Τότε και τώρα πρόσφυγες… Τότε και τώρα ξένοι

«Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν – ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα»
(Γ. Βλάχος, εκδότης, Καθημερινή, 30.7.1928)

«Τους καλοδεχόμεθα, τους αγαπάμε, τους φροντίζουμε, τους προωθούμε αλλά εδώ στην Ελλάδα δεν χωράμε άλλοι»
Παναγιότατος Μητροπολίτης Άνθιμος από άμβωνος (10/10/2015)

Είναι τόσο πρωτοφανές τελικά το προσφυγικό και μεταναστευτικό ρεύμα που διασχίζει τα παράλια του ανατολικού αιγαίου, ώστε να δικαιολογεί τις εκατόμβες θυμάτων παρά την κινητοποίηση των θεσμικών μηχανισμών; Είναι η ένταση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας ένα σημερινό φαινόμενο;

Η απάντηση είναι καταφανώς αρνητική καθώς τα νησιά του ανατολικού αιγαίου είναι ιστορικά περάσματα σε μετακινήσεις πληθυσμών· μάρτυρες τραγωδιών που έχουν καταγραφεί στο γενετικό κώδικά τους, διατηρούνται σαν σημάδια στην γη, αλλά κυρίως μεταφέρονται ως ζωντανή προφορική μνήμη από τους γηραιότερους.

«Για τους πρόσφυγες με τρόμο προμαντεύω ενάντιες μπόρες, σκληρούς πόνους κι αιματόβρεχτους πολέμους» – Αισχύλος, Ικέτιδες

Αρχές 1923: Χιλιάδες πρόσφυγες Μικρασιάτες αναζητούν άσυλο στην Συρία, που βρίσκεται υπό γαλλική κατοχή. Τρέφονται από τα συσσίτια του Αμερικάνικου Ερυθρού Σταυρού, εξαθλιωμένοι και εγκατεστημένοι σε πρόχειρους καταυλισμούς στο μέσο των πλατειών της Δαμασκού. Για τους περισσότερους από αυτούς είναι ένας ενδιάμεσος σταθμός για την μετάβαση σε ελληνικά εδάφη ή αλλού. Όσοι παρέμειναν συγκρότησαν τον πυρήνα της ελληνικής χριστιανικής κοινότητας της Συρίας.

Αρχές 2016: Σήμερα έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε που πλήθη ανθρώπων θαλασσοπνίγονταν διασχίζοντας το πέρασμα ανάμεσα στα μικρασιατικά παράλια και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Ήταν πρόσφυγες, θύματα ενός πολέμου που από τη μια μέρα στην άλλη τους εξανάγκασε να αφήσουν τις πατρογονικές τους εστίες για να σώσουν την ζωή και την οικογένειά τους. Τότε οι πληθυσμοί που κατέφτασαν στην Ελλάδα, παρότι ομογενείς, αντιμετώπισαν ένα απάνθρωπο ρατσισμό που τους σημάδεψε εσαεί. Είναι συγκλονιστικό ότι ενώ ξανά οικογένειες προσπαθούν με κάθε μέσο να διασχίσουν τα επικίνδυνα νερά του Αιγαίου για την λύτρωσή τους, για τους συνένοχους Ευρωπαίους οι νεκροί από τα ναυάγια είναι ρουτίνα και στατιστικά στοιχεία. Αφενός η αλληλεγγύη και η αυτοθυσία, αφετέρου ο ρατσισμός και η ξενοφοβία δίνουν παρόν και αναμετρούνται καθημερινά για το ποιο θα υπερνικήσει.

Το μίσος

Οι εικόνες χάους το καλοκαίρι, με τους χιλιάδες πρόσφυγες να έχουν κατασκηνώσει παντού (σε προσμονή του σφραγισμένου πάσου για τον Πειραιά), έδωσαν το έναυσμα για επιθέσεις. Η αλληλουχία ρατσιστικών αντιδράσεων κυρίως στην Κω, αλλά και μεμονωμένα επεισόδια, όπως η επίθεση με μολότοφ από ντόπια τσογλανάκια εναντίων προσφυγικού καταυλισμού στο κέντρο της Μυτιλήνης το καλοκαίρι, οι κρυφές αλλά και φανερές ξενοφοβικές φωνές που εκπέμπονται μέσω της πλειοψηφίας των ΜΜΕ και τα κηρύγματα μίσους μεγάλου μέρους της Εκκλησίας.

Στο Σχιστό στην Αττική, στα Διαβατά στην Θεσσαλονίκη οι επιτροπές κατοίκων, που συγκροτούνται κυρίως από ακροδεξιά στοιχεία, απείλησαν ότι θα πάρουν τον νόμο στα χέρια τους. Στα Γιαννιτσά ο εμπρησμός των στρατοπέδων Καψάλη και Φιλλιπάκου για να μην γίνουν hotspots, αλλά και το όργωμα 100 στρεμμάτων του αεροδιαδρόμου Αξιού, ώστε να μην στηθούν σκηνές προσφύγων, στις 27-28 Φλεβάρη από τα ανιστόρητα γερμανοτσολιαδάκια κατοίκους της περιοχής, είναι ένα νήμα που συνδέει τα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος με το σήμερα.

Γιατί φυσικά δεν τους απασχολεί εάν οι μετανάστες θα ζουν σε κλουβιά μέσα σε ένα στρατόπεδο, αλλά αν τα κλουβιά θα χτιστούν στην γειτονιά τους. Οι πρόσφυγες κατά κανόνα δεν είναι καλοδεχούμενοι, με τους καταυλισμούς στους οποίους ζουν να αντιμετωπίζονται ως εστίες μόλυνσης και εγκληματικότητας. Τα ίδια όπως και παλιά!

Η αντιμετώπιση των Μικρασιατών προσφύγων κατά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα

Πογκρόμ, βία, ρατσισμός, διαχωρισμός, ξενοφοβία, θάνατος χαρακτηρίζουν την περίοδο της εξόδου των Μικρασιατών προσφύγων προς τον ελλαδικό χώρο.

Πριν ακόμη την Μικρασιατική Εκστρατεία το Νοέμβριο του 1916, οι πρωτοφασιστικές ομάδες των «Επιστράτων» του Δ. Γούναρη και του Ι. Μεταξά οργανώνουν την επίθεση εναντίων των βενιζελικών στην Αθήνα. Στο στόχαστρο των ένοπλων παρακρατικών θα βρεθούν επίσης οι Κρητικοί της Αθήνας και οι πρόσφυγες από την οθωμανική Ανατολή. Κατά τα «Νοεμβριανά» υπήρξε αληθινό πογκρόμ με προγραφή σπιτιών και καταστημάτων που είχαν σημαδευτεί με κόκκινη μπογιά. Το αποτέλεσμα δεκάδες νεκροί. Με την εμφάνιση στην συνέχεια ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων στον Ελλαδικό χώρο, η ατμόσφαιρα έγινε εκρηκτική.

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες ήταν εξαρχής ανεπιθύμητοι στην Ελλάδα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος μαζί με τους Δ. Γούναρη και Λ. Ρούφο εκδίδουν το νόμο 2870/1922 στις 18 Ιούλη 1922 “Περί της μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχόμενων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής”, με τον οποίο απαγορεύτηκε στον ελληνικό πληθυσμό των μικρασιατικών παραλίων να αποβιβαστεί εφόσον δεν ήταν “εφοδιασμένοι δια τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων”.

Μετά την άφιξή, ένα γεγονός-δείγμα σχετικά με την δυσκολία μετεγκατάστασης τους είναι στο χωριό Ροδολείβος της Δράμας, όπου φανατισμένοι ντόπιοι απειλούσαν ότι: «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαίρων, και ροπάλων».

Στην Πρώτη Σερρών (Κιούπκιοϊ) το φθινόπωρο του 1924 οι κάτοικοι παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους: «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες τας αποσκευάς…» Εξαρχής δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι καθότι ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι μεν, τουρκόφωνοι δε. Οργανωτής του πογκρόμ ο μακεδονομάχος δάσκαλος του χωριού Γεώργιος Καραμανλής (πατέρας του “Εθνάρχη”). Σύμφωνα με τις μαρτυρίες έκαψαν τις σκηνές των 120 οικογενειών ποντιακής καταγωγής, σκότωσαν εννέα πρόσφυγες και βιάσανε γυναίκες, οπλισμένοι με αξίνες, φτυάρια και δίκαννα όπλα. Αιτία ήταν η επιδίωξη των γηγενών να εκδιώξουν τους πόντιους πρόσφυγες από τα Ανταλλάξιμα κτήματα ώστε να τα καρπωθούν οι ίδιοι.

Η κατάσταση που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες με την άφιξή τους στον Πειραιά καταγράφεται στην αφήγηση της Τασίας Χρυσάφη – Ακερμανίδου, η οποία ήταν ένα από τα παιδιά που γεννήθηκαν πάνω στα πλοία στη διάρκεια του πρώτου κύματος εξόδου των προσφύγων στην Ελλάδα:
«Βρήκε ένα ξενοδοχείο ο πατέρας μου, ρώτησε αν υπάρχει δωμάτιο, του είπαν όχι. Εζήτησε ένα ποτήρι γάλα για τη λεχώνα και του είπανε δεν έχουμε. Ζήτησε ένα ποτήρι νερό και νερό δεν δίνανε»

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1922, σύμφωνα με ανακοίνωση του γραφείου του δημάρχου Αθηνών, περίπου 70.000 πρόσφυγες διέμεναν σε 130 πρόχειρους καταυλισμούς διάσπαρτους σε ολόκληρη την πόλη. Οι παραγκογειτονιές διατηρήθηκαν 45 χρόνια μετά την άφιξη τους.

Η φιλομοναρχική Βραδυνή γράφει για τους προσφυγικούς καταυλισμούς των Μικρασιατών το 1923:
«Αφγανιστανούπολις
Τζιεράκια τηγανίζονται, κωλόπανα κυματίζουν, σανιδώματα προχείρων ικριωμάτων τοποθετούνται εις τα καλύτερά μας πεζοδρόμια, μανδήλια, τσεμπέρια, βλαχόκαλτσες, τηγάνια, παλιοπάπουτσα, αντεριά, κρεμώνται εις καλύβας του αθιγγανικοτέρου είδους, χαλβάδες και ρεβανές εκτίθενται προ ευπρεπών καταστημάτων, κηπάρια δημοτικά, τα οποία είχαν αποκτήσει ολίγους καλούς πρασίνους τόνους ηρημώθησαν. Την στιγμήν οπού η πόλις μας έβαινε προς την ευπροσωποτέραν εμφάνισήν της, επήλθον η αρρυθμία, η τσαπατσουλοσύνη, η ασχημία, η βαρβαρότης και έστησαν βάναυσον χορόν εις τα πλέον συχναζόμενα ευπρεπή μέρη της. Ευθύνην δεν δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους διαπράττοντας τας ασχημίας ταύτας. Αυτοί όπως ήξευραν και όπως ηδυνήθησαν έπραξαν. Μη έχοντες το αίσθημα της τάξεως, δεν ηδύναντο να την εκδηλώσουν, αγνοούντες δε την έννοιαν του καλού δεν ηδύναντο να την φανερώσουν. Την ευθύνην έχουν οι αρμόδιοι, οι εντεταλμένοι δια την υγιεινήν, την τάξιν, την ευπρέπειαν. (…) Αφήκαν τους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους να κατακτηθούν υπό του ψιλικατσιδισμού, αδιαφορήσαντες όχι μόνον προς την ευπρέπειαν, αλλά και προς τα συμφέροντα των εμπόρων καταστηματαρχών, οι οποίοι πληρώνουν ακριβά ενοίκια, βαρείς φόρους, μεγάλους δασμούς, ριψοκινδυνεύουν κεφάλαια. Ταυτοχρόνως, διά της μεταβολής των εμπορικών μας οδών εις μπαγιατοπάζαρα κατέστησαν δυσχερεστάτην την κυκλοφορίαν των διαβατών και των τροχοφόρων. (…) Αλλά όπως οι επερχόμενοι σωρηδόν εις τας Αθήνας και τον Πειραιά εννοούν καλά και σώνει να εγκατασταθούν εις τας δύο ταύτας πόλεις, αν και η μέχρι τούδε μόνιμος κατοικία των ήτο κάποιον άγνωστον χωρίον, παρομοίως όλοι ζητούν να καταλάβουν την κεντρικοτέραν θέσιν μαζί με τον ταβλάν των, με την παράγκαν των, τα συκωτάκια των, τα μπακαλιαράκια των, τα χαλβαδάκια των, τα γαλακτομπουρεκάκια των, τας τσουράπας των και τα ζωνάρια των.»

Το μίσος των συντηρητικών και ιδιαιτέρως της μοναρχικής δεξιάς για τους πρόσφυγες είχε παρελθόν πριν τη Μικρασιατική Εκστρατεία (το πρώτο μεγάλο κύμα ήρθε ανάμεσα στο 1914-1916) καθώς η άφιξη των προσφύγων όξυνε το κλίμα διχασμού, το οποίο πια εκφράζονταν και από το δίπολο πρόσφυγες βενιζελικοί – παλαιοελλαδίτες αντιβενιζελικοί.
Στις 9 Νοεμβρίου 1923 σε συλλαλητήριο στις στήλες του Ολυμπίου Διός, όπου συμμετείχαν μαζικά οι βασιλόφρονες κάτοικοι των Μεσογείων, το χαρακτηριστικότερο σύνθημα ήταν: «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες».

Οι επιθέσεις και το εχθρικό κλίμα συνεχίζονται για καιρό με χαρακτηριστικό γεγονός την πυρπόληση του προσφυγικού οικισμού στον Βόλο, που λαμβάνει χώρα το 1935 μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα των Βενιζελικών. Αυτό το δίπολο μετεξελίχθηκε σε γενικό συστημικό πανικό και οργανωμένη καταπίεση εξαιτίας της σταδιακής αύξησης της επιρροής του κομμουνιστικού κόμματος και των αριστερών ιδεών στις προσφυγογειτονιές.

Η αντίδραση στην εισαγωγή νέων ηθών και πολιτισμού από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες

Η έλευση των Μικρασιατών προσφύγων είχε αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας πόλης, εξέλιξη που άλλαξε σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική γεωγραφία της πρωτεύουσας. Έτσι δημιουργούνται οι συνοικίες της Ν. Ιωνίας, Ν. Φιλαδέλφειας, Ν. Σμύρνης, Ν. Χαλκηδόνας, Περιστερίου, Καισαριανής, Βύρωνα, Υμηττού καθώς και μεγάλος αριθμός μικρότερων.

Στο πολιτιστικό πεδίο, τα έθιμα, την μουσική και τον καθημερινό τρόπο ζωής, αυτή η μείξη λειτούργησε ευεργετικά για την ανάπτυξη του λαϊκού πολιτισμού, με τις αντιδράσεις της αστικής τάξης να είναι οξύτατες. Η καθημερινότητα των προσφύγων είχε ένα πολιτισμικό πλούτο, ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, που έλκυε όσους γηγενείς ξεπερνούσαν τις στερεοτυπικές απεικονίσεις των προσφύγων ως «αρπακτικών» των περιουσιών τους ή «ανήθικων τουρκομεριτών» που απειλούσαν τα ήθη της Παλαιάς Ελλάδας. Ο εκδότης της Καθημερινής Γεώργιος Βλάχος γράφει: «Το σύμβολο της Παλαιάς Ελλάδος εκπορθείται και βεβηλώνεται από την “προσφυγικήν αγέλην”. Η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη μόνο των “καθαρών” Ελλήνων, αλλά και πόλη των προσφύγων».

Τα αντιπροσφυγικά συναισθήματα του Ι. Μεταξά θα είναι τόσο έντονα ώστε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του ξεκινά σειρά απαγορεύσεων (ρεμπέτικα, χασικλίδικα, αμανέδες, καραγκιόζης), έχοντας τη συναίνεση του τότε πνευματικού κόσμου, ανεξαρτήτως ιδεολογίας ή πολιτικής τοποθέτησης. Ο Ζ. Παπαντωνίου χαρακτηρίζει τον αμανέ «ατελεύτητο και απερίγραπτο μηδέν» Ελεύθερο Βήμα, 3-7-1938. «Ήτο καιρός! Εις την Τουρκίαν, που υπήρξε και η πατρίς των, οι αμανέδες καταργήθηκαν προ ετών όπως και το φέσι – φερετζές». ΕΘΝΟΣ, 30-11-1937. Τα μεγάλα θύματα της λογοκρισίας του Μεταξά, ήταν η Σμυρνέικη Κομπανία που έδρευε στον Πειραιά, καθώς και οι βυζαντινοί μουσικοί τρόποι, τους οποίους οι «γηγενείς» Αθηναίοι ονόμαζαν Τουρκομερίτικους.

Ο ρόλος του τύπου

Οξύτατη θα είναι η αντιπροσφυγική υστερία που θα χαρακτηρίσει τον Τύπο. Κηρύγματα φανατισμού και ρατσισμού προς τους «αυτόχθονες» κατά των προσφύγων γεμίζουν τις σελίδες των φιλομοναρχικών εφημερίδων… «Οι γηγενείς καλούνται να συνασπιστούν σε συλλόγους ‘αμύνης’ κατά των προσφύγων», έγραφε η Ακρόπολις στις 6 Φεβρουαρίου του 1936. Ο Ν. Κρανιωτάκης, εκδότης του Πρωινού Τύπου και φανατικός μοναρχικός, προτείνει το 1933 να υποχρεωθούν οι πρόσφυγες να φορούν ένα κίτρινο περιβραχιόνιο για να ξεχωρίζουν από τους Έλληνες. Στο ίδιο κλίμα η λέξη τουρκόσπορος μαζί με ένα σωρό ανάλογες εκφράσεις, όπως σκατοουγλούδες, παληοαούτηδες, λεφούσια και για τις γυναίκες παστρικές (δηλαδή ελευθέρων ηθών), ήταν οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί με τους οποίους προσφωνούσαν οι παλαιοελλαδίτες τους ομογενείς τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Αντιστοίχως “λαθρομετανάστης” (με την εσκεμμένη υποτιμητική αντικειμενοποίηση) είναι σήμερα ο συνήθης χαρακτηρισμός για όποιον καταφέρει να αποδράσει επιδιώκοντας ένα καλύτερο αύριο. Τα ήθη και τα έθιμά του θεωρούνται μιαρά και εχθρικά απέναντι στα δικά μας, όπως και τότε.

Συμπερασματικά, αν ανατρέξουμε στην πανάθλια συμπεριφορά των ντόπιων στο παρελθόν εναντίον των Μικρασιατών προσφύγων, που μοιράζονταν κατά κανόνα κοινή γλώσσα, έθιμα και θρησκεία, η αρωγή στους σημερινούς κατατρεγμένους σίγουρα θα βρει τεράστια εμπόδια μπροστά της.

Ζούμε σε σκοτεινούς καιρούς

Ένα χυδαίο ανατολίτικο παζάρι λαμβάνει χώρα μεταξύ της φασίζουσας Ευρωπαϊκής Ένωσης και του χασάπη υποστηρικτή του ISIS, Ερντογάν. Όλοι διαπραγματεύονται με τα κεφάλια των μεταναστών, που μέρα με την μέρα εξαθλιώνονται στο κλειστό πέρασμα της Ειδομένης. Σαν deja-vu εμφανίζεται στην γερασμένη Ευρώπη το μίσος και ο φόβος που αναπαράγεται δηλητηριάζοντας το δημόσιο λόγο. Σήμερα λοιπόν βλέπουμε οι φράχτες να υψώνονται ξανά και άνθρωποι εξόριστοι και πρόσφυγες να συναντούν διαδοχικά εμπόδια στο ταξίδι τους. Ο ακροδεξιός έως φασιστικός λόγος καθίσταται πια κοινότοπος με ιδιαίτερη έξαρση στην κεντρική Ευρώπη και στις χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ.

Η επικράτηση της γλώσσας του μίσους, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το μαρκάρισμα στο χέρι με έναν αριθμό, ο θεσμικός αλλά κυρίως ο άτυπος ρατσισμός που βιώνουν οι πρόσφυγες, μας υπενθυμίζουν ότι όσα χρόνια και να πέρασαν, οι κίνδυνοι της ανθρωποκτόνου μισαλλοδοξίας είναι μπροστά μας.

Να μην ξεχνάμε όμως και το πλήθος αυτών που παραμένοντας άνθρωποι στηρίζουν τους πρόσφυγες, τους έχουν ανοίξει τα σπίτια τους και υψώνουν τοίχος προστασίας ενάντια στο ζόφο του μίσους.

Να μην τους αφήσουμε ανοιχτό πεδίο, οφείλουμε να μην ξεχάσουμε, να ανασύρουμε τη μνήμη και τα βιώματα των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν στο παρελθόν. Να πάμε ένα βήμα παραπέρα και να πολεμήσουμε μαζί (ντόπιοι και μετανάστες) τα αίτια που δημιουργούν αυτό τον ξεριζωμό και όχι μόνο να θεραπεύσουμε τα αποτελέσματά τους.

anarres

*Τα ιστορικά στοιχεία βασίζονται κυρίως στην επιμέλεια πλούσιου υπάρχοντος υλικού στο διαδίκτυο.

Μερικές πηγές:
kars1918.wordpress.gr
ΙΜΕ αρχείο
Tvxs Αφιέρωμα “Πρόσφυγες στη μεσοπολεμική Αθήνα”