέγουν, με αποκλειστικά 5 άτομα να έχουν φύγει με αυτόν τον τρόπο από τη δομή.
Το καμπ είναι οργανωμένο σε πτέρυγες που χωρίζονται μεταξύ τους με συρματόπλεγμα: όλες είναι κλειστές εκτός από μία που παραμένει ανοιχτή (με 35 περίπου άτομα). Όσοι βρίσκονται στην κλειστή δεν μπορούν ποτέ να βγουν έξω, ούτε κάποιος από έξω να μπει μέσα. Εξαίρεση αποτελούν συγκεκριμένες και καταχωρημένες σε μητρώα ΜΚΟ, που και πάλι τους απαγορεύεται αυστηρά ακόμη και να μιλούν στους κρατουμένους, ενώ αποκλείεται και οποιοδήποτε είδος οργανωμένης δραστηριότητας που έρχεται από έξω (π.χ. αθλητικές ή καλλιτεχνικές). Όλες οι εργαζόμενες στο καμπ, από τις καθαρίστριες μέχρι τους διερμηνείς και τους φύλακες, απαγορεύεται επίσης να συνομιλούν μαζί τους. Το καθεστώς κράτησης στην κλειστή δομή θεωρείται καθεστώς «διοικητικής κράτησης». Δηλαδή οι άνθρωποι που υπόκεινται σε αυτό είναι κανονικά φυλακισμένοι, χωρίς όμως να έχουν διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα. Υπάγεται στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, οπότε η ΕΛ.ΑΣ. είναι υπεύθυνη για τα πάντα, πέραν της καθαριότητας και του φαγητού, όπου υπεύθυνη είναι η διοίκηση της ανοιχτής δομής. Καθημερινά γίνονται γύρω στις 10 μεταγωγές από την ΕΛ.ΑΣ. στο κοντινότερο κέντρο υγείας για έκτακτα ιατρικά περιστατικά. Τέλος, έχουν αναφερθεί σημαντικές και συστηματικές περιπτώσεις οικονομικής εκμετάλλευσης και παρεμπορίου εις βάρος των κρατουμένων.
Τον Ιούλη του ’25, σαν να μην αρκούσε η ήδη υπάρχουσα συνθήκη του θεσμικού ρατσισμού και του εντεινόμενου εκφασισμού της ελληνικής –κι όχι μόνο– κοινωνίας, κατατίθεται αναίσχυντα σε δημόσια διαβούλευση ο αντιμεταναστευτικός νόμος Βορίδη – Πλεύρη. Στην πρώτη του εκδοχή, που εφαρμόστηκε για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μετέτρεψε σε κόλαση τις ζωές των ανθρώπων που αφορά.
Τον ίδιο μήνα, το δημοτικό συμβούλιο Σιντικής ζητά το οριστικό κλείσιμο της δομής. Μέχρι τότε, αποφασίζεται η μετατροπή της δομής από ανοικτή σε κλειστή (μέχρι τότε οι άνθρωποι μπορούσαν να κινούνται και να δραστηριοποιούνται και έξω από αυτήν). Η παντελής έλλειψη ευαισθησίας και ο ψυχρός ρατσισμός πίσω από την απόφαση αυτή είναι κραυγαλέος στην ίδια την ανακοίνωση του Δήμου σχετικά με την απόφαση: «για να αυξηθεί το αίσθημα ασφάλειας και η ποιότητα ζωής των πολιτών στον τόπο μας», «πλέον δεν θα κυκλοφορεί κανείς από τους διαμένοντες στη δομή ελεύθερος στα χωριά του Δήμου Σιντικής», και τέλος ότι «κερδίζουμε σε ασφάλεια». Ο μόνος λόγος που παραθέτουμε αυτούσια αυτά τα λόγια, είναι γιατί έτσι μοιάζει, στις διάφορες εκδοχές του και εις βάρος διαφορετικών ομάδων κάθε φορά, ο ρατσισμός και η απανθρωπιά. Οφείλουμε να τα αναγνωρίζουμε, να τα καταδικάζουμε και να αντιστεκόμαστε σε αυτά με όποιους τρόπους μπορούμε.
Ως αποτέλεσμα της παραπάνω απόφασης, οι 800 άνθρωποι που διέμεναν μέχρι τότε στην δομή της Σιντικής, που υπάγονταν στο προηγούμενο νομικό καθεστώς, δηλαδή της «φιλοξενίας» (και άρα κυκλοφορούσαν ελεύθερα έξω), μεταφέρονται σε άλλες ανοικτές δομές (π.χ. Σερρών). Ωστόσο, αυτοί οι 800 αντικαθίστανται με άλλους, που μπήκαν στην χώρα μετά τον Ιούλη του ’25 και είναι πλέον διοικητικά κρατούμενοι (με τον νέο νόμο μπορεί να κρατούνται έως και 24 μήνες!).
Τον Αύγουστο του ’25 οι συνθήκες στο καμπ γίνονται ανυπόφορες. Μέχρι πρότινος, παρόλο που επισήμως είχαν διοριστεί 8 διερμηνείς, κάποιοι από αυτούς ήταν άφαντοι και, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν ήταν καν γνώστες των μητρικών γλωσσών των κρατουμένων. Τον Σεπτέμβρη, η δομή ήταν υπερπλήρης με 1100 άτομα συνολικά να διαμένουν σε αυτήν και λίγο αργότερα, τον Οκτώβρη, έφυγαν από τη δομή όλοι οι κρατούμενοι άλλης καταγωγής (κυρίως άτομα από το Σουδάν), εκτός αυτών που είναι από Μπαγκλαντές και Αίγυπτο. Για να γίνει όμως καλύτερα αντιληπτό το τί βιώνεται εκεί μέσα…

Οι τραγικές συνθήκες εντός του καμπ
Ως προς τις συνθήκες διαβίωσης, οι κρατούμενοι στις κλειστές πτέρυγες είναι συνωστισμένοι, καθώς η δομή είναι υπερπλήρης. Μένουν σε κοντέινερ που κατά τη διάρκεια βροχοπτώσεων μπάζουν νερά, σε ένα από τα πιο κρύα σημεία της χώρας, με ελλείψεις σε βασικά πράγματα: σεντόνια, σκεπάσματα, κρεβάτια, στρώματα, τουαλέτες, ντουζ, καθαρό νερό, ρούχα, τρόφιμα, είδη υγιεινής, ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Τα κοντέινερ είναι δίχωρα ή τρίχωρα με 4, 8, 16 άτομα σε 8, 12, 24 τ.μ. αντίστοιχα. Πολλοί που δεν έχουν ρούχα να φορέσουν κυκλοφορούν με κουρέλια ή γυναικεία ρούχα –φορέματα– (από ανάγκη, όχι επιλογή) υποφέροντας από το κρύο. Οι συνθήκες υγιεινής αντανακλώνται στις αναφορές για εκτεταμένη παρουσία εντόμων και στους κάδους που παραμένουν γεμάτοι, ενώ μέχρι προσφάτως, υπήρχε και πλήρης έλλειψη φροντίδας της υγείας. Η διοίκηση αρνούταν να παρέχει οποιαδήποτε ιατρική περίθαλψη και δεν συνταγογραφούσαν ακόμα και για τα πιο βασικά ζητήματα.
Περαιτέρω απομονωτική είναι η συνθήκη της έλλειψης διερμηνείας, που είναι ζωτικής σημασίας για τους έγκλειστους, καθώς και το γεγονός πως οι μεταφραστές απαγορεύεται να μιλούν στους κρατούμενους εκτός των επίσημων διαδικασιών.
Οι τραγικές αυτές ελλείψεις συνδυαστικά με τον υπερπληθυσμό, έχουν τροφοδοτήσει περιπτώσεις ανταγωνισμού μεταξύ των κρατουμένων, καταλήγοντας έτσι στην επιβολή του «δικαίου του ισχυρού» βάσει ανεπίσημης ιεραρχίας («παλαιότητα», σωματική ισχύς). Όλα τα παραπάνω υπόκεινται στην κρίση του κάθε ανθρωποφύλακα καθώς η δομή βρίσκεται υπό τον έλεγχο των μπάτσων διοικητικά και πρακτικά. Ήδη εδώ και καιρό αναφέρθηκαν περιστατικά εφαρμογής πειθαρχικών μέτρων, άσκησης ψυχολογικής πίεσης και εκφοβισμού με τακτικά βασανιστήρια στο κοντέινερ των μπάτσων. Όλο αυτό το καθεστώς απομόνωσης και κακομεταχείρισης, έχει πυροδοτήσει πολλά ψυχικά προβλήματα για τους κρατούμενους, για τα οποία δεν υπάρχει καμία μέριμνα, με πολλούς να πάσχουν από κατάθλιψη και με πολλές μη καταγεγραμμένες απόπειρες αυτοκτονίας.
Χρονικό -εξεγέρσεις για τα αυτονόητα της ζωής
Στα μέσα Αυγούστου ’25 άνθρωποι από το καμπ μεταφέρονται στο νοσοκομείο λόγω υποσιτισμού.
Στις 18 Αυγούστου, κάποιοι από τους κρατούμενους επιχειρούν το αυτονόητο, να δραπετεύσουν. Ωστόσο, δεν τα καταφέρνουν και συλλαμβάνονται. Αργότερα την ίδια μέρα οι μπάτσοι μπαίνουν στον θάλαμο του ενός και τον ξυλοκοπούν. Οι συγκρατούμενοί του τον υπερασπίζονται και ξεκινούν καθιστική διαμαρτυρία την οποία ο διευθυντής επιχειρεί να κατευνάσει προσφέροντας 50 ζευγάρια παντόφλες.
Ως επόμενο, στις 19 Αυγούστου, 266 μετανάστες ξεκινούν απεργία πείνας με αιτήματα γύρω από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης και τις καθυστερημένες διαδικασίες ασύλου. Τα αιτήματά τους δεν ικανοποιούνται.
Στις 12 Νοεμβρίου άνθρωποι στο καμπ εξεγείρονται, κόβουν τα σύρματα στον φράχτη και προσπαθούν να αποδράσουν. Απευθείας, κατέφθασαν ΟΠΚΕ όπου έριξαν κρότου λάμψης και χημικά, σύμφωνα με Σερραϊκά μέσα και η διοίκηση τοποθετεί δυνάμεις των ΜΑΤ έξω από την πύλη να φυλάνε νυχθημερόν το καμπ. Οι μπάτσοι ισχυρίζονται πως κανείς δεν απέδρασε κι ότι δύο ανθρωποφύλακες τραυματίστηκαν ελαφρά. Είναι ενδεικτικό πως από τα ελάχιστα δημοσιεύματα που υπήρξαν, όλα είχαν ως αποκλειστική πηγή τα δελτία τύπου των μπάτσων, χωρίς καμιά αναφορά στις συνθήκες κράτησης και τους λόγους της εξέγερσης.
Την επόμενη μέρα οι 30 εξεγερμένοι μετανάστες περνούν αυτόφωρο, δικάζονται και καταδικάζονται σε 3 χρόνια φυλάκισης χωρίς αναστολή και 450 ευρώ πρόστιμο ο καθένας με κατηγορίες για στάση και για φθορά πράγματος που χρησιμεύει για κοινό όφελος (τα συρματοπλέγματα). Κάποιοι καταδικάζονται με κάποιους μήνες παραπάνω, με επιπλέον κατηγορίες για απόπειρα απόδρασης, βία κατά υπαλλήλου και απλή σωματική βλάβη.
Κάποιοι από τους 30 ασκούν έφεση. Η δίκη της έφεσης ορίζεται για τις 26 Ιουνίου στις Σέρρες.
Με την ολοκλήρωση της δίκης σε πρώτο βαθμό, οι 30 διασκορπίζονται σε διάφορες φυλακές στην ελληνική επικράτεια: στην Δράμα, τα Διαβατά, τη Νιγρίτα Σερρών και στην Κασσαβέτεια στο Βόλο. Οι συγγενείς και οι κοντινοί τους άνθρωποι περνούν πολύ καιρό μη γνωρίζοντας το που βρίσκονται και τι τους έχει συμβεί.
Στα μέσα Μαρτίου ’26 οι μετανάστες στη δομή της Σιντικής Σερρών, επιμένουν να διαδηλώνουν για τις συνθήκες κράτησης και ενάντια στην αδιαφάνεια και τη μη ενημέρωση τους ως προς τις διοικητικές διαδικασίες για τις αιτήσεις ασύλου και την περίοδο κράτησης τους.
Ως αποτέλεσμα των αγώνων τους, πλέον υποχρεούνται και οι κλειστές δομές να έχουν όλες τις υπηρεσίες που προβλέπονται και να είναι λειτουργικές (ιατρείο, κοινωνικές λειτουργούς, ψυχολόγους). Χωρίς να πιστεύουμε πως αυτές οι δομές επαρκούν ούτε στο ελάχιστο, το γεγονός πως δεν προβλέπονταν στην έναρξη των ειδικών κλειστών δομών, όπως είναι η Σιντική, λέει από μόνο του πολλά. Κάτι που επιβεβαιώνεται στην επιμονή τους να αντιστέκονται με κάθε τρόπο.
Στις 4 Μαΐου ’26 μετανάστες της δομής εξεγείρονται ξανά και συγκρούονται με τις αστυνομικές δυνάμεις. Τέσσερις καταδικάζονται σε ποινή φυλάκισης δύο ετών.
Στις 11 Μάη ’26 κρατούμενοι της δομής κάνουν τετραήμερη απεργία πείνας. Ορισμένοι αρνούνται και το νερό, με αποτέλεσμα 7 από αυτούς να λιποθημήσουν. Στις μαζικές κινητοποιήσεις τους, φωνάζουν πως θέλουν ελευθερία και δικαιοσύνη για όλους.
Η κατάσταση στο καμπ αντανακλά την ευρύτερη ρατσιστική και ταξική πολιτική κράτους και κεφαλαίου και την υποτίμηση της ζωής
Ζούμε σε συνθήκες διαρκούς επισφάλειας και διαβίωσης μέρα με την μέρα, μήνα με τον μήνα. Τα αφεντικά έχουν τώρα και νομικά όπλα ώστε να μας ξεζουμίζουν για 13 ώρες την ημέρα, ενώ όποτε βγαίνουμε στους δρόμους στέλνουν μπάτσους να μας δείρουν. Πρέπει να ρίχνουμε μια ζαριά κάθε φορά που μπαίνουμε σε τρένο και να παίρνουμε μια βαθιά ανάσα κάθε φορά που ανοίγουμε λογαριασμό ρεύματος. Για κάποιους όμως η επίθεση δεν σταματάει εκεί.
Το ελληνικό κράτος που ενεργά στηρίζει και συμμετέχει στην γενοκτονία στην Παλαιστίνη, στην απέναντι ακτή της Μεσογείου, καταβάλλει συστηματική προσπάθεια ώστε να μετατρέψει ολόκληρη την θάλασσα σε νεκροταφείο και πεδίο κυνηγιού ανθρώπων για τον κάθε αποκτηνωμένο λιμενόμπατσο. Σε κάθε επίπεδό του, ο κρατικός και παρακρατικός μηχανισμός, σε σύνορα, σε ΑΤ, σε δικαστήρια, σε καμπ, σε φυλακές με νομικά και γραφειοκρατικά μέσα, με ωμή συστηματοποιημένη βία και εγκλεισμό, λειτουργεί ώστε να διαχωρίζει, να υποτιμά, να εξοντώνει κοινωνικά και φυσικά μετανάστριες και μετανάστες σε βαθμό που πλέον τους αφαιρεί την ανθρώπινη ιδιότητα.
Ο πρόσφατος νόμος Βορίδη – Πλεύρη, όπως και η υπουργική απόφαση Χρυσοχοΐδη για τις αστυνομικές δυνάμεις κατοχής σε Ρομά οικισμούς, αναβαθμίζουν την πραγματικότητα του θεσμικού ρατσισμού, όπως και συνολικά αναβαθμίζονται οι συνθήκες φτωχοποίησης, ποινικής τρομοκρατίας και πολεμικής εμπλοκής. Η παραμονή στην χώρα χωρίς παραχώρηση ασύλου, δηλαδή η ίδια η ύπαρξη ανθρώπων, τιμωρείται με ποινική φυλάκιση, ενώ μεγαλώνουν τα νόμιμα περιθώρια διοικητικής κράτησης –φυλάκισης– χωρίς να έχει διαπραχθεί κανένα αδίκημα, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του κράτους. Διευκολύνεται και επιταχύνεται η διαδικασία απόρριψης ασύλου καταλήγοντας σε επαναπροωθήσεις των μεταναστών στις χώρες από όπου επέλεξαν αρχικά και με ρίσκο να φύγουν. Η υπόθεση των έγκλειστων στην Σιντική αποτελεί εφαρμογή αυτής της αναβάθμισης, ενώ μας θυμίζει κάτι που είναι ευρέως γνωστό, πως όσο άθλιος κι αν είναι ο νόμος πάντα το κράτος θέλει την πραγματικότητα πέντε επίπεδα πιο βάρβαρη.
Το καμπ της Σιντικής αποτελεί απτό παράδειγμα της αθλιότητας του κράτους. Θεωρούμε πως η βαρβαρότητα που εξαντλείται στο συγκεκριμένο καμπ, αναδεικνύει τη σαπίλα του κι όλης της κοινωνίας, αποτυπώνοντας στο μεγαλείο του τον φυλετικό ρατσισμό. Όσο θέλουν τους μετανάστες αποκομμένους από τον αστικό ιστό και έγκλειστους σε κάποια φυλακή εμείς οφείλουμε να τους στηρίζουμε και να φέρνουμε στο προσκήνιο τους αγώνες τους. Τόσο για αυτούς που προσπαθούν να επιβιώσουν υπό αυτές τις άθλιες συνθήκες εντός του καμπ, όσο και για τους 30 φυλακισμένους που τιμωρήθηκαν για την απόδρασή τους από αυτό το κολαστήριο. Οι μετανάστες του καμπ Σιντικής διεκδικούν τα αυτονόητα, αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής, φάρμακα, γιατρούς, χαρτιά για μετακίνηση και την ελευθερία τους. Να μη κλείνουμε τα μάτια μας στους βασανισμούς και την αθλιότητα που επιβάλλει το κράτος και ο φασισμός. Να μην αποδεχτούμε τη σκλαβιά και την απανθρωποποίηση ως όρους ζωής.
Στη δίκη της έφεσης 26 Ιουνίου στις Σέρρες: Θα είμαστε εκεί.
ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΜΠ, Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ
FREE 30 OF SINTIKI
ΘΕΛΟΥΜΕ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΓΕΙΤΟΝΙΑ, ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ
Μαχαλάς
Ανοιχτή Αντιρατσιστική Συνέλευση στη δυτική Θεσσαλονίκη


![[Αθήνα] Κάλεσμα στη δίκη για την υπόθεση των 43 συλλήψεων στην Ακρόπολη το 2020 (Τετάρτη 14/01/2026, 9:30, Εφετείο Λουκάρεως)](https://apatris.org/wp-content/uploads/2026/01/afisa_akropoli_v0.4.cleaned-566x800.jpg)