Λέσβος: στιγμιότυπο ελληνικής φιλοξενίας…

ή διαφορετικά, μια ακόμη μέρα στο ημερολόγιο της Μυτιλήνης, εάν είσαι πρόσφυγας…

Μεταφερόμαστε στη Λέσβο. Σ’ ένα απ’ αυτά τα όμορφα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Σ’ αυτό που εδώ και κάποια χρόνια, έχουν εγκλωβιστεί κάποιοι άνθρωποι, πρόσφυγες και μετανάστες. Εκτοπισμένοι και εκτοπισμένες σ’ αυτό τον χώρο, ως μια συνέχεια των διαμαρτυριών τους ενάντια στην καθημερινή ψυχολογική και σωματική καταστολή που δέχονται, καταλαμβάνουν στις 17/4, την πλατεία της Σαπφούς στην καρδιά του κέντρου της Μυτιλήνης. Διεκδικούν άμεση εξέταση των αιτημάτων ασύλου, τον απεγκλωβισμό τους από αυτό το νησί, και κάνουν λόγο για έναν νεκρό από τα γνωστά και συνήθη αίτια: απουσία ουσιαστικής ιατρικής περίθαλψης.

*

Η επιλογή της κατάληψης του συγκεκριμένου σημείου φέρει τους ίδιους σε δύο ταχύτητες, με την πρώτη να διεκδικεί ορατότητα, αναγνώριση και φωνή, και με την άλλη να ενεργοποιεί τους αντιδραστικούς, συντηρητικούς μηχανισμούς του νησιού καθώς και να ταράσσουν φαινομενικά την οικονομική ομαλότητα της κατανάλωσης και της κερδοσκοπίας στον συγκεκριμένο χώρο αλλά σ’ έναν ασυνεχή χρόνο. Και όλα αυτά στο συμβολικό επίπεδο.

Όποιος είναι κάτοικος τουριστικού νησιού, γνωρίζει πως η προσβολή της δημόσιας εικόνας ενός κεντρικού σημείου, και δη από πρόσφυγες και μετανάστες, ταυτίζεται με μια γενική ηθική προσβολή που επανδρώνεται πάνω στο «ξένο και απολίτιστο» να απειλεί το «ντόπιο, ελληνικό και φιλήσυχο». Στην πραγματικότητα, η κατάληψη μιας κεντρικής πλατείας, με τα ελάχιστα αιτήματα μετακίνησης και την πραγματοποίηση της γραφειοκρατικής διαδικασίας, φέρει στην επιφάνεια αυτά τα δύο στοιχεία του κοινωνικού ανταγωνισμού, σε μια απευθείας σύγκρουση. Το ορισμένο ντόπιο στοιχείο με το ξένο, την εισροή κεφαλαίου και εμπορεύματος με την παρακώλυση της κανονικότητας, τον πάτο της ταξικής πυραμίδας με τους διαχειριστές του και εν τέλει τους καταπιεζόμενους, αυτούς που βιώνουν την ωμή βία του ελληνικού κράτους και της Ευρώπης, με τους καταπιεστές, αυτούς που οραματίζονται τη μέγιστη απόδοση, την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση και τις μεγάλες ελλάδες.

*

Οι θεσμικοί-κρατικοί άρχοντες και αρχόντισσες στη Μυτιλήνη ενσαρκώνουν πρώτα, υλικά το ξενοφοβικό μέρος της τοπικής κοινωνίας και τη νοοτροπία της ακούσιας διαχείρισης από την πλευρά της εξουσίας, και δεύτερα, ιδεολογικά την οικονομική ανάπτυξη του νησιού και την αποσυμφόρησή του από το μεταναστευτικό πρόβλημα. Με άλλα λόγια συνδέονται με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο βιώνοντας μάλιστα μια αίσθηση απομόνωσης από τους κεντρικούς φορείς δημόσιας διοίκησης. Το γεγονός της κατάληψης στην πλατεία της Σαπφούς, αποκομμένο από τα αιτήματα των εκτοπισμένων, είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Παρατηρείται το γνωστό σημείο της κατασκευασμένης αφήγησης, η απόλυτη αντιστρεψιμότητα της πραγματικότητας με εργαλεία την ορθολογικοποίηση μιας κοινωνίας βασισμένης στην εκμετάλλευση που ο εγκλεισμός, η γενικευμένη αντι-μεταναστευτική πολιτική της Ε.Ε., η καθημερινή βία και η απομόνωση είναι σημεία υπομονής και καλής θέλησης από πλευράς της εξουσίας. Αυτή η αφήγηση θέλει τα κράτη και το θεσμικό τους πλαίσιο, ως προασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, μιας σύγχρονης αστικής δημοκρατίας που έχει ξεπεράσει τις αγκυλώσεις του ναζισμού και του ολοκληρωτισμού. Πλέον κανείς δε πεθαίνει, υπό κρατικές αποφάσεις και γενικευμένα, επειδή είναι Εβραίος. Πλέον δεν συμβαίνουν πογκρόμ και υπάρχει ελευθερία λόγου. Και στις περιπτώσεις που συμβαίνει κάτι αντίθετο, κάτι αντικειμενικά α π α ν θ ρ ω π ο, τότε αυτό το σημείο μετατρέπεται σαν μια αδυναμία των ίδιων των θεσμών και των κρατών. Άμα άνθρωποι δολοφονούνται με την κρατική βούλα στον σύγχρονο κόσμο, αυτό είναι γιατί πρέπει να δολοφονηθούν. Δεν υπάρχει υλικά οργανωμένος ο προηγούμενος ιδεολογικός ρατσιστικός συσχετισμός, μόνο ελλείψεις και ένας οικονομικο-πολιτικός τροχός που πρέπει να γυρίσει. Πρέπει να υπάρχουν φυλακές. Πρέπει τα νησιά να μετατρέπονται σε πλωτά κλουβιά. Πρέπει να χτιστούν μπίζνες στις πλάτες των προσφύγων. Πρέπει να υπάρχει κύκλωμα διακίνησης. Πρέπει να συνεχιστεί ο καπιταλισμός. Πρέπει να πνίγεσαι, να σιωπάς.

Η κατάληψη λοιπόν, μέσω της χωροταξικής επιλογής της, φέρει το πρόβλημα στο πλέον δημόσιο πεδίο. Ως μορφή, φέρει ωμά την πραγματική εικόνα της κρατικής διαχείρισης και ως περιεχόμενο ζητά το αυτονόητο. Και το κάνει αυτό, όχι με βία, αλλά με συμβολισμούς και συνθήματα «We want peace, not violence».

sapfous_pla708

Χαρακτηριστικά, ο δήμαρχος της Λέσβου, Σπύρος Γαληνός με επιστολή του προς τον υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής, Δημήτρη Βίτσα, και τον αναπληρωτή υπουργό Προστασίας Νίκο Τόσκα, αλλά απευθυνόμενος και στον πρωθυπουργό μαζί με τα πολιτικά κόμματα, με μια νότα μελοδραματισμού και ψυχολογικής κούρασης αναφέρει:

[…] «εδώ και τέσσερις ημέρες βιώνουμε μια εντελώς απαράδεκτη κατάσταση με την κατάληψη της κεντρικής πλατείας της πόλης της Μυτιλήνης από αιτούντες άσυλο μετανάστες. Είναι ανήκουστο μια ολόκληρη πόλη να βρίσκεται υπό καθεστώς ομηρίας, το κεντρικότερο σημείο της πρωτεύουσας του νησιού υπό κατάληψη και η αστυνομία να μην τολμά να επέμβει για να αποκαταστήσει την τάξη».

[…] «σε λίγες μέρες θα βρεθεί στη Λέσβο ο ίδιος ο πρωθυπουργός για να μιλήσει στους νησιώτες για ανάπτυξη, για νέες επενδύσεις και για έργα πνοής. Πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο τη στιγμή που η ασφάλεια και η τήρηση των νόμων, έννοιες αυτονόητες για άλλες κοινωνίες, δεν ισχύουν στη Λέσβο; Σε ένα τέτοιο κλίμα δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας και πώς μπορούν να γίνουν νέες επενδύσεις. Αυτή τη στιγμή στη Λέσβο βρίσκονται περίπου 10.000 αιτούντες άσυλο σε μια πόλη 27.000 κατοίκων και το νησί μας βρίσκεται για ακόμα μια φορά όμηρος. Η Λέσβος δεν μπορεί να αντέξει άλλο. Θα ήθελα να γνωρίζετε ότι ως Δήμος Λέσβου, σε περίπτωση που δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, θα προβούμε σε όλες τις ενέργειες προκειμένου να προστατεύσουμε τα δικαιώματα των πολιτών μας και την κοινωνική συνοχή».

Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα λοιπόν, και με συσχετισμούς άνισους για πλευρά των εκτοπισμένων και των αλληλέγγυων, βρίσκουν έδαφος και ευκαιρία για μιαν ακόμη πετυχημένη απόπειρα οργάνωσης οι φασίστες, οι πατριδοπορωμένοι και οι επιφανείς διαστρεβλωτές της πραγματικότητας.

*

Έτσι, την Κυριακή (20/4) μέσω της οργάνωσης «Πατριωτική Κίνηση Μυτιλήνης ΙΙ», καλείται συγκέντρωση στο σημείο συνάντησης, που γίνεται η εβδομαδιαία υποστολή σημαίας στο νησί. Με γενικό τους σύνθημα «Φτάνει πια», και με μια σύνδεση συμπαράστασης στους δύο έλληνες αξιωματικούς που κρατούνται από το τούρκικο κράτος που υπήρχε ήδη εκεί, ξεκινούν 200 περήφανοι ελληναράδες, οπλισμένοι με σπρέι πιπεριού, φωτοβολίδες, πέτρες, μπουκάλια, και μπόλικο εθνικιστικό ένστικτο να βαδίζουν στη κεντρική πλατεία που παραμένουν οι εκτοπισμένοι.

Από ‘κει και πέρα, το σκηνικό περιγράφεται από τους αλληλέγγυους και από άτομα που βρισκόντουσαν εκεί, ως πολεμικό. Οι εκτοπισμένοι βρίσκονται περικυκλωμένοι στην πλατεία, δεχόμενοι επιθέσεις και έχοντας ως το τέλος τραυματισμούς (έφτασαν 35 απ’ αυτούς να μεταφερθούν στο νοσοκομείο, ανάμεσα τους και παιδιά), με δικά τους όπλα μόνο την άμυνα και τον φόβο. Η στρατηγική τους είναι οι ανθρώπινες αλυσίδες, στο κέντρο γυναίκες και παιδιά τα οποία και καλύπτουν με βρεγμένες πετσέτες ώστε να μην τραυματιστούν. Οι πετσέτες όμως αρπάζουν φωτιά. Οι κατασταλτικές δυνάμεις, προχωρούν σε δεύτερο χρόνο σε ρίψη δακρυγόνων και σε μια προσπάθεια συνεννόησης με τους φασίστες, οι οποίοι ως απάντηση, ανάβουν κάδους και μεταφέρουν τις συγκρούσεις σε γύρω στενά και στην προκυμαία του λιμανιού. Όσο περνάει η ώρα, ορισμένοι εγκαταλείπουν με αποτέλεσμα να μείνουν μόνο οι «σκληροπυρηνικοί». Σημειώνεται πως καθ’ όλη τη διάρκεια μαζεύεται ένα μεγάλο μέρος αλληλέγγυων από το ανταγωνιστικό κίνημα, φοιτητές, ντόπιοι, κάτοικοι. Οι φασίστες περιγράφονται ως μανιασμένοι, να εύχονται «καλό ψόφο», «πάμε να τους κάψουμε». Σαφώς αποφασισμένοι. Γενικότερα, τέτοιας κλίμακας επίθεση, δεν είναι συχνή για τα δεδομένα του νησιού, παρόλο που οι προσπάθειες των φασιστών για τραμπουκισμό στο παρελθόν ήταν πολλές και διάχυτες.

Ο τρόπος επίλυσης της μονομερούς και άνισης αυτής μάχης, ήρθε τα ξημερώματα και χωρίς την προσαγωγή ή σύλληψη κάποιων από την πλευρά των φασιστών. Επίλυση ήταν η βίαιη και παρά τη θέληση τους, μετακίνηση των εκτοπισμένων στο στρατόπεδο στη Μόρια. Στις 23/4, σημειώνεται η σύλληψη 102 προσφύγων και μεταναστών με κατηγορίες για απείθεια και για παράνομη κατάληψη δημοσίου χώρου.

Ένα σημείο που έρχεται να προστεθεί λίγες μέρες μετά, είναι η μετέπειτα προσπάθεια ταύτισης κατοίκων του νησιού με τους προαναφερόμενους περήφανους ελληναράδες με πρόθεση τις διώξεις. Ανάμεσα στα αναγνωρισμένα 17 πλέον άτομα, βρίσκεται και ένα μέλος της Ν.Δ., το οποίο αποτελεί ηγετικό στέλεχος της «Πατριωτικής Κίνησης Μυτιλήνης».

*

Τα γεγονότα της Κυριακής ξεχωρίζουν ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης με δεδομένα τις υλικές συνθήκες και τις καθημερινές διεκδικήσεις που συμβαίνουν από το 2016 μέσα από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στη Λέσβο, αλλά και ως αποτέλεσμα της συνολικότερης επανοργάνωσης του συντηρητισμού και του φασισμού με τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του και τους διαχρονικούς εχθρούς του στους «κακούς άλλους». Γίνεται φανερό. Πάνω στα συμφέροντα και στις ανάγκες που συγκρούονται, οι εκτοπισμένοι παραμένουν στο πάτο και βιώνουν την ωμή μορφή κρατικής καταστολής και τις συνέπειες των ευρωπαϊκών πολιτικών. Και αυτό όχι πρώτη φορά, μα ούτε και τελευταία. Η αντίσταση απέναντι στο πιο εχθρικό περιβάλλον του κρατικού εγκλεισμού πέραν της ιδεολογικής στόχευσης και σύνδεσης που μπορεί να παίρνει κάθε φορά, αποτελεί βασικό ένστικτο και φυσική κίνηση προς την ελευθερία. Η αλληλεγγύη μας είναι απαραίτητη, όχι σε μια συνθήκη απρόσωπης βοήθειας ή κάποιας απροσδιόριστης ταύτισης, αλλά ως καθαρή πολιτική και κοινωνική σύνδεση με τον αγώνα τους, με το πρόταγμα της κοινωνικής χειραφέτησης.

31357983_1616791485043438_322960504854025205_n

*

Ξέρουμε πως με όποια απόχρωση ντύνουν τις ρητορείες τους ορισμένα κομμάτια της κοινωνίας -από τη ρητορεία για ανάπτυξη και χρηματικές ροές, ως την πιο αισχρή ρατσιστική και αναίσθητη φρασεολογία- παραμένουν ένα πράγμα και μόνο. Είναι εχθροί μας.
Τα παραγοντιλίκια της δεξιάζουσας αστικής τάξης στο νησί και η συνεργασία της με φασιστικές ομάδες καταστολής δε περνούν απαρατήρητα, αλλά έρχονται να επιβεβαιώσουν την ίδια την πραγματικότητα συσχετισμών και προθέσεων. Απέναντι στην επονομαζόμενη κοινωνική συνοχή και ομαλότητα του νησιού, που ισορροπεί ανάμεσα στην φτωχοποίηση των εργαζομένων, στη FRONTEX, στην ταύτισης κράτους, στρατού και έθνους, στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική εκμετάλλευση προσφύγων και μεταναστριών, επιλέγουμε μία απάντηση. Τους συλλογικούς και κοινούς αγώνες.

konsouela