Σημειώσεις για το Μακεδονικό Ζήτημα

Εξετάζουμε σοβαρά το επόμενο συλλαλητήριο να γίνει στα σύνορα με τα Σκόπια
~Στέργιος Καλογήρος – μέλος της συντονιστικής επιτροπής του συλλαλητηρίου της Αθήνας

 

 

*

Η μη αναγνώριση του κράτους της μακεδονίας με το όνομά του, όπως και της μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας από μεριάς του ελληνικού κράτους, αποτελεί πράξη εξ ορισμού επιθετική, αφού με αυτό τον τρόπο είναι σαν να μην αναγνωρίζει την ίδια τους την ύπαρξη – με παρόμοιο τρόπο όπως αυτόν που η τουρκία δεν θεωρεί τους κούρδους σαν ξεχωριστή εθνότητα. Η συγκρότηση του μακεδονικού έθνους στα τέλη του 19ου αιώνα έγινε βάση μιας συγκεκριμένης, όσο και αντιφατικής, εθνικής ιδεολογίας η οποία και διατηρούσε για τον εαυτό της την μακεδονικότητα. Η όποια ιστορική αυθαιρεσία είναι δεδομένη, όπως άλλωστε σε όλες της αντίστοιχες περιπτώσεις συγκρότησης εθνικών ιδεολογιών [1] και προκύπτει από την εξ ολοκλήρου φαντασιακή υπόσταση των εθνικών ομάδων σαν κοινότητες. Συνεπώς, η ύπαρξη διακριτής μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας προκύπτει, τον 19ο αιώνα, από την ίδια της την συγκρότηση – και αντίστροφα κανέναν έθνος δεν υπήρχε πριν συγκροτηθεί. Ουσιαστικά προέκυψε όπως ακριβώς και η συγκρότηση του ελληνικού έθνους, το οποίο απλά είχε λιγότερο πολύπλοκες τεμνόμενες πτυχές της εθνικής του ιδεολογίας με αυτές των άλλων εθνοτήτων με αποτέλεσμα να τις επιλύσει εύκολα, προφανώς δια της βίας [2]. Το μακεδονικό ζήτημα προκύπτει συνεπώς στις αρχές του 20ου αιώνα σαν πρόβλημα σύγκρουσης μεταξύ των τότε συγκροτούμενων εθνικών ιδεολογιών της περιοχής, και συνεπώς της υλικής έκφρασης τους που δεν είναι άλλη από την ιδιοκτησία των εδαφών, τα οποία ανήκουν ακόμα στην καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία. Κατά τραγική ειρωνεία, η διακριτή μακεδονική εθνική συνείδηση γεννιέται τότε, σχεδόν καθ’ υπόδειξη του ελληνικού κράτους που είναι αυτό που διαδίδει, μέσω έντυπης προπαγάνδας [3], στους ντόπιους ότι είναι εκσλαβισθέντες απόγονοι των αρχαίων μακεδόνων, σαν αντίβαρο στην συνεχιζόμενη εκβουλγαροποίηση του πληθυσμού.

 *

Η γέννηση των εθνών δεν σημαίνει την εθνική αφύπνιση κάποιων πληθυσμών που είχαν έτσι και αλλιώς κάποια κοινά χαρακτηριστικά, όπως η γλώσσα ή η θρησκεία, αλλά αντίστροφα είναι η επίκτητη οικοδόμηση αυτών των κοινών χαρακτηριστικών και ο συνεπαγόμενος, ταυτόχρονα αναγκαστικός και οικειοθελής [4], διαχωρισμός των πληθυσμών, οι οποίοι μπορούν μέσω αυτών των κοινών στοιχείων να δομήσουν μια κοινή φαντασιακή κοινότητα. Σε κάθε περίπτωση η δόμηση των εθνών είναι παράγωγο της ανάδυσης των αστικών τάξεων, οι οποίες μοιράζουν ανθρώπους και εδάφη, περιχαράσσουν για να δημιουργήσουν εσωτερικές αγορές, καπιταλιστικοποιούν τις κοινωνικές σχέσεις και καθορίζουν η κάθε μία το ζωτικό της χώρο – το έθνος είναι η ιδεολογία που εξουσιοδοτεί την αστική τάξη να φέρει εις πέρας αυτή τη διαδικασία. Με απλά λόγια, πρώτα η ελληνική αστική τάξη αποφάσισε να κατακτήσει, και εν τέλει το κατάφερε, το μακεδονικό έδαφος, και μετά αναγκαστικά «ελληνοποίησε» τους υπάρχοντες πληθυσμούς [5].

*

Η στάση του ελληνικού κράτους να μην αναγνωρίζει την ύπαρξη συνολικά των μακεδόνων ή της γλώσσας τους υπαγορεύεται από την θέση ισχύος στην οποία και βρίσκεται σήμερα. Το 1925 μετά την συνθήκη των σεβρών το ίδιο το ελληνικό κράτος τύπωσε -και μετά από λίγους μήνες  κατέστρεψε- το Abecedar (Αμπετσένταρ), αλφαβητάρι στα μακεδονικά, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη διδασκαλία των κομματιών του πληθυσμού που μιλούσαν την γλώσσα. [6]

 *

Η οποιαδήποτε αιματολογική αφήγηση σχετικά με την συγκρότηση του ελληνικού ή του μακεδονικού έθνους είτε είναι φυλετιστικών/ναζιστικών αναφορών, είτε είναι παντελώς ανιστόρητη. Πέρα από τις αυτονόητες προσμίξεις μεταξύ διαφορετικών φύλων, είναι η ανάγκη που κάνει τους ανθρώπους να αλλάζουν γλώσσα, θρησκεία ή στρατό και όχι προφανώς κάποια γονιδιακή ομοιότητα. Στην μακεδονία, στα τέλη του 19ου, ο πληθυσμός διοικείται από τέσσερα διακριτά βιλαέτια (ορθόδοξο, εβραϊκό, μουσουλμανικό και αρμένικο) στα οποία υπάρχει κινητικότητα μεταξύ των πληθυσμών που πολλές φορές αλλάζουν βιλαέτι ανάλογα με την φορολογία, το επάγγελμά τους, το σχολείο που φοίτησαν ή την όποια δυνατότητα κοινωνικής ανόδου, ενώ ταυτόχρονα και η κατανομή των γλωσσών είναι συνδεδεμένη με οικονομικά χαρακτηριστικά: Ελληνικά μιλάνε οι έμποροι, λίγα τούρκικα όλοι λόγω της οθωμανικής εξουσίας, μακεδονικά και βουλγάρικα οι φτωχοί αγρότες. Αυτή τη ρευστότητα μεταξύ των εθνικών προσδιορισμών θα εκμεταλλευτεί η ελληνική αστική τάξη και με εργαλείο κυρίως την εκκλησία [7], που εκτός των άλλων είχε και έλεγχο της εκπαίδευσης, θα στρατολογήσει στην ελληνική εθνική ιδέα ένα σημαντικό κομμάτι του μακεδονικού πληθυσμού.

*

Η ενασχόληση της ελληνικής αστικής τάξης με την μακεδονία θα πάρει εντατική μορφή μόνο μετά την εμφάνιση της ΕΜΕΟ [8], οργάνωσης που πολεμάει για την απελευθέρωση της μακεδονίας και η οποία θα οργανώσει και θα πραγματοποιήσει την επανάσταση του Ίλιντεν. Οι ελλαδίτες μακεδονομάχοι ήταν εξοπλισμένες από την ελλάδα συμμορίες που σε πρώτο χρόνο συμμάχησαν με τον τούρκικο στρατό [9] στην καταπολέμηση της μακεδονικής ανταρσίας προκειμένου να ανακτήσει ο ελληνικός εθνικισμός το χαμένο έδαφος. Η συμμαχία μακεδονομάχων – οθωμανών πέρα από συμμαχία αστικής τάξης – κράτους ενάντια στον εξεγερμένο φτωχό πληθυσμό είναι και βαθιά αντιδραστική – οι μακεδονομάχοι πρεσβεύουν τον εθνικιστικό διαχωρισμό, ενώ τουλάχιστον αρχικά η ΕΜΕΟ τη διεθνιστική επανάσταση. Σε δεύτερο χρόνο, οι ένοπλες ομάδες των μακεδονομάχων εξασφάλιζαν τη διάδοση της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας κάνοντας χρήση τρομοκρατικών μεθόδων επί του πληθυσμού. [10] Αυτές οι μέθοδοι θα μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένες στις μνήμες των ντόπιων και θα τις βρουν μπροστά τους το ελληνικό κράτος (και παρακράτος), την δεκαετία του ΄90, που στην προσπάθειά του να τονώσει το εθνικό φρόνημα των κατοίκων θα γεμίσει διάφορα χωριά της φλώρινας [11] με προτομές των μακεδονομάχων, τις οποίες και οι κάτοικοι σπάνε, ξηλώνουν ή κλέβουν, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις συγκρούονται και με χρυσαυγίτες που έρχονται να αποδώσουν φόρο τιμής, με αποτέλεσμα ολόκληρα χωριά να οδηγούνται στα δικαστήρια [12].

*

Η ελληνική αστική τάξη κατακτώντας τα μακεδονικά εδάφη εκσυγχρόνισε και τις τοπικές κοινωνικές σχέσεις προκειμένου να ενταχθούν στο καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής. Με αυτό τον τρόπο θα εμφανιστεί στα μακεδονικά χωριά ο θεσμός της οικογένειας που θα αντικαταστήσει την ζάντρουγκα ή πατρία, πατριαρχική κοινωνική δομή που την αποτελούσαν 30 έως 40 άτομα, συγγενικά μεταξύ τους, με ένα αρχηγό, κλειστή εσωτερική οικονομία, κοινή ιδιοκτησία και αυτονομία ως προς την επιβίωση.

*

Το ελληνικό κράτος θα αποκτήσει την πραγματική κυριαρχία στην μακεδονία και τη θράκη μόνο μετά την μαζική έλευση των μικρασιατών προσφύγων που φέρουν μαζί τους και τον εθνικό τους προσδιορισμό για τον οποίο άλλωστε και εκδιώχτηκαν από την τουρκία. Μέχρι τότε τα νούμερα είναι χαρακτηριστικά της πολυεθνικότητας τόσο της μακεδονίας, όσο και της θεσσαλονίκης καθώς,  σύμφωνα με την απογραφή του 1904 με βάση τη γλώσσα, στη μακεδονία κατοικούν: 896.496 βούλγαροι (στους οποίους προσμετρούνται και οι ομιλούντες την μακεδονική), συγκρινόμενοι προς 307.000 έλληνες, 100.717 σέρβους και 99.000 βλάχους. Στη θεσσαλονίκη αντίστοιχα, πόληεμπορικό κέντρο της εποχής, σε απογραφή που έγινε τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, το 40% της πόλης κατοικείται από εβραίους, το 29% από μουσουλμάνους και το 25% από ορθόδοξους χριστιανούς. Η ελληνοποίηση της περιοχής επέβαλε, μεταξύ άλλων, την αλλαγή ονομάτων σε 1.700 χωριά στην μακεδονία  αλλά και το κάψιμο και την ισοπέδωση της πόλης του Κιλκίς, τον Ιούνη του ’13 , όπως και την εκδίωξη όλων των κατοίκων της, μετά την σκληρότερη μάχη του ελληνοβουλγαρικού πολέμου –  πόλη που το ελληνικό κράτος ξανα-έφτιαξε αμέσως μετά, από την αρχή, φροντίζοντας να μείνουν σε αυτήν πρόσφυγες από τη μικρά ασία. Ουσιαστικά, η ελληνοποίηση των μακεδονικών περιοχών παραμένει ζητούμενο για πολλές δεκαετίες ακόμα – χαρακτηριστική είναι η οδηγία της Υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας [13], το 1982, που προτείνει μέτρα εξελληνισμού της περιοχής ανάμεσα στα οποία είναι η μίσθωση λακέδων που θα επιβάλλουν την ελληνική γλώσσα στον κύκλο των ανθρώπων που επηρεάζουν, η παρεμπόδιση ελλήνων υπηκόων να σπουδάσουν στη γειτονική χώρα, η στρατολόγηση στον στρατό και την αστυνομία κατοίκων της φλώρινας προκειμένου να τους στείλουν υποχρεωτικά σε άλλες περιοχές και η σύναψη γάμων γυναικών που μιλάνε μακεδονικά με χωροφύλακες και καραβανάδες [14].

*

Από την δεκαετία του ’20 και μέχρι το τέλος του εμφυλίου, το μακεδονικό θα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την δράση του ΚΚΕ, το οποίο δρα σε συμφωνία με την δεύτερη διεθνή στην κατεύθυνση της κοινωνικής επανάστασης, όχι μόνο στην ελλάδα αλλά σε όλο τον βαλκανικό χώρο. Το 1924 το ΚΚΕ υιοθετεί τη θέση για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» με από κοινού επανάσταση και συνένωση των τριών μακεδονιών ενώ χαρακτηριστική είναι η  δήλωση του γραμματέα του Π. Πουλιόπουλου: «όποιος αρνείται την ύπαρξη άλυτου ως τώρα εθνικού Μακεδονικού Ζητήματος στην Ελληνική, Βουλγαρική και Σέρβικη Μακεδονία, είναι δίχως άλλο λακές της μπουρζουαζίας». Τη στάση του αυτή το ΚΚΕ θα την πληρώσει με τις λεγόμενες «δίκες των αυτονομιστών» οι οποίες πήραν διεθνή διάσταση, αφού οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν ακόμα και την ποινή του θανάτου, αν και εν τέλει αθωώθηκαν.

*

To ζήτημα των τριών κομματιών της μακεδονίας αποτέλεσε σημείο ρήξης και ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα ελλάδας, γουγκοσλαβίας και (λιγότερο) βουλγαρίας την δεκαετία του ‘40, τα οποία και αλλάζουν τη στρατηγική τους ετεροκαθοριζόμενα το ένα από άλλο σχετικά με τις υπαρκτές ιδεολογικές διαφωνίες τους και τις γεωπολιτικές τους προεκτάσεις -όπως η σύγκρουση Στάλιν/Τίτο- είτε επειδή αδυνατούν να συγκρουστούν με την εθνική ιδεολογία των κρατών τους. Έτσι αιτήματα όπως η ανεξαρτησία (όλης) της μακεδονίας [15] στα πλαίσια της αυτοδιάθεσης των λαών, όπως διακήρυττε η κομμουνιστική διεθνής, και το αντίστροφο του, η αναγνώριση της (κάθε μιας) μακεδονικής μειονότητας εντός των άλλων κρατών, την μια κατατείθονται από το ΚΚΕ με την διαφωνία του ΚΚΓ [16] και την άλλη ακριβώς αντίστροφα ανάλογα με το ποιος είναι σε θέση ισχύος στην προσπάθεια προσεταιρισμού του, υπό σύσταση, μακεδονικού κράτους. Εάν στην συγκεκριμένη εξίσωση προστεθεί και η ρευστοποίηση, λόγω του εμφυλίου, των συνόρων ανάμεσα σε ελλάδα, γιουγκοσλαβία και βουλγαρία που επιτρέπει στους κομμουνιστές μακεδόνες να αλλάζουν κράτος ανάλογα με τις εξελίξεις των εχθροπραξιών ή τις πολιτικές θέσεις τους [17], συμπερασματικά το ζήτημα σε ποιον ανήκει η μακεδονία μετεξελίσσεται στο ερώτημα σε ποιόν ανήκουν οι μακεδόνες ακριβώς όπως και στις αρχές του αιώνα, αυτή τη φορά όμως στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος.

*

Η έκρηξη του μακεδονικού ζητήματος θα συμβεί αναπόφευκτα κατά την διάρκεια του εμφυλίου όταν και ο εγκλωβισμένος στα μακεδονικά εδάφη ΔΣΕ θα συμμαχήσει με τη ΝΟΦ [18], μια μακεδονική οργάνωση που ιδρύθηκε στα Σκόπια, το 1945, και η οποία ακροβατεί ανάμεσα στον σοβινισμό και τον σοσιαλισμό με τον ίδιο τρόπο που ακροβατούν όλα τα αριστερά εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα. Τα τελευταία δύο χρόνια του εμφυλίου το ΚΚΕ σταδιακά θα υιοθετήσει όλο και πιο φιλομακεδονικές θέσεις καταλήγοντας στην ανοιχτή δήλωση σχετικά με την ανεξαρτησία του μακεδονικού κράτους σε περίπτωση νίκης του ΔΣΕ [19]. Η στάση του ΚΚΕ οφείλεται σε ένα κράμα πολιτικού τυχοδιωκτισμού καθώς η προοπτική νίκης σε όλη τον ελλαδικό χώρο φάνταζε πλέον αδύνατη από την μια πλευρά και από την άλλη στην απρόσκοπτη εκτέλεση των σοβιετικών γεωπολιτικών συμφερόντων που αποσκοπούσε έτσι στο χτύπημα του Τίτο με την πιθανή ενσωμάτωση και της γιουγκοσλαβικής μακεδονίας στο νέο κράτος.

*

Η στενή συνεργασία του ΚΚΕ με τη ΝΟΦ είναι και η αιτία της μαζικής στρατολόγησης μακεδόνων στον ΔΣΕ, και συνεπώς ο λόγος που τόσο μεγάλο κομμάτι των πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου ήταν μακεδονικής καταγωγής. Ουσιαστικά ένα τμήμα των ανταρτών του ΔΣΕ πολεμούσε και για ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού εκτός από τις γενικότερες κοινωνικές αιχμές του εαμικού κινήματος. Αυτή η αναγκαιότητα εθνικού προσδιορισμού, και ακόμα περισσότερο αυτοάμυνας απέναντι στις συμμορίες της λευκής τρομοκρατίας, είναι που εκφραζόταν ενίοτε με το αίτημα της ισότητας εντός του ελληνικού κράτους και ενίοτε με το αίτημα της αυτονόμησης. Αυτή τους την δράση δεν θα τους συγχωρήσει ποτέ το ελληνικό κράτος, το οποίο τους απέκλεισε από την επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων το 1982 –επιτράπηκε μόνο στους «έλληνες το γένος» να επιστρέψουν– ενώ είχε ήδη δώσει τα χωράφια και τα σπίτια τους, ακόμα και αυτά των οικογενειών τους, ακόμα και εάν δεν είχαν εμπλακεί στον εμφύλιο, σε χωροφύλακες και φασίστες με τον μετεμφυλιακό νόμο 2536 [20]. Η «νόμιμη» καταπάτηση αυτών των ιδιοκτησιών, η δημιουργία διαφόρων μακεδονικών οργανώσεων στις οποίες συμμετέχουν οι νέοι ιδιοκτήτες προκειμένου να αποτρέψουν την πιθανή διεκδίκησή τους, όπως και συνολικά η εκδικητική αντίληψη του ελληνικού κράτους απέναντι στον μακεδονικό πληθυσμό θα οδηγήσει το ελληνικό κράτος στην απαγόρευση επίσκεψης τους στη χώρα [21] ακόμα και το 2003 όταν και αιτήθηκαν κάποιοι που βρίσκονταν ακόμα εν ζωή να επισκεφτούν τις περιοχές στις οποίες κάποτε έζησαν και πολέμησαν στο πλευρό του ΔΣΕ [22].

*

Η διαδικασία εθνικής ομογενοποίησης των πληθυσμών των βαλκανίων διήρκησε όλο τον 20ο αιώνα και σε κάποιες περιπτώσεις (Μακεδονία, Αλβανία) είναι ακόμα ανολοκλήρωτη – σε κάθε περίπτωση πραγματοποιήθηκε με πολέμους, πογκρόμ και εθνοκαθάρσεις. Τη δεκαετία του ’40 στα εδάφη του ελληνικού κράτους συντελέστηκαν μια σειρά από εθνοτικές συγκρούσεις, στα πλαίσια του δευτέρου παγκοσμίου, που εξέφραζαν την ανάγκη για εθνικό προσδιορισμό και την περιχαράκωση των αντίστοιχων εδαφών, η οποίες και σηματοδότησαν με την ήττα τους και το τέλος αυτών των επιδιώξεων. Οι τσάμηδες που ηττήθηκαν από τον ΕΔΕΣ, και οι βλάχοι της θεσσαλίας, τους οπλαρχηγούς των οποίων εκτέλεσαν έναν προς έναν κομμάντος του ΕΛΑΣ, είναι περιπτώσεις εθνοτικών ομάδων που βλέποντας την διάλυση του ελληνικού κράτους, πέρασαν στο πλευρό των γερμανών/ ιταλών και επεδίωξαν τη δημιουργία ανεξάρτητων κρατιδίων ή έστω κρατικών δομών. Αυτές οι περιπτώσεις, όπως και αυτή των μακεδόνων -που συντελέστηκε όμως με το αντίστροφο πολιτικό πρόσημο- δείχνουν ότι η δεδομένη σήμερα συνοχή του ελληνικού κράτους εδραιώθηκε πάνω στην ήττα αυτών των επιδιώξεων, οι οποίες και εμφανίστηκαν ακριβώς όταν βρήκαν χώρο να εμφανιστούν. Η εθνικιστική στροφή του ΚΚΕ [23] συντελέστηκε από το ’40 μέχρι σήμερα σε συνάρτηση με την ομογενοποίηση του ελληνικού κράτους, την υιοθέτηση του εθνικού μύθου από σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού της ελλάδας και τον εξευτελισμό του διεθνισμού από τα σοβιετικά καθεστώτα – σαν αποτέλεσμα σηματοδότησε την αμοιβαία επωφελή επανένταξη του στον σύστημα πολιτικής εκπροσώπησης.

 *

Ο ελληνικός εθνικισμός, όντας εθνικισμός, είναι μοιραία επιθετικός. Έτσι η «μακεδονικότητα» των κατοίκων των μακεδονικών περιοχών που βρίσκονται στην ελλάδα δεν θίχτηκε το 1992 αφού μακεδονικό κρατίδιο υπήρχε ήδη περίπου 50 χρόνια, απλά τότε υπήρχε η δυνατότητα αμφισβήτησης συνολικά της ύπαρξης του μακεδονικού κράτους. Ταυτόχρονα εμφανίστηκε και η προοπτική υλικών απολαβών και μάλιστα πολυεπίπεδων: Η εθνικιστική επιθετικότητα του ελληνικού εθνικού κορμού είχε απώτερο σκοπό την εισβολή στην μακεδονία και τον διαμοιρασμό της σε ελλάδα, αλβανία και σερβία – σχέδιο το οποίο όταν δεν απέδωσε αντικαταστάθηκε: το οικονομικό εμπάργκο έκλεισε την μοναδική δίοδο του μακεδονικού κράτους προς τα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη με αποτέλεσμα την πτώση της αξίας των εμπορευμάτων και την συνεπακόλουθη «μαύρη» αγορά τους έναντι ελαχίστου κόστους από τους έλληνες καπιταλιστές. Ταυτόχρονα, οι οικονομικές σχέσεις είναι και στην περίπτωση του μακεδονικού πολυδιάστατες: η ψυχολογία της μάζας των μακεδονομάχων διαδηλωτών από το ’92 μέχρι σήμερα φέρει το σαφές στίγμα της μισθολογικής και καταναλωτικής υπεροχής, και με όχημα την επιδιωκόμενη ηγεμονική θέση της ελλάδας στα βαλκάνια διεκδικεί την κατωτερότητα των μακεδόνων προλετάριων, από την οποία και τρέφεται, πολιτικά, ηθικά και σε κάποιο βαθμό οικονομικά.

*

Η υλική υπόσταση του εθνικισμού βρίσκει φυσικά τις εκφράσεις της και στην άλλη πλευρά. Η αντι-αισθητική μετατροπή του κέντρου, από το καθεστώς Γκρουέφσκι, των σκοπίων σε θεματικό πάρκο [24] σχετικό με την αρχαία μακεδονία, και οι συνεπαγόμενες οικοδομικές/κατασκευαστικές εργασίες σήμαινε ταυτόχρονα και την έξοδο από την, τεράστια, ανεργία για κάποιο σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού που εντάχθηκε, για τόσο ευτελείς λόγους, στον εκεί εθνικιστικό συρφετό [25].

*

Η διαπίστωση που γίνεται ευχή ότι οι μακεδονομάχοι διαδηλωτές δεν είναι όλοι εθνικιστές ή φασίστες είναι παραπλανητική. Τα συλλαλητήρια έχουν εθνικιστικό περιεχόμενο, ομιλητές, σύμβολα, πράξεις, διοργανωτές, ομάδες κρούσεις και ηγεσία, και προφανώς αποτελούν πολιτικές εκδηλώσεις ξεκάθαρα εθνικιστικού περιεχομένου. Περισσότερο απ’ όλα όμως τοποθετούνται και πράττουν ενάντια στον εσωτερικό εχθρό, όπως έδειξε ο εμπρησμός της Libertatia -τον οποίο, σημειωτέον, αρχικά απέκρυψαν τα καθεστωτικά μμε για να μην χαλάσουν το εορταστικό πανεθνικό κλίμα- ή η απόπειρα επίθεσης στα εξάρχεια στο συλλαλητήριο της αθήνας. Αν τώρα οι ακολουθητές δεν είναι ή δεν δηλώνουν εθνικιστές είναι αδιάφορο, όσο για παράδειγμα αδιάφορο είναι αν όλοι όσοι κατεβαίνουν στις πορείες για τον Γρηγορόπουλο είναι αναρχικοί. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτή τη στιγμή εκφράζεται στον δρόμο μια ακροδεξιά δυναμική που αναπόφευκτα, λόγω του σύριζα, επρόκειτο να εκραγεί – και της οποίας την έκρηξη δημιούργησε η κινητοποίηση όλου του ελληνικού παρακράτους [26]. Αν κάποιες αριστερές ή «αριστερές» [27] ομάδες βλέπουν αντικυβερνητικούς πατριώτες, αντιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά [28] και πεδίο παρέμβασης στον εθνικιστικό εσμό, αυτό έχει να κάνει με τους δικούς τους ανομολόγητους (και ανιστόρητους) πόθους για δημιουργία πατριωτικών μετώπων [29], με τον φετιχισμό της σημαίας και την επικίνδυνη πλειοδοσία σε πατριωτισμό όπως εκφράζεται από την αριστερά με την φράση κλειδί: εμείς είμαστε οι πραγματικοί πατριώτες. Σε κάθε περίπτωση η τύχη όσων αριστερών κατέβουν στο δρόμο για τη μακεδονία είναι αναπόφευκτη: είτε θα ενσωματωθούν στους φασίστες, όπως ο Καραμπελιάς και το άρδην, ή έστω θα πάρουν θέση δίπλα στους κρυπτοφασίστες όπως το επαμ, είτε θα διαλυθούν λόγω των ακραίων πολιτικών τους αντιφάσεων.

 *

Πέρα από τα προφανή, οι εθνικιστικές συγκεντρώσεις εμφανίζουν και άλλες, ενδοεξουσιαστικές αυτή τη φορά, αιχμές της σύγκρουσης: ο Σαββίδης, εκ των χορηγών των μακεδονομάχων διαθέτει πλέον πολιτικό προσωπικό, (τον Φραγκούλη – μέλος του δ.σ του παοκ), ιδεολογικό χώρο, τους δικούς του παοκτζήδες σαν ιδιωτικό στρατό, και μεγάλο κεφάλαιο, και συνεπώς ετοιμάζεται να χαράξει τα σύνορα του δικού του φέουδου, ακριβώς όπως έκανε ο Μαρινάκης στον Πειραιά. Ταυτόχρονα, στο γεωπολιτικό επίπεδο, σαν άνθρωπος του ρώσικου κράτους, επιδιώκει το -μέσω του εθνικισμού- μπλοκάρισμα της εισόδου του μακεδονικού κράτους στο νάτο, με την οποία ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επεδίωκε να ενισχύσει αισθητά τη θέση του στη βαλκανική σκακιέρα.

*

Το μακεδονικό και το ελληνικό έθνος και τα παραγόμενα από αυτό κράτη δεν είναι τίποτα περισσότερο από φαντασιακοί δεσμοί μεταξύ συγκρουόμενων κοινωνικών τάξεων – αυτή είναι η αιτία της εμφάνισης τους στην ιστορία. Η συντήρησή τους είναι η κόλαση των προλετάριων, και η εκ των έσω καταστροφή τους δεν μπορεί παρά να σηματοδοτήσει την κοινωνική απελευθέρωση.

 

 

Υποσημειώσεις:

[1] όπως για παράδειγμα εξίσου αυθαίρετη είναι η εγκόλπωση εντός του ελληνικού μύθου ταυτόχρονα και του ελληνικού και του μακεδονικού πολιτισμού, οι οποίοι ήταν διαφορετικά φύλα, είχαν διαφορετικές γλώσσες, και βρίσκονταν και σε πόλεμο μεταξύ τους. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι συνολικά η ιδεολογική κατασκευή του «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού  συντελέστηκε από το 1860 ως το 1877 οπότε και ο Παπαρρηγόπουλος θα εκδώσει την, ακραία αντιεπιστημονική, «ιστορία του ελληνικού έθνους».

[2] ο βίαιος εξελληνισμός των αρβανιτών για παράδειγμα, μιας τεράστιας πληθυσμιακής ομάδας χωρίς συνεκτική εθνική αφήγηση που κατοικούσε στα εδάφη του ελληνικού κράτους, με μεθόδους όπως η μαζική αναγκαστική βάπτιση, όπου απλά τους πετούσαν μαζικά σε ποτάμια ή απαγόρευση χρήσης της αρβανίτικης γλώσσας

[3] εκτός των άλλων, στο τέλος του 19ου αιώνα το ελληνικό Υπ. Εξωτερικών τύπωσε με λατινικούς χαρακτήρες ένα μικρό εγχειρίδιο «Η ζωή και τα κατορθώματα του Μ. Αλεξάνδρου» με τόπο έκδοσης «Βενετία» (ενώ τυπώθηκε στην Αθήνα) στην τοπική μακεδονική γλώσσα (πρόκειται για μία από τις πρώτες καταγραφές της) και το μοίραζε στα χωριά προκειμένου να εξηγήσει στο ντόπιο πληθυσμό ότι αυτοί είναι απόγονοι του Μ. Αλεξάνδρου

[4] οικειοθελής με τον τρόπο που στρατεύεται κάποιος σε μια ιδεολογία και αναγκαστικός, όσον αφορά τις άμεσες εφαρμογές αυτής της ιδεολογίας όπως είναι οι βίαιες ανταλλαγές πληθυσμών ή οι φυλετικές εκκαθαρίσεις

[5] χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ρήση του πρωθυπουργού της Ελλάδος Χαρίλαου Τρικούπη στα τέλη του 19ου αιώνα (1880) «…όταν έρθει ο μέγας πόλεμος η Μακεδονία θα γίνει ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσοντα. Αν την λάβωσι οι Βούλγαροι, δεν αμφιβάλλω ότι θα εκσλαβίσωσι τον πληθυσμό μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς την λάβωμεν, θα τους κάνουμε όλους Έλληνες»

[6] στην αστική «συντακτών» άρθρο για την επίσημη αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας από το ελληνικό κράτος:  http://www.efsyn.gr/arthro/otan-ypirhe-makedoniki-glossa

[7] αναφερόμαστε σε εποχές όπου η εκκλησία κατείχε το μέγιστο μερίδιο πραγματικής εξουσίας επί πληθυσμών με ακραία ποσοστά αναλφαβητισμού, όπου ένα παπάς ή ένας δάσκαλος μπορούσαν να καθορίσουν, σε μικρό χρονικό διάστημα, τη γλώσσα ολόκληρων περιοχών

[8] Η ΕΜΕΟ, η οποία ιδρύθηκε το 1893 ενώ αρχικά ήταν οργάνωση σοσιαλιστικού προσανατολισμού με ριζοσπαστικό κοινωνικό πρόγραμμα και μακεδονική εθνική ιδεολογία, σταδιακά θα προσεγγιστεί από βούλγαρους εθνικιστές και πράκτορες που αποσκοπούσαν στην ενσωμάτωση της μακεδονικότητας εντός του βουλγάρικου εθνικού μύθου, οι οποίοι και εν τέλει, όχι αναίμακτα, θα επικρατήσουν στο εσωτερικό της

[9] ήδη από το 1878 οι πρώτοι Έλληνες οπλαρχηγοί που μπαίνουν στη Μακεδονία στέλνουν γράμματα στις τοπικές αρχές λέγοντας ότι δεν θα συγκρουστούν με τους Τούρκους, ότι μόνο στόχο τους έχουν τους Βούλγαρους και ότι θα συνεργαστούν με τις αρχές

(αναλυτικά εδώ: http://www.iospress.gr/extra/makedoniko-2.htm)

[10] «Ως το φθινόπωρο του 1905 ένα βασίλειο τρόμου είχε εγκαθιδρυθεί σε όλη την κεντρική Μακεδονία», Henry N. Brailsford, ανταποκριτής της βρετανικής εφημερίδας Manchester Guardian. Είναι η αρχή από τα Μυστικά του Βούρκου που δημοσίευσε σε  σειρές το περιοδικό Sarajevo (http://www.sarajevomag.gr) και πλέον υπάρχει και σε βιβλίο.

[11] η φλώρινα είναι ιστορικά, λόγω θέσης, μια ανομοιογενής εθνοτικά πόλη

[12] αναλυτικά: ο εμφύλιος των προτομών (1 &2) (http://www.iospress.gr/ios2000/ios20001126b.htm)

[13] πρόκειται για σημαντική υπηρεσία του ελληνικού κράτος/παρακράτους που αναφερόταν και ως «Ανωτάτη Ασφάλεια», καθώς σ’αυτήν κατέληγαν οι φάκελοι όλων των τμημάτων ασφαλείας της χωροφυλακής και της αστυνομίας πόλεων. Καταργήθηκε το 1984.

[14] αναλυτικά: https://kseeath.wordpress.com/2007/11/05/μέτρα-εξελληνισμού-της-μακεδονικής-μ/

[15] είναι η περιβόητη απόφαση της Αντιφασιστικής Συνέλευσης των Λαών της Γιουγκοσλαβίας για την απελευθέρωση όλης της μακεδονίας και την δημιουργία εκεί λαικής δημοκρατίας που αναφέρεται μέχρι και σήμερα τόσο στο σύνταγμα του μακεδονικού κράτους, όσο και σαν απόδειξη του αλυτρωτισμού του από τον εγχώριο εθνικισμό

[16] η προσθήκη σλάβο- είναι που ανήκει στον, αριστερό εθνικιστή, Τίτο και μέσω αυτής η προσπάθεια εγκόλπωσης της μακεδονικής εθνικής ιδέας στον σλάβικο εθνικό μύθο

[17] ήδη πριν το ’45 μεγάλος αριθμός μακεδόνων πέρασαν τα σύνορα για τη γιουγκοσλαβία απλά και μόνο επειδή εκεί είχαν επικρατήσει οι παρτιζάνοι και είχε ήδη σχηματιστεί μακεδονικό κρατίδιο εντός της γιουγκοσλαβίας

[18] της οποίας προυπήρχε η ΣΝΟΦ – οργάνωση που εκτύπωνε δική της εφημερίδα και έκανε προσπάθειες για το άνοιγμα μακεδόνικων σχολείων και εκτύπωση βιβλίων στη μακεδονική γλώσσα και η οποία συμμετείχε στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Η ΣΝΟΦ διαλύθηκε από το ΕΛΑΣ το 1944, όταν τα δύο τμήματα της IX. Μεραρχίας του ΕΛΑΣ που αυτοχαρακτηρίζονται σαν σλαβομακεδονικά αλλάζουν όνομα και ονομάζονται σλαβομακεδονικός λαϊκός απελευθερωτικός στρατός.

[19] «…και δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, σαν αποτέλεσμα της νίκης της λαϊκής επανάστασης στην Ελλάδα ο μακεδονικός λαός θα καταχτήσει και το δικαίωμα να καθορίσει την παραπέρα ανάπτυξη και τη μορφή και το περιεχόμενο της λέφτερης και ανεξάρτητης κρατικής ζωής και υπόστασης του, όπως αυτός θέλει, όπως αυτός και μόνον αυτός αποφασίζει…» Νίκος Ζαχαριάδης, Γενάρης 1949

[20] περισσότερα εδώ: http://www.iospress.gr/ios1999/ios19991121c.htm

[21] «Αυτοί είναι οι χειρότεροι εχθροί της Ελλάδος» (πρωτοσέλιδο «ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ», 11/7/03)

[22] χαρακτηριστική η περίπτωση του κομμουνιστή δασκάλου Χατζητάσκου που ξεκίνησε το αντάρτικο το ’41 στο μεσοβουνό κοζάνης, πριν ακόμα και από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, και δεν επέστρεψε ποτέ

[23] «για το ΚΚΕ μακεδονική μειονότητα δεν υπάρχει», «Ριζοσπάστης» – 1988 και εδώ : «Oι διαφορές και οι συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων κρατών της Γιουγκοσλαβίας μπορεί να οδηγήσουν σε εδαφικές ανακατατάξεις και διαμφισβήτηση των εθνικών συνόρων με σαφείς κινδύνους και για την χώρα μας» Χ. Φλωράκης -1991

[24] δείτε αναλυτικά: https://en.wikipedia.org/wiki/Skopje_2014

[25] εξαιρετικό κείμενο για την κατάσταση στη μακεδονία εδώ:

https://aruthlesscritiqueagainsteverythingexisting.wordpress.com/2015/06/02/η-μελαγχολική-επανάσταση-της-δημοκρα/

[26] αναλυτικά οι διοργανωτές εδώ: https://www.efsyn.gr/arthro/oi-synistoses-toy-neoy-makedonikoy-agona

[27] η «κόκκινη γραμμή» στην έκτη παράγραφο της αντιαμερικάνικης ανακοίνωσης της (https://athens.indymedia.org/post/1583284/) ξεπλένει τους συγκεντρωμένους ενώ μια παράγραφο πριν είχε αρνηθεί την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας

[28] ο αντιμπεριαλισμός, σαν εξόχως μανιχαϊστική αντίληψη, υποδεικνύει ότι το λαϊκό συμφέρον είναι εξ ορισμού αντιδιαμετρικό με αυτό του αμερικάνικου κράτους και συνεπώς υποδεικνύει και τη στάση κάποιων ομάδων και στο μακεδονικό ζήτημα

[29] δείτε τον ρόλο της Κωνσταντοπούλου, που κάλεσε στο συλλαλητήριο, σε ζητήματα σχετικά με την Χ.Α, για παράδειγμα, εδώ: https://www.rizospastis.gr/story.do?id=8342607

 

Δείτε επίσης:

 

 

Βαγιάν