Ατενίζοντας το Πανεπιστήμιο του σήμερα

Πώς έχει αλλάξει το Πανεπιστήμιο από την έναρξη της διαμόρφωσής του; Ο ταξικός του ρόλος ήταν προφανής από την αρχή, με την προώθηση μόνο των ανωτέρων τάξεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, να οδηγεί σε μια μονοπώληση της γνώσης και της επιστήμης. Μόνο τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα είχαν πρόσβαση στη γνώση, ενώ ο λαός ήταν καταδικασμένος να ζει στην αμορφωσιά, και το μέλλον του ήταν προδιαγεγραμμένο ως ο εργάτης-δούλος της αστικής τάξης. Σταδιακά όμως, μέσω λαϊκών αγώνων, διευρύνθηκε, εντάσσοντας και ανθρώπους κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Άρχισε, επομένως, το Πανεπιστήμιο να εξυπηρετεί έναν διττό ρόλο. Αφενός, είναι αυτονόητη η εκμετάλλευσή του για την παραγωγή εξειδικευμένων εργατ(ρι)ών και την αναπαραγωγή της γνώσης υπό το πρίσμα του εκάστοτε κυρίαρχου αφηγήματος, ενώ αφετέρου, οδηγεί αναπόφευκτα στην πνευματική ανέλιξη.

Είναι ένας χώρος «μικρογραφία της κοινωνίας» με συγχωνευμένες τις κοινωνικές τάξεις, επιτρέποντας την ελεύθερη συναναστροφή τους, αλλά και την ενεργή προώθηση της ιδεολογίας της αμφισβήτησης (επιστημονική λογική). Αυτό είχε ως λογικό επακόλουθο την προώθηση της εναντίωσης στις κοινωνικές νόρμες. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γενικότερο παρορμητικό και αντιφρονούν πνεύμα της νεολαίας, αναπόφευκτα οδήγησαν στην ανάπτυξη αντιστασιακών και εξεγερσιακών αντιλήψεων σε διάφορα σημεία της ιστορίας. Δεν αποτελεί έκπληξη τόσο το ότι το σύνολο των κοινωνικών επαναστάσεων ξεκίνησαν μέσα από το Πανεπιστήμιο, όσο και το μέγεθος της στοχοποίησής του από το εκάστοτε καθεστώς στην προσπάθειά του να επιβληθεί. Η πολιτική και κοινωνική υπόσταση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδιότητα του φοιτητή, και όχι εξαίρεση στον κανόνα.

Για αυτούς τους λόγους, κατανοούμε γιατί το κράτος και το κεφάλαιο, προσπαθώντας να διαφυλάξουν την απόλυτη κυριαρχία τους πάνω στην αγωνιζόμενη κοινωνία, ανέκαθεν στοχοποιούν την πανεπιστημιακή κοινότητα, προσπαθώντας να κόψουν από την ρίζα του το «πρόβλημα» του εσωτερικού εχθρού. Έτσι, τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια αυξημένη προσπάθεια αλλαγής της πανεπιστημιακής πραγματικότητας. Το αφήγημα της ανομίας, της παραβατικότητας, που ευνοεί την «ανάγκη» για «τάξη και ασφάλεια», χρησιμοποιείται ως βασικό επιχείρημα για την προώθηση της καταστολής που βιώνουμε.

Η κατάργηση του πανεπιστημιακού άσυλου, ο νόμος Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη (Ν4777) με την εισαγωγή της πανεπιστημιακής αστυνομίας, οι πειθαρχικές διώξεις, η αυξημένη επιτήρηση (κάμερες) αλλά και ο περιορισμός πρόσβασης (κλειδωμένες σχολές, είσοδο με τουρνικέ και έλεγχο πάσου, face control), οι διαγραφές – για πειθαρχικούς και μη λόγους–, παρά τις αντιστάσεις, τείνουν να γίνουν πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, εντείνεται η επίθεση σε κάθε εστία αγώνα και αντίστασης μέσα στα πανεπιστημιακά campus, με εκκενώσεις όλων σχεδόν των καταλήψεων και στεκιών (χαρακτηριστικό παράδειγμα το στέκι στο Βιολογικό, η χρονιότερη κατάληψη σε πανεπιστημιακό ίδρυμα στην Ελλάδα), με απαγορεύσεις εκδηλώσεων πολιτιστικού και πολιτικού πλαισίου, αφισοκολλήσεων, παρεμβάσεων, με άμεση είσοδο ΜΑΤ σε κάθε συναυλία, εκδήλωση, κατάληψη ή διαμαρτυρία που πραγματοποιείται εντός του πανεπιστημιακού χώρου, καθώς και με το κλείδωμα των σχολών και τα συνεχή lockout, είτε σε μέρες που είναι κανονισμένες εκδηλώσεις ή δράσεις, είτε σε μέρες που οι Πρυτάνεις/Κοσμήτορες θέλουν να οργανώσουν φιέστες με πολιτικούς αρχηγούς, σιωνιστικές εταιρείες κ.λπ. Πέραν όλων αυτών, η συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 16, που προωθείται, ανοίγει τον δρόμο για την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, απαξιώνοντας πλήρως τα πτυχία μας και βάζοντας έναν επιπλέον ταξικό φράχτη στην εκπαίδευση. Παράλληλα, ζούμε σε ένα σήμερα με πλήρως υποβαθμισμένες κτηριακές υποδομές, υποστελεχωμένα τμήματα, με εφαρμοσμένη την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) και ολοένα λιγότερους φοιτητές/ριες/α, καταλήγοντας στην ακόμα μεγαλύτερη απαξίωση των δημοσίων δομών. Και σαν να μην φτάναν όλα αυτά, το δημόσιο πανεπιστήμιο βομβαρδίζεται, ανελλιπώς, με την είσοδο επιχειρηματικών κύκλων (σε σίτιση, κυλικεία, εστίες, μεταφορές, καθαρισμό), συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) και έναν επιβαλλόμενο ανταγωνισμό με τον ιδιωτικό τομέα, αναγκάζοντάς το να λειτουργεί αμιγώς με επιχειρηματικούς όρους.

Η πραγματοποίηση όλων αυτών σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, με τόση ένταση και τόση επιθετικότητα, ευνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό από δύο διακριτές και ταυτόχρονα συγκοινωνούντες συνθήκες. Η πρώτη είναι, εννοείται, η συνθήκη του COVID-19 και η δεύτερη η παντελής έλλειψη οικειοποίησης του Πανεπιστημίου από τα φοιτητά. Αναφορικά με την πρώτη, είναι αρκετά κατανοητό ότι μια συνθήκη αυξημένης επιτήρησης, ελέγχου και περιορισμού των ζώων μας, σε κάθε επίπεδο της καθημερινότητας, άνοιξε διάπλατα τον δρόμο, ώστε το κράτος να «δικαιούται» να παίρνει αποφάσεις για τη δήθεν «προστασία του κοινωνικού ιστού», αλλά και να θεωρείται φυσιολογική η εφαρμογή όλων αυτών ακόμα και εκτός του πλαισίου του υγειονομικού κινδύνου. Ταυτόχρονα, σε ένα πλαίσιο πλήρους καταστολής οποιασδήποτε αντίστασης, στο όνομα της ασφάλειας και της μη μετάδοσης του ιού, έγινε κοινωνικά αποδεκτή η βίαιη επίθεση σε όποιο διαμαρτύρεται, οι συλλήψεις και οι ξυλοδαρμοί αγωνιστ(ρι)ών. Παράλληλα, πέρασε τελείως απαρατήρητη η εφαρμογή νόμων όπως απαγόρευση διαδηλώσεων, κατάργηση του ασύλου, τουρνικέ και ελεγχόμενη είσοδος (για το πιστοποιητικό covid αρχικά και πλέον για ακαδημαϊκό πάσο) και ούτω καθεξής. Ταυτόχρονα, έδωσε χώρο να αναπτυχθούν μηχανισμοί ψηφιοποίησης του Πανεπιστημίου, που εν τέλει αξιοποιούνται και για την περαιτέρω κατάργηση κάθε προσπάθειας πολιτικοποίησης των φοιτητ(ρι)ών, αλλά και μπορούν να δράσουν ως ένας νέος μηχανισμός καταστολής, που δεν έχει βρεθεί ακόμα πώς να αντιμετωπιστεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πλήρης κατάργηση του όρου της κατάληψης, όπως φάνηκε στο φοιτητικό κίνημα υπεράσπισης του άρθρου 16, όπου οι σχολές εν τέλει «άνοιξαν», υπό την μορφή διαδικτυακών μαθημάτων και εξεταστικών, καθιστώντας την κατάληψη πλήρως συμβολική αντί ενός λειτουργικού μέσου πάλης.

Η δεύτερη συνθήκη είναι πολύ στενά εξαρτώμενη από την πρώτη. Είναι εντυπωσιακό το πόσο διαφορετικό ήταν το Πανεπιστήμιο που αντικρίσαμε όταν γυρίσαμε από την καραντίνα σε σχέση με πριν, αλλά και το ποσό διαφορετικά το αντιμετώπιζε και το αντιλαμβανόταν η πλειονότητα των φοιτητ(ρι)ών. Οι σχολές άσπρισαν, ο πολιτικός λόγος είχε σβηστεί κι εξαφανιστεί, εκδηλώσεις, ανοιχτές συνελεύσεις, συναυλίες ελαττώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις απομαζικοποιήθηκαν, ενώ στέκια και καταλήψεις ερήμωσαν και απομονώθηκαν ή και εκκενώθηκαν βίαια από την καταστολή. «Πριν χάσουμε στο δρόμο, χάσαμε στο υποσυνείδητο». Η εύπεπτη κουλτούρα του φοιτητή-καριερίστα, που κυνηγάει βαθμούς και γλύφει καθηγητές, η αντίληψη ότι Πανεπιστήμιο ίσον αποκλειστικά επιστημονική και ερευνητική μόρφωση, επαγγελματική ανέλιξη και ακαδημαϊσμός, καθώς και το αφήγημα της βρώμικης από γκράφιτι, πανό και αφίσες σχολής που πρέπει να είναι καθαρή, άσπρη και αποστειρωμένη (σαν δωμάτιο ψυχιατρείου), αφομοιώθηκαν πλήρως. Η επιλογή περιοχών απομακρυσμένων από τα κέντρα των πόλεων, και άρα δύσκολα προσβάσιμων, για τα καινούργια Πανεπιστήμια (π.χ. Κρήτης, Πατρών) επίσης βοήθησε στην αποστασιοποίηση των φοιτητ(ρι)ών από κοινωνικά ζητήματα και αγώνες, ενώ η κοινωνικοποίηση εντός του ακαδημαϊκού χώρου γίνεται ολοένα και μικρότερη, με εστίαση στο ατομικό διάβασμα στα αναγνωστήρια, και στις συζητήσεις αποκλειστικά για μαθήματα και εξεταστικές, καταλήγοντας στην αποξένωση και την εξατομίκευση. Έτσι, η επέλαση της καταστολής και η αλλαγή της πανεπιστημιακής καθημερινότητας, έγινε πρώτα στο συνειδησιακό και στη συνέχεια στην πράξη και στον δρόμο.

Ευθύνες, φυσικά, για όλη αυτή την κατάσταση, φέρουν και οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς. Ο πολιτικός μεσσιανισμός, η αντιπροσώπευση, ο κανιβαλισμός αναμεταξύ των κομμάτων για λίγα ψηφαλάκια, οι πολιτικές φανφάρες –κενές νοήματος– στις γενικές συνελεύσεις, και η πλήρης εφαρμογή κομματικών γραμμών χωρίς συνδιαμόρφωση και ζύμωση, έχουν μετατρέψει τους φοιτητικούς συλλόγους σε τσιφλίκια εξουσίας, και τις Γενικές Συνελεύσεις σε στείρες διαδικασίες ψήφισης της εκάστοτε κομματικής γραμμής. Η παράδοση της ελευθερίας της σκέψης και της βούλησης στους αριστεροπατέρες, η μη αποδοχή πρωτοβουλιών από αυτούς, και η στείρα καθοδήγηση και κατήχηση του φοιτητικού υποκειμένου, οδηγούν αναπόφευκτα στην απονεύρωση και στην ατροφία, και τελικά στην απάθεια. Ταυτόχρονα, η προβοκατορολογία ενάντια στην αντιβία, σε καθετί αναρχικό, αντιεξουσιαστικό, αδιαμεσολάβητο και ανατρεπτικό, και η εναντίωση εκ μέρους της αριστεράς σε ό,τι δεν προκύπτει από πάνω προς τα κάτω ή δεν συμφωνεί πλήρως με τις γραμμές της, παίζει το παιχνίδι της καταστολής και του κράτους. Απομακρύνει τα φοιτητά από την επαφή με τον δρόμο, από την επαφή με τη διεκδίκηση, τη σκέψη, την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθύνης, από το αίσθημα ότι είναι υποκείμενα πολιτικά, αυτόνομα και ταυτόχρονα συλλογικά, αλλά τα πετάει σε ένα βούρκο που αναζητούν τον καλύτερο «Σωτήρα», για να του δώσουν την εξουσία να ασχοληθεί αυτός με τα ζητήματά τους, σύμφωνα με τη δική του γραμμή. Αποκορύφωμα σε όλο αυτό, είναι η στάση που διαδραματίζει τα τελευταία χρόνια στα Πανεπιστήμια η οργάνωση της ΑΡΑΣ. Μια οργάνωση-στρατός τραμπούκων που προσπαθεί να αστυνομεύσει το κίνημα, να εδραιώσει την κυριαρχία της, και καπηλεύεται τα φοιτητικά κεκτημένα και τους συλλόγους για να καθιερωθεί ως η μοναδική δύναμη αντίστασης στη ΝΔ (άλλωστε το κράτος και το κεφάλαιο δεν τους ενοχλεί όπως φαίνεται από την παντελή απουσία αναφοράς στον πολιτικό τους λόγο σε αυτά). Επιθέσεις απέναντι σε αναρχικούς (βλέπε 15/11/25 στην αρχή του εορτασμού του Πολυτεχνείου), αλλά ακόμα και σε άλλους αριστερούς που διαφωνούν ή δεν υποτάσσονται στις δικές τους αντιλήψεις, ψευδείς κατηγορίες και ρουφιανιλίκια στα social media για να δικαιολογήσουν τις επιθέσεις αυτές, κοινοποίηση βίντεο και φωτογραφιών αγωνιστ(ρι)ών που οδηγούνται σε στοχοποίηση. ή ακόμα χειρότερα σε συλλήψεις και προσαγωγές από τους κρατικούς μηχανισμούς· όλα αυτά είναι η βασική δράση αυτής της οργάνωσης το τελευταίο διάστημα. Και όλα αυτά, στον βωμό ενός φοιτητή-μεσσία, που θα λύσει όλα τα προβλήματα του Πανεπιστημίου, αντί να εστιάζει στην αληθινή πολιτικοποίηση των φοιτητ(ρι)ών και την ένταξή τους σε αγωνιστική τροχιά. Φυσικά, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή είναι μια χρόνια πρακτική της αριστεράς, να προσπαθεί να αστυνομεύει και να κηδεμονεύει το κίνημα και τις κοινωνικές αντιστάσεις, και τελικά να τις καθοδηγεί και να τις εκτονώνει όπως τη συμφέρει (ΚΝΑΤ έξω από τη Βουλή που κέρδισαν ακόμα και την αγάπη του Άδωνη, επιθέσεις και από άλλες αριστερές οργανώσεις σε αναρχικούς ανά τα χρόνια, προβοκατορολογία στις πορείες για τα Τέμπη, τα Μνημόνια…).

Ειδικά το τελευταίο κομμάτι της εκτόνωσης, το βιώσαμε στο πετσί μας ως υποκείμενα που δραστηριοποιήθηκαν έντονα στις φοιτητικές καταλήψεις του 2024 ενάντια στα ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Μετά από πολύ δυναμικές και μαζικές πορείες στην Αθήνα, οι αριστερές δυνάμεις θεώρησαν ότι κέρδισαν και ότι ο «πόλεμος τελείωσε», και πήγαν κόντρα σε ανατρεπτικές και εξεγερτικές προτάσεις που κατατίθονταν από αυτόνομες ομάδες και πρωτοβουλίες ατόμων στις ΓΣ, με επιχείρημα ότι «η γραμμή είναι να ηρεμήσουμε τις αντιδράσεις» και ότι «οι φοιτητές μιλούν μέσω αυτών». Τούτα έδιναν μια αίσθηση ανημπόριας από τα μη οργανωμένα άτομα εντός του Πανεπιστημίου για περαιτέρω προώθηση του αγώνα, καθώς ο γραφειοκρατισμός που επικράτησε εντός του κινήματος έδινε την εντύπωση ότι οι δράσεις οδηγούνται από «τα κεντρικά γραφεία», και εμείς «πρέπει απλά να τις ακολουθήσουμε».Έτσι, χάθηκε πλήρως το μομέντουμ που είχαμε φτάσει, τα φοιτητά γύρισαν σπίτι τους, οι όποιες αντιστάσεις περιχαρακώθηκαν ή/και ονομάστηκαν προβοκάτσια, και όσα απέμειναν να αγωνίζονται δέχτηκαν ακόμα πιο βίαιη καταστολή και απομόνωση (επίθεση στη ΣΘΕ ΑΠΘ σε κατάληψη από το σύλλογο φυσικού με συλλήψεις 49 συντροφ(ισσ)ων).

Εννοείται, φυσικά, πως δεν γίνεται να λείπει και ένα κομμάτι (αυτό)κριτικής στο αντιεξουσιαστικό, αυτοοργανωμένο, αναρχικό/ελευθεριακό κίνημα στα Πανεπιστήμια. Το Πανεπιστήμιο για χρόνια αποτέλεσε κέντρο αγώνα για τα αναρχικά κινήματα. Είτε ως βασικό σημείο συνάντησης και ζύμωσης ανθρώπων από πολλά διαφορετικά μετερίζια, είτε ως ορμητήριο σε εξεγερσιακές στιγμές ενάντια στο κράτος, το κεφάλαιο και την καταστολή (Δεκέμβρης ‘08, Πολυτεχνείο ‘95, Χημείο ‘85), είτε ως μέσο οργάνωσης, παρέμβασης και συσπείρωσης των αναρχικών ενάντια σε πληθώρα ζητημάτων (από τον εξευγενισμό των Εξαρχείων, μέχρι την αλληλεγγύη στην παλαιστινιακή Αντίσταση, τη δολοφονία του Αλέξη, τα φοιτητικά του ‘06-’07 κ.ο.κ.). Εξ ορισμού, όμως, μιλάμε για ένα κίνημα κοινοτιστικό και εξεγερσιακό, ένα κίνημα δρόμου, που δεν δύναται να έχει χαρακτηριστικά αστικής πάλης. Το Πανεπιστήμιο, στη συνθήκη που βρίσκεται σήμερα, δεν έχει φτάσει στο σημείο να αντιστοιχεί στην ενίσχυση της εκπαίδευσης του λαού, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό της εργατικής τάξης παραμένει αποκλεισμένο από αυτό. Ταυτόχρονα, όσο η κοινωνία ευρύτερα παθητικοποιείται και αφομοιώνει το κυρίαρχο αφήγημα, όπως περιγράψαμε παραπάνω, στρέφεται ολοένα σε πιο θεσμικά μέσα, και αποστασιοποιείται από τον δρόμο. Άρα, ενώ οι αγώνες ναι μεν οφείλουν να γίνονται και με τέτοιους όρους, αυτό συμβαίνει σε ένα τελείως μη φιλικό περιβάλλον για αυτές τις τακτικές. Αυτή καταλήγει να είναι μια κεντρική δυσκολία εδραίωσης ενός τέτοιου κινήματος στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς μεσολαβεί και η διαδικασία να πείσουμε τους συνάδελφους-συμφοιτητές πως η αγωνιστικότητα δεν δύναται να υπάρχει με «αστικά» χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό βλέπουμε ομάδες του ελευθεριακού κινήματος να περιορίζονται εντός του Πανεπιστημίου, καθώς είτε θα μετατραπούν σε ένα «μικροαστικό» κίνημα, είτε θα χρειαστεί να καταβάλουν ενισχυμένη προσπάθεια για να εδραιώσουν την εναντίωσή τους στην προώθηση του «πανεπιστημίου για την ελίτ». Αυτό σε συνδυασμό με την ολοένα πιο έντονη καταστολή, την επίθεση του κράτους ειδικά σε καθετί αναρχικό, την προβοκατορολογία από πλευράς αριστερών και την κηδεμόνευση των γενικών συνελεύσεων από αυτούς, έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή απομάκρυνσή μας από το Πανεπιστήμιο, την απώλεια της επαφής μας με την φοιτητική κοινότητα, και τη δημιουργία κλίματος ηττοπάθειας και ματαιότητας μεταξύ μας. Φυσικά, υπάρχουν ομάδες που προσπαθούν και παλεύουν να γίνουν η όαση στην έρημο αυτή, και κρατούν ψηλά, με νύχια και με δόντια, τα αναρχικά προτάγματα της αυτοοργάνωσης, της αντιεξουσίας και του αδιαμεσολάβητου αγώνα μέσα στους ακαδημαϊκούς χώρους.

Για ποιο Πανεπιστήμιο παλεύουμε και με τι μέσα; Η επιστήμη θεωρούμε πως εξ ορισμού δεν είναι ουδέτερη/αντικειμενική, αλλά κινείται ανάλογα την πολιτική και οικονομική κατάσταση. Όσο αυτό δεν αναγνωρίζεται από τα άτομα που καλούνται να αναπτύξουν αυτήν την επιστήμη, καταλήγει το Πανεπιστήμιο να παράγει επιστήμονες που εξυπηρετούν τις ανάγκες της ελίτ (πολεμική βιομηχανία, φαρμακοβιομηχανία κ.ά.) και να προσπαθεί να αποστειρώσει οποιαδήποτε πνευματική ιδιότητα που τα συνοδεύει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και η δική μας θέση, καθώς μιλάμε από τη σκοπιά της ιατρικής, δηλαδή ενός χώρου όπου αναμφίβολα στοχεύει στην παροχή της ολιστικής φροντίδας για τον συνάνθρωπο, αυτό που ονομάζεται βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο φροντίδας. Ωστόσο, τα τελευταία δύο συνθετικά αποφεύγονται να συζητιούνται στη δική μας επιστήμη. Όσο πιο πολύ αναγνωρίζεται το κοινωνικό και ψυχικό υπόβαθρο της αρρώστιας, τόσο ενισχύεται το αίσθημα της κοινωνικής αδικίας, χαρακτηριστικό που δεν ευνοεί τις άρχουσες τάξεις. Ως αποτέλεσμα, η επιστήμη μας, όπως και οι υπόλοιπες επιστήμες φροντίδας του ανθρώπου, καταλήγουν να επενδύουν καθαρά στο βιολογικό υπόβαθρο της ασθένειας, μακριά από αντιλήψεις που δύναται να πλήξουν την «κοινωνική ισορροπία». Για αυτόν τον λόγο, κρίνουμε απαραίτητη την ενίσχυση της επιστήμης προς τις ανάγκες του λαού, κάτι που απαιτεί την ενσωμάτωση της λαϊκής τάξης σε αυτό, και την απουσία περιορισμών όσον αφορά στην πνευματική υπόσταση της φοιτητικής ιδιότητας. Οφείλουμε να παραμείνουμε ανυπάκουα, να αμφιβάλλουμε και να παλεύουμε για το κοινωνικό σύνολο, αντί να στοχεύουμε στο χτίσιμο καριέρας και να αποστασιοποιούμαστε από το οτιδήποτε πιο ριζοσπαστικό-αγωνιστικό. Άρα, χρειάζεται να επαναοικειοποιηθούμε τον χώρο ανάπτυξης των ιδεολογιών μας, και να τον εντάξουμε στους απαιτούμενους αγώνες για μια ορθή–αξιοπρεπή κοινωνία. Οφείλουμε να δημιουργούμε «ανοιχτούς χώρους», ώστε τα φοιτητά να έρθουμε σε επαφή, να μοιραστούμε τις αντιλήψεις και τις ανησυχίες μας, να πάρουμε τον χρόνο να (αυτό)οργανωθούμε και να πάρουμε πρωτοβουλίες. Ανοιχτές συνελεύσεις, εκδηλώσεις, λάιβ, προβολές, συζητήσεις, στέκια, αυτοδιαχειριζόμενα κυλικεία, καταλήψεις και δομές αντιπληροφόρησης (ραδιόφωνα, εφημερίδες, περιοδικά, σάιτ). Να δημιουργήσουμε κοινότητες και δομές βασισμένες στην αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση μέσα στους ακαδημαϊκούς χώρους, από συλλογικά διαβάσματα μέχρι συλλογικές κουζίνες, να προωθήσουμε την επιστημονική γνώση που να στοχεύει στη βελτίωση της καθημερινότητάς μας και όχι στο κέρδος, να σπάσουμε τον δασκαλοκεντρισμό και την αυθεντία και να οικοδομήσουμε το πνεύμα της αμφισβήτησης τόσο στην επιστήμη, όσο και στην κοινωνική πραγματικότητα.

Το κείμενο αυτό δεν γράφεται για να παραχθεί μια στείρα θεωρητική σοφιστεία, να προωθηθεί κάποια αυθεντία ή να δημιουργηθεί ματαίωση και παραίτηση. Γράφεται από δύο αναρχικούς φοιτητές που έζησαν τα κινήματα στα Πανεπιστήμια από το 2020 έως το 2026, και αποτελεί μια απόπειρα αποτίμησης και ανακεφαλαίωσης όλων όσων ζήσαμε και αντιληφθήκαμε, και όλων αυτών για τα οποία αγωνιστήκαμε και θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε ακόμα και χωρίς τη φοιτητική ιδιότητα πλέον. Είναι μια μικρή προσπάθεια για να ξεκινήσει ένας διάλογος ξανά γύρω από τα ζητήματα που αφορούν το Πανεπιστήμιο. Να ξαναμπούμε στη διαδικασία να αντιληφθούμε την επίθεση που δεχόμαστε, να ανασυνταχθούμε και να μπορέσουμε να οργανώσουμε τις αντιστάσεις μας καλύτερα. Να θέσουμε τις βάσεις για να επαναδημιουργήσουμε μια σύνδεση της φοιτητικής κοινότητας με την κοινωνία, αλλά και του κινήματος με τα φοιτητά, να συσπειρώσουμε και να μαζικοποιήσουμε τους αγώνες μας και να ξανακάνουμε τους κοινωνικούς αγώνες (φοιτητικούς και μη) «επικίνδυνους».

Vulpes purpureae
Ηράκλειο, Μάιος 2026

Κύλιση στην κορυφή