Σημείωμα για τον Κυριάκο (Δημήτρης Χατζιβασιλειάδης)

Γεια σου σύντροφε,
Όλα καλά. Μην σε ανησυχούν τα γυρίσματα του αέρα. Οι βράχοι που σκάψαμε δεν χαμπαριάζουν.
Σε θυμούνται παντού με ένα μπουκέτο, τα επαναστατικά άνθη σου. Εγώ κρατώ ένα καινούριο ζευγάρι αναβολείς για το κόκκινο άλογό σου, αφηνιασμένο θέλει να καλπάσει ξανά.

Το παλιό μάθημα…
Άπειρες οι ανάγκες, αμέτρητα τα πρόσωπα της αντίστασης, ένας ο αγώνας. Δεν υπάρχουν διάφορες μορφές πάλης. Η γραμμή της σύγκρουσης μορφοποιείται από τα όπλα που συγκεντρώνονται μπροστά και την αλυσίδα των χεριών που είναι έτοιμα να τα ξανασηκώσουν.

Δεν υπάρχουν γενικά μέσα πάλης. Τα μέσα τα φτιάχνουμε εμείς, εσύ κι εγώ με μία απόφαση που σπάσει το πάγωμα των αδυναμιών μας.

Δεν σκόρπισες τις σάρκες σου στους πέντε ανέμους για να γίνουν “τίμιο ξύλο” και περγαμηνές, μοίρασες καυτό ψωμί για να επικρατήσει η ταξική λύσσα.

Δεν έκανες βροχή το αίμα σου για να μακιγιαριστεί η απάθεια, αλλά για να γίνουν μέταλλο οι καρδιές στα καραούλια, στους δρόμους, στα καταφύγια, στις διαβάσεις, στις αγκαλιές.

Πόσοι σε θέλουν να ‘χεις φύγει για να ησυχάσουν!
Σαν σοφός παλιόγερος του βουνού, τους την έστισες χωρίς έξοδο διαφυγής, να φανούν ποιοι θα συνεχίσουν και ποιοι θα χαθούν στο παραμιλητό. Εσύ ήξερες. Και καιροφυλαχτείς με το πιστόλι στο χέρι κάτω απ’ τα συντρίμμια των βασάνων που θα αφήσουμε πίσω μας, για την επερχόμενη εφόρμηση της ελευθερίας και του σοσιαλισμού.

Όταν φορτώσουμε το αμάξι, θα σου χουμε ένα τουφέκι και το κλειδί του ηλεκτρικού διακόπτη να ‘ναι σίγουρο στη σφιγμένη γροθιά σου. Τρεις και τέταρτο, το όμορφο μεσημέρι, θα κάνουμε το τετράγωνο, θα αναβοσβήσουμε τα αλάρμ τρεις φορές και θα περιμένουμε στην πίσω γωνία. Δεν θα ξανακουβαλήσεις το φορτίο της ιστορίας μόνος σου.

Μέχρι τότε είσαι στα καλύτερα χέρια. Δεν θα λείψει ούτε μια νύχτα το νερό των αγαπημένων σου.

Δ.

Κύλιση στην κορυφή