«Το φως που ακόμα καίει»

Το 1922 ο Κώστας Βάρναλης δημοσιεύει στη συλλογή του “Το Φως που Καίει” τον Μονόλογο του Μωμού. Στο έργο του αυτό -με ενδιάμεσο συνομιλητή τον παιχνιδιάρη Μωμό- αποκαλύπτονται οι δύο όψεις της εξουσίας και της καταπίεσης. Από τη μία η ολοκληρωτική της όψη με τη μορφή του Προμηθέα, και από την άλλη η κατ’ επίφαση φιλάνθρωπη με τη μορφή του Χριστού.
Στη σημερινή αρένα της διαχείρισης της εξουσίας οι δύο αυτοί χαρακτήρες αναμετριούνται ξανά, για να δείξουν μέσα απ’ την πάλη τους το αδιαίρετο της ύπαρξής τους. Από τη μία το μαστίγιο, και από την άλλη το καρότο. Από τη μία η γοητεία του ολοκληρωτισμού, που έρχεται να λυτρώσει από τον φόβο με αντάλλαγμα την υποταγή (όπως ο Προμηθέας με τη φωτιά του), και από την άλλη η ελπίδα της αλλαγής και ενός καλύτερου κόσμου με αντάλλαγμα και πάλι την υποταγή (όπως η βασιλεία των ουρανών του Χριστού).
*
Η κυβέρνηση της Αριστεράς σαν ακόμη ένα σημείο των καιρών, ρέπει ανάμεσα σε αυτές τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, καταλήγοντας πότε στη μία και πότε στην άλλη. Καλεί σε συγκεντρώσεις ενάντια σε μνημονιακά μέτρα που η ίδια ψηφίζει, καταδικάζει τη βία της αστυνομίας, την οποία η ίδια στέλνει να αντιμετωπίσει τους διαδηλωτές, προτάσσει την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και ξεκινάει ταυτόχρονα ένα κυνήγι μαγισσών εναντίον των αλληλέγγυων.

Έτσι οι γεμάτες νόημα λέξεις της αυτοοργάνωσης, της αλληλεγγύης και της αντίστασης έχουν μείνει πλέον κενές να επαναλαμβάνονται από στόματα με θέσεις εξουσίας που ταυτόχρονα τις καταστέλλουν. Όσο οι λέξεις αυτές δεν ενσαρκώνονται από τους καταπιεσμένους και απλά αποτελούν μια άλλη στρατηγική διακυβέρνησης, όλοι είναι ασφαλείς. Ασφαλείς να παρακολουθούν τη στημένη αντιπαράθεση της αυστηρότητας και της προσπάθειας για “αλλαγή”· μια αλλαγή που όμως θα έρθει σταδιακά, με θυσίες και υπομονή. Μια αλλαγή που στην ουσία δε θα μπορούσε ποτέ να προσεγγίσει τους θεμέλιους λίθους του καπιταλισμού.

“Ήρθε λέει να σώσει όλους τους ανθρώπους… μετά θάνατον.
Μα θα σώσει μονάχα τους αφέντες εδώ στη Ζωή. Αφτουνούς που κατέχουν όλα τα αγαθά κι όλη τη δύναμη. Τους σωσμένους.
Μα εκείνους που έχουν ανάγκη να σωθούνε, εκείνους που τα στερούνται όλα, τους απαγορέβει να ‘πιθυμούνε τ’ αγαθά των αλλωνών”

Οι δεξιές νεοφιλελεύθερες δυνάμεις θέλουν να παρουσιάσουν αυτές τις αμφιταλαντεύσεις ως απόρροιες έλλειψης οργάνωσης και ανικανότητας. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Είναι αποτέλεσμα απλώς της χρήσης διαφορετικών αλληλοσυμπληρούμενων εκφράσεων της εξουσίας, χρήσιμων όταν ένα σκυλί έχει να υπακούσει σε πολλά αφεντικά. Από τη μία η κυβέρνηση έχει να χαϊδέψει τα αυτιά της βάσης της, βάζοντας αριστερές αποχρώσεις στην επίθεσή της, και από την άλλη να υπηρετήσει τα αστικά συμφέροντα. Από τη μία πρέπει να αντιπαρατεθεί με τη δεξιά (γιατί αλλιώς χάνει τον ίδιο το λόγο της ύπαρξής της), και από την άλλη να υπακούσει και στο συντηρητικοποιημένο κομμάτι της κοινωνίας.
Βασικό όπλο μιας τέτοιας διακυβέρνησης πολλών όψεων είναι να μεταφερθούν όλες αυτές οι αντιφάσεις και οι αντιπαραθέσεις στο επίπεδο του συμβολισμού και όχι στο ουσιαστικό επίπεδο που θα έπρεπε να είναι. Η αντιπαράθεση πλέον έχει να κάνει μόνο με την επιλογή των λέξεων και των συμβόλων. Οι λέξεις απονοηματοδούνται και γίνονται όπλο στην στρατηγική του “there is no alternative”, γιατί όταν αυτοί που αναμασούσαν ανθρωπιστικές αξίες όπως αυτές της ισότητας και της αλληλεγγύης, ξαναπιάνουν το νήμα της οικονομικής επίθεσης κάθε προηγούμενης νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, οποιαδήποτε ελπίδα για εναλλακτική χάνεται ή βαφτίζεται έκφραση ανευθυνότητας. Έτσι, επιτυγχάνεται οι δύο όψεις του νομίσματος της εξουσίας να παραμένουν οι μόνες στη συλλογική συνείδηση.
Περίπου έναν αιώνα μετά την πρώτη τους αντιπαράθεση στα γραπτά του Βάρναλη, “Προμηθέας” και “Χριστός” προσπαθούν να πείσουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, στήνοντας ξανά και ξανά αρένες προς τέρψη δική μας. Αρένες στα ευρασιατικά σύνορα, αρένες στα κοινοβούλια των Βρυξελλών, αρένες στα τηλεοπτικά μέσα, και μας φωνάζουν να διαλέξουμε. Αλλά όπως είπε και ο Βάρναλης μέσα από το στόμα του Μωμού γελώντας: “Εμείς θα ξαναφτιάξουμε τον κόσμο άλλη μια φορά… από την αρχή”. Τον κόσμο που χτίζεται στους δρόμους και σε κάθε αγώνα που δίνεται, που επανοηματοδοτεί τις λέξεις που κλέβουν οι εξουσιαστές μας, που δίνει διεξόδους για να δραπετεύσουμε από τα πλαστά δίπολα της εποχής μας.

 

Η ΩΡΑ ΦΤΑΝΕΙ

Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι
στα μακελειά τους
χρόνια τώρα του πολέμου
οι μπαζαδόροι·

κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα
στα χρόνια της ειρήνης
με την πείνα·

κι αφού μας τυραγνούνε έτσι αιώνες
οι μασκαράδες και οι απατεώνες,

του γδικιωμού, συντρόφοι, η ώρα φτάνει:
αρπάχτε το σφυρί και το δρεπάνι!
Όλοι μαζί με τα γερά σας μπράτσα,
των οχτρών να σαρώσουμε τη ράτσα.
Απ’ τα μπουντρούμια κι απ’ την εξορία
νέα του κόσμου ξεκινά η ιστορία.

 

Ο Κώστας Βάρναλης, όσον αφορά το αν η Τέχνη μπορεί να κάνει πολιτική, είχε πει -σε λόγο του στην εκδήλωση που έλαβε βραβείο Λένιν για την Ειρήνη- τα εξής:
“…το δόγμα “η Τέχνη δεν κάνει πολιτική” διαψεύδεται από τα πράγματα. Ο Αριστοφάνης, ο Ντάντες, ο Θερβάντες, ο Ζολά, ο Τολστόι κάνουνε πολιτική. Πολιτική κατά των “κακώς κειμένων”. Πολιτική έξω απ’ τα δόντια. Ποιος μυθολόγος της εξωπολιτικής Τέχνης θα ‘χει το κουράγιο να υποστηρίξει πως αυτοί οι ήλιοι του πνευματικού στερεώματος δεν είναι μέγιστοι δημιουργοί του λόγου; Να λοιπόν, μια απόδειξη πως η Τέχνη μπορεί να κάνει πολιτική, χωρίς να πάψει να ‘ναι Τέχνη και μάλιστα τρισμέγαλη. Ζήτημα, λοιπόν, υπάρχει μόνο για το ποια πολιτική δίνει ζωή και δύναμη στην Τέχνη και την απλώνει στο χώρο και στο χρόνο και ποια πολιτική τη χαλάει, τη σκοτώνει και τη μεταβάλλει σε καπνό χωρίς φλόγα»…

Ζίτα