Alexander Grothendieck, ένα ανεξιχνίαστο σχήμα-τόπος-κίνητρο

Ο Alexander Grothendieck (28/03/1928-13/11/2014)  στους κύκλους των μαθηματικών είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές του 20ου αιώνα. Πατέρας της μοντέρνας αλγεβρικής γεωμετρίας, απεβίωσε πρόσφατα αφήνοντας  ένα τεράστιο και εν πολλοίς  ανεξερεύνητο έργο που σίγουρα δεν αφορά μόνο την επιστήμη των μαθηματικών.

Άπατρις για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, γεννήθηκε στο Βερολίνο από αναρχικούς γονείς. Ο πατέρας του (Alexander Shapiro), Ουκρανός εβραϊκής καταγωγής ήταν ένας επαναστάτης ο οποίος μετά τα πογκρόμ του 1905, στα δεκαπέντε του, εντάχθηκε σε μια ένοπλη αναρχική οργάνωση που είχε σχέδιο να εκτελέσει τον τσάρο Νικόλαο Β’. Μετά την αποτυχία τους, φυλακίστηκε για δέκα χρόνια σε ένα κάτεργο στη Μόσχα, και απελευθερώθηκε το 1917 με την άνοδο των μπολσεβίκων στην εξουσία, όταν και δοξάστηκε με τιμές ήρωα. Διαφοροποιείται εξαρχής δηλώνοντας για την Εθνοσυνέλευση ότι: “Κανένα κοινοβούλιο δεν πρόκειται να κόψει το μονοπάτι προς την ελευθερία. Η ιδανική κοινωνία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της κατάργησης κάθε εξουσίας”.

Ακολούθως προσχωρεί στον “Αναρχικό Μαύρο Στρατό” του Νέστορα Μαχνό στην Ουκρανία. Με την κατάρρευση του μετώπου το 1921 δραπετεύει για το Βερολίνο. Εκεί γνωρίζει την Johanna Grothendieck, γόνο μεσοαστικής προτεσταντικής οικογένειας, με την οποία και συνάπτουν σχέση. Η Grothendieck απέδρασε στα δεκαεφτά από το ασφυκτικό αστικό περιβάλλον της και συμμετείχε στο εβδομαδιαίο περιοδικό Der Pranger με ενδιαφέροντα για τις τέχνες, την ποίηση και τη δημοσιογραφία. Εκεί ήρθε σε επαφή με εργαζομένους, ανέργους, πόρνες, παραβατικούς και πρώην φυλακισμένους και ταυτόχρονα ανακάλυψε τους αναρχικούς και κομμουνιστικούς κύκλους. Ήδη παντρεμένη, χωρίζει συναινετικά το 1929, αφού έχει ήδη συνάψει σχέση με τον Alexander Shapiro από το 1926. Λόγω του ισχυρού αντισημιτικού κλίματος της εποχής αποφασίζουν να δώσουν στο νεογέννητο παιδί τους το επίθετο της μητέρας, Grothendieck.

Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία  και με σκοπό να πολεμήσουν στον επερχόμενο Ισπανικό εμφύλιο, από το 1933 και για έξι χρόνια εμπιστεύονται τον μικρό Alexander στα χέρια μιας οικογένειας. Οι γονείς του υπηρετούν στο πλευρό των Ισπανών αναρχικών ως άοπλοι εθελοντές.

Το 1939 ο Alexander επανασυνδέεται με τη μητέρα του στο Παρίσι, όπου μετακινούνται σε διάφορα στρατόπεδα εκτοπισμένων. Καταλήγουν στο χωριό Le Chambon-sur-Lignon, το οποίο έχει παράδοση στην αλληλεγγύη των κατατρεγμένων από την εποχή του διωγμού των Ουγενότων τον 17ο αιώνα. Ο πατέρας του συλλαμβάνεται από τους δοσίλογους του Βισύ και πεθαίνει στο Άουσβιτς το 1942. Η μητέρα του πέθανε από φυματίωση το 1957, ως αποτέλεσμα των κακουχιών του παρελθόντος.

Η αρχική επαφή του με τα μαθηματικά γίνεται στο τοπικό λύκειο του χωριού (Lycée Cévenol) το οποίο βασίζεται στις αρχές της μη-βίας, τον αλληλοσεβασμό και την αλληλοβοήθεια. Ο Alexander ενθουσιάζεται!

Στο τέλος του πολέμου το 1945, ξεκινά σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ με μέτριες επιδόσεις, μέχρι και το 1948, όταν φτάνει στο Παρίσι όπου παρουσιάζεται στον μαθηματικό Henri Cartan στην École Normale Supérieure. Ο μαθηματικός Andre Weil τον παροτρύνει να φύγει για το Nancy και τον παρουσιάζει σε μαθηματικούς της ομάδας Bourbaki. Σε ένα ενθαρρυντικό περιβάλλον γράφει τη διατριβή του στη διανυσματική ανάλυση (1950-1953) και γίνεται αυθεντία στα τοπολογικά διανυσματικά πεδία. Το 1957 ξεκινά η ενασχόλησή του με την αλγεβρική γεωμετρία και την Ομολογική Άλγεβρα.

Το 1958  ξεκινά να εργάζεται στο IHÉS, ένα ιδιωτικό ινστιτούτο όπου μάλλον συγκεντρώνει τους καλύτερους μαθηματικούς αυτής της γενιάς. Ως το 1970, τη “χρυσή εποχή” του ινστιτούτου, ανοίγονται καινούρια πεδία στην επιστήμη των μαθηματικών. Στα 42 του χρόνια και καταξιωμένος, ζώντας όμως σε ένα “χρυσό κλουβί” ενώ είχε μεγαλώσει ανάμεσα στους κατατρεγμένους, αποχωρεί αιφνιδιαστικά από το IHÉS, όταν ανακαλύπτει ότι μέρος της χρηματοδότησής του προέρχεται από τον στρατό. Έπειτα επιστρέφει στο πανεπιστήμιο του Μονπελιέ, όπου σήμερα βρίσκονται τουλάχιστον 20 χιλιάδες σελίδες με αδημοσίευτες σημειώσεις του. Συνταξιοδοτείται το 1988.

Η επιστημονική αναγνώρισή του έφτασε στο ζενίθ το 1966 με την απονομή του Μεταλλίου Fields, του “Nobel των μαθηματικών”, στο διεθνές μαθηματικό συνέδριο της Μόσχας. Οι σοβιετικές αρχές απρόθυμα (λόγω του πατέρα του), του εξέδωσαν βίζα για να παραστεί στην απονομή. Όμως δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ήταν η απαρχή ενός κοινωνικού τσουνάμι που σάρωνε τα πάντα στο διάβα του (Μπέρκλεϊ 1965 με συνέχεια τον Μάη του 1968), κάτι που τον επηρέασε βαθύτατα, καθώς ένιωθε από τη μία σαν ένας μανδαρίνος της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας “ο οποίος εξασκούσε την εξουσία του πάνω στις ιδέες και τους ανθρώπους”, ενώ ταυτόχρονα αυτοπροσδιοριζόταν ως αναρχικός και ενάντια στις κοινωνικές νόρμες.

Το 1970 ίδρυσε το περιοδικό “Suvivre et Vivre” (Επιβίωση και ζωή), οικοαναρχικής τοποθέτησης, όπου πραγματευόταν τον κίνδυνο του πυρηνικού ολέθρου, της στρατιωτικοποίησης, της μόλυνσης και του υπερπληθυσμού. Από τότε, η πολιτική του ταυτότητα είναι αδιαχώριστη από τα μαθηματικά.

Σε διαμαρτυρία για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, δίνει διαλέξεις για τη Θεωρία Κατηγοριών μέσα στη ζούγκλα του Ανόι, ενώ η πόλη βομβαρδίζεται από τον αμερικανικό στρατό.

Σε συνέδριο στην Αντβέρπη το 1972 διώχνει κακήν κακώς αντιπρόσωπο του ΝΑΤΟ που είχε κληθεί σε δημόσια αντιπαράθεση.

Στο College de France εμπλουτίζει το πρόγραμμα των διαλέξεών του με τις πολιτικές του αναλύσεις, κόντρα στο αποστειρωμένο περιβάλλον.

Σε μια πορεία στην Αβινιόν ξαπλώνει κάτω δύο αστυνομικούς που επιτέθηκαν απρόκλητα στους διαδηλωτές. ”Ήταν πολύ γρήγορος, και γι’ αυτό ένας καλός μποξέρ”. Το αποτέλεσμα… οι αρχές να μην ξέρουν τι να κάνουν τον συλληφθέντα που ήταν διδάσκων στο επιφανές College De France.

Σε μια περιοχή του Ν. Παρισιού φτιάχνει ένα κοινόβιο, ένα μοντέρνο φαλανιστήριο στο οποίο οργανώνει διαλέξεις.

Το 1986 εκδίδει το βιβλίο Récoltes et semailles (Καλλιέργειες και σπόροι) μία αυτοβιογραφία χιλίων σελίδων.

Το 1987 σε ένα χειρόγραφο 315 σελίδων (La Clef des Songes) ξεκινώντας από την εξέταση της προέλευσης των ονείρων, συμπεραίνει ότι ο Θεός υπάρχει.

Το 1988 αρνείται το βραβείο Crafoord, το οποίο συνοδεύεται με 600.000 δολάρια, δηλώνοντας την απέχθειά του για τη φθίνουσα ηθική της επιστημονικής κοινότητας.

Τελικά αποσύρεται σε ένα χωριό στους πρόποδες των Πυρηναίων, χωρίς να αφήσει καμία διεύθυνση, ζώντας ασκητικά και χωρίς καν ηλεκτρισμό.

Πεθαίνει μετά από μία πολυετή περίοδο απόσυρσης από τα κοινά.

Ο Alexander Grothendieck σίγουρα δεν χωρά σε κανένα καλούπι, καθώς όλη του τη ζωή παρέμεινε μακριά από οποιαδήποτε κοινωνική ή επιστημονική κανονικότητα. Παρ’ όλα αυτά, οι δρόμοι που άνοιξε το επιστημονικό του έργο, αλλά και η στάση του ως άνθρωπος, αποτελούν πλούσια πεδία προς εξερεύνηση.

anarres

Πηγές:
American Mathematical Society: Comme Appelé du Néant
Pierre Cartier: A Country Known Only by Name