*Αποχαιρετισμός της Άννας Μαρίας Μαντίνι στον πεσόντα από πυρά μπάτσων αδερφό της και μέλος της NAP, Λούκα Μαντίνι.
Στις 24 Μαΐου 2026 ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της λεγόμενης «υπόθεσης των Αμπελοκήπων», μετά από εξαντλητικές και συνεχόμενες συνεδριάσεις, και ύστερα από δώδεκα πυκνές δικασίμους, η έδρα με πρόεδρο τον Σπύρο Γεωργουλέα και εισαγγελέα την Αλεξάνδρα Πίσχοινα, αποφάσισε να αποδώσει σε εμένα την ποινή των 19 ετών για τις κατηγορίες της ένταξης και συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση, της κατασκευής εκρηκτικών μηχανισμών, της προμήθειας εκρηκτικών υλών, της έκρηξης με ενδεχόμενο δόλο και της φθοράς ξένης περιουσίας, και την ποινή των 8 ετών στη συντρόφισσα Δήμητρα Ζαραφέτα για τις τρεις πρώτες από τις παραπάνω πέντε κατηγορίες.
Η απόφαση αυτή μπορεί να μην αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα, αλλά είναι σε θέση να αναδείξει τους συσχετισμούς οι οποίοι δημιουργούν το πεδίο της νέας κατασταλτικής πολιτικής, ειδικά απέναντι σε όποιον και όποια αντιστέκεται. Οι ποινές που αποδόθηκαν τόσο σε εμένα όσο και στη συντρόφισσα, στηρίζονταν εξολοκλήρου στις επιταγές του Υπουργείου ΠροΠο, τις υποθέσεις της αντιτρομοκρατικής και την ενεργητική ερμηνεία της έδρας, της οποίας η φαινομενική τήρηση της νομιμότητας και της αντικειμενικότητας της φάνηκε να εξαντλείται στην αποδέσμευση των τριών από τους τέσσερις μη εμπλεκόμενων με την υπόθεση συγκατηγορουμένων. Αυτό βέβαια δεν συνέβη στη συντρόφισσα Δήμητρα Ζαραφέτα, όπου η έδρα –με καλπάζουσα φαντασία– την καταδίκασε σε 8 χρόνια για πράξεις με τις οποίες δεν είχε καμία σχέση, με μοναδικό στοιχείο την αναρχική πολιτική της ταυτότητα, τις προσωπικές και συντροφικές σχέσεις με εμένα και τον σύντροφο Κυριάκο, και την ανυποχώρητη και αλληλέγγυα στάση της καθ’ όλη τη διάρκεια του εγκλεισμού μας και της ακροαματικής διαδικασίας. Με τη συγκεκριμένη απόφαση ο κατασταλτικός και δικαστικός μηχανισμός προσπάθησαν να στείλουν ανεπιτυχώς, μηνύματα εκφοβισμού και παραδειγματισμού, καθώς και να επιβάλουν συντροφική και κοινωνική απομόνωση σε όσους αγωνιστές και αγωνίστριες επιλέγουν την ένοπλη πάλη ή συνδράμουν σε αυτή.
Από την άλλη, στη δική μου περίπτωση, ο κατασταλτικός μηχανισμός ξεδίπλωσε την εκδικητικότητά του, αποδίδοντάς μου όλες τις αρχικές κατηγορίες παρά την ευνοϊκότερη πρόταση της εισαγγελέως. Παρά το αόριστο κατηγορητήριο, την αδυναμία να προσδιοριστούν η (άγνωστη) τρομοκρατική οργάνωση, πόσο δε μάλλον τα (άγνωστα) λοιπά μέλη της και οι (άγνωστες) «ενέργειές» της, μου αποδόθηκε μια δυσανάλογα υψηλή ποινή με πρώτο στοιχείο την –από δική μου επιλογή– παραδοχή της απόφασης του συντρόφου μου να επιλέξει μεταξύ άλλων την ένοπλη δράση, οραματιζόμενος τον κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και την κατάργηση κράτους και κεφαλαίου. Και χρησιμοποιώντας ως δεύτερο «στοιχείο» την –και πάλι με δική μου απόφαση– ανάληψη πολιτικής ευθύνης για τη συνδρομή μου σε αυτή του την απόφαση. Την επιλογή μου αυτή την υπερασπίστηκα από την πρώτη στιγμή και θα συνεχίσω να την υπερασπίζομαι μέχρι τέλους. Όχι μόνο επειδή με αυτόν τον τρόπο βρέθηκα πλάι στο σύντροφό μου μέχρι την τελευταία του στιγμή, αλλά και επειδή συνέβαλα, συνδράμοντάς τον, στο πολύπλοκο μωσαϊκό της αντίστασης.
Αυτή μου η συμβολή, όπως και η απόφαση του συντρόφου, δεν εκδηλώθηκε σε ιστορικό κενό, αλλά μέσα σε μια πολύ συγκεκριμένη συγκυρία. Σε μια από τις δυσκολότερες μάλιστα περιόδους της μεταπολιτευτικής ιστορίας, όπου ο κρατικός μηχανισμός περιορίζεται πρώτον στο να επιδεικνύει τους «κινδύνους» από τους οποίους μας προστατεύει, αποπροσανατολίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη διάχυτη δυσαρέσκεια και δευτερευόντως στο να θωρακίζεται συνεχώς μέσω της αυστηροποίησης των υπαρχόντων νόμων και της θέσπισης νέων αντεπαναστατικών νομοθεσιών, διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο την κυριαρχία του και προετοιμάζοντας ένα νομικό οπλοστάσιο καταστολής οποιασδήποτε κοινωνικής αντίστασης. Πέραν της στρατηγικής του κρατικού μηχανισμού, ο κατασταλτικός ταυτόχρονα ενισχύεται με ειδικές ομάδες και ολοένα πιο εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα, προσπαθώντας να επιβάλει τον νόμο και την τάξη που ο κρατικός μηχανισμός ευαγγελίζεται. Και όλα αυτά ενώ τα ριζοσπαστικά κινήματα δείχνουν προς το παρόν να χάνουν τη βεβαιότητα της συλλογικής ικανότητας δημιουργίας ενός νέου κόσμου, εσωτερικεύοντας παράλληλα ένα αίσθημα ανισχυρότητας, βουλιάζοντας σε μια φάση οπισθοχώρησης. Αυτή η δυσμενής συγκυρία προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σε επιλογές σαν και αυτή. Συγκεκριμένα, ο σύντροφος με αισιοδοξία επέλεξε να ξεπεράσει τόσο τον ίδιο τον εαυτό του όσο και τις αντίξοες συνθήκες βαδίζοντας σε αυτό το δύσβατο αλλά αναγκαίο μονοπάτι. Υπενθυμίζοντάς μας ότι όσο υπάρχει κράτος και καπιταλισμός, όσο υπάρχουν Τέμπη, Πύλος, Βιολάντα, όσο υπάρχει ο Μάγγος, ο Μανιουδάκης, ο Καμράν και ο Θοδωρής, η αντίσταση με όλα τα μέσα δεν αποτελεί παρελθόν αλλά μια διαρκή και επίκαιρη αναγκαιότητα. Σε αυτό το δικαστήριο δεν υπερασπίστηκα μόνο τις δικές μου επιλογές και εκείνες του συντρόφου μου, ούτε αποκλειστικά το επαναστατικό ήθος όσων επιλέγουν να αφιερώσουν τη ζωή τους στον αγώνα. Προσπάθησα ταυτόχρονα να γίνει σαφές πως η επαναστατική ηθική και η υπευθυνότητα δεν έχει τίποτα κοινό με τον ηθικό κώδικα του συμπλέγματος εξουσίας και του πολιτισμού του. Έτσι στάθηκα μπροστά στους κατοίκους της πολυκατοικίας, σε μια ιδιαιτέρως εχθρική συνθήκη, αναγνωρίζοντας το αίσθημα ευθύνης απέναντί τους περιγράφοντας επ’ ακριβώς τα περιεχόμενα των προταγμάτων μας τα οποία δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την λογική των παράπλευρων απωλειών και των αναγκαίων θυσιών όπως αντιπροσωπεύουν κράτος και κεφάλαιο.
Το γεγονός μάλιστα ότι διανύουμε μια περίοδο όπου οι πολιτικοί εκπρόσωποι του συστήματος αρνούνται οποιαδήποτε ευθύνη για οποιοδήποτε λάθος, από οικονομικό σκάνδαλο μέχρι κρατική δολοφονία, όπου πετάει ο ένας στον άλλον την ευθύνη σαν καυτή πατάτα, και παράλληλα ερμηνεύει έως και αντιστρέφει με γκεμπελική δεξιοτεχνία την πραγματικότητα, η επαναστατική ηθική και η υπευθυνότητα αποτελεί σίγουρα «παραφωνία» και ουσιαστική διαφορά των δύο αυτών κόσμων. Διαφορά μεταξύ ενός κόσμου που η υποκρισία, η συγκάλυψη και η ευθυνοφοβία αναπαράγεται πρωτίστως από την κυριαρχία και υιοθετείται δευτερευόντως από τους μηχανισμούς που την προστατεύουν, και ενός κόσμου όπου η υπευθυνότητα, η αυτοκριτική και η συλλογικοποίηση χτίζουν μια κοινότητα αλληλεγγύης, αλληλοσεβασμού και ελευθερίας. Στην περίπτωση μας λοιπόν ο δικαστικός μηχανισμός μέσω της εν λόγω έδρας έδωσε αγκομαχώντας τη δική του παράσταση για έναν ολόκληρο μήνα.
Ο πρωταγωνιστής του έργου Γεωργουλέας, άριστα επιλεγμένος για την εκδίκαση της υπόθεσης, με ένα ακριβοδίκαιο προφίλ, τηρώντας όλα τα απαραίτητα προσχήματα, διατυμπάνιζε καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης ότι τα πάντα είναι υπό διερεύνηση, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι η αστική δικαιοσύνη λειτουργεί, είναι αντικειμενική και ανεξάρτητη. Σε συμπρωταγωνιστικό ρόλο, η -και αυτή άριστα επιλεγμένη- εισαγγελέας Πίσχοινα, με ένα πιο αυθόρμητο, πολλές φορές ειρωνικό και μερικές φορές προβοκατόρικο ύφος, κατέβαλε απεγνωσμένα αλλά ανεπιτυχώς την προσπάθεια να μετατρέψει τους μάρτυρες υπεράσπισης σε μάρτυρες κατηγορίας, με ερωτήσεις που στόχευαν στην απόσπαση πληροφοριών και τακτικών της ένοπλης δράσης, επιχειρώντας δε να τις προσαρμόσει στην υπόθεσή μας, καταλήγοντας μάλιστα σε μια πρόταση (αν και ευνοϊκότερη από την απόφαση) βασισμένη εξολοκλήρου στην πλούσια φαντασία της. Δεν μπορώ να παραλείψω και τις δύο παρέδρους, οι οποίες είτε αδιαφορούσαν πραγματικά για την υπόθεση, είτε είχαν ευθυγραμμιστεί με τον πρόεδρο, είτε είχαν συμβιβαστεί με την προαποφασισμένη εξέλιξη.
Σε αυτή την καλοσκηνοθετημένη παράσταση, καθένας και κάθε μια επιτέλεσε το ρόλο της με ακρίβεια και φυσικότητα. Ακόμα και αν η παράσταση αυτή θα καθόριζε τη ζωή πέντε ανθρώπων, δόθηκε επαγγελματικά, ψυχρά και με υποβολέα την αντιτρομοκρατική. Απέσπασε μάλιστα τέτοια διθυραμβικά σχόλια, που απέδωσε ακόμα και προαγωγές, όπως την περίπτωση του προέδρου, ο οποίος μόλις τρεις εβδομάδες μετά την απόφαση προήχθη σε αρεοπαγίτη.
Παρόλο που η αυλαία έπεσε με το αναμενόμενο φινάλε, η διαδικασία άφησε το δικό της πολιτικό αποτύπωμα. Σε μια συγκυρία όπου η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει περήφανα «το τέλος της μεταπολίτευσης», τοποθετώντας μάλιστα την ένοπλη αμφισβήτηση σε μια εποχή που μοιάζει ήδη να έχει παρέλθει, η διαδικασία αυτή, τόσο με το πλούσιο περιεχόμενο που της έδωσαν οι τοποθετήσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, οι οποίες και αντιπροσώπευαν όλες τις πολιτικές παραδόσεις και μέσα αγώνα του ευρύτερου ριζοσπαστικού κινήματος, όσο και με τις ίδιες τις τοποθετήσεις μας οι οποίες υπερασπίζονταν την επαναστατική μνήμη ενός μαχόμενου και πεσόντα αναρχικού, την πολιτική του πορεία και την μοναδικά εκρηκτική του έφοδο στον ουρανό. Υπερασπίζονταν τη ζωή αντί του θανάτου, την αποφασιστικότητα αντί του συμβιβασμού, την πηγαία πίστη στην Υπόθεση αντί της διάχυτης ηττοπάθειας. Την επιλογή ζωής που ήρθε να μας θυμίσει ότι η ένοπλη δράση είναι όχι μόνο επίκαιρη αλλά οικειοποιήσιμη και υπερασπίσιμη. Έτσι, η δικαστική αίθουσα μετατράπηκε σε πεδίο προπαγάνδας και πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο πολιτικός χαρακτήρας της δίκης ήταν εμφανής όχι μόνο λόγω των τοποθετήσεών μας, αλλά και από την ίδια την έδρα και τις ερωτήσεις οι οποίες αφορούσαν την πολιτική δράση και τοποθέτησή μας. Η έδρα δεν δίστασε να περιγράψει ως «δώρο βιτρίνα» τη δωρεά για την επισκευή των φθορών που προκλήθηκαν από την έκρηξη στην πολυκατοικία από τη ΓΕΚ Τέρνα, ούτε να καταγγείλει τη στάση της πολιτείας απέναντι στους δικαστικούς λειτουργούς. Έτσι, ο πυρήνας του 187Α, ο οποίος στοχεύει στην αποπολιτικοποίηση της ένοπλης αντίστασης και τη φαινομενική αντιμετώπισή της ως κοινό ποινικό έγκλημα, διερράγη. Οι δύο βάρκες τις οποίες πατάει η τρομοκρατική νομοθεσία βούλιαξαν από τους ίδιους τους υπερασπιστές της, εφόσον ήταν αδύνατο να αποκοπούν τα ίδια τα κίνητρα από την πράξη. Κίνητρα τα οποία δεν ήταν άλλα πέρα από την προώθηση της επαναστατικής προοπτικής για έναν κόσμο πιο δίκαιο, πιο αλληλέγγυο, πιο ίσο. Κίνητρα εξολοκλήρου πολιτικά, ακέραια και ανιδιοτελή.
Η πολιτική μάχη που δόθηκε εντός της αίθουσας, πέραν το ότι κατάφερε να αναδείξει την υπεράνθρωπη αλλά ανεπιτυχή προσπάθεια κρατικού και δικαστικού μηχανισμού απογύμνωσης της πολιτικής αντιβίας από το πολιτικό περιεχόμενό της και να διαρρήξει το ψευδοδίλημμα νομιμότητα ή παρανομία, κατάφερε να καταστήσει ορατή την μεροληψία της αστικής δικαιοσύνης. Μιας δικαιοσύνης που την ίδια στιγμή που επιδεικνύει συστηματική ανοχή απέναντι στα εγκλήματα που διαπράττουν τα «δικά της παιδιά», επιφυλάσσει την αυστηρότερη και πλέον εκδικητική μεταχείριση σε όσους και όσες αναγνωρίζει ως πολιτικούς της αντιπάλους. Την ίδια ώρα λοιπόν που το σκάνδαλο των υποκλοπών μπαίνει στο συρτάρι, το σκάνδαλο εκατομμυρίων του ΟΠΕΚΕΠΕ σφραγίζεται και η δίκη των Τεμπών αγκομαχά να ξεκινήσει, η αστική δικαιοσύνη δεν αποκαλύπτει μόνο ποιον συγκαλύπτει και προστατεύει, αλλά και σε ποιον θα δείξει το πιο αμείλικτο πρόσωπό της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι τελευταίες συλλήψεις και προφυλακίσεις αναρχικών, οι οποίες έλαβαν χώρα μέσα σε ένα κλίμα οργανωμένης τρομοϋστερίας. Το κράτος εξαπέλυσε μια γενικευμένη αντιεξεγερτική και αντιαναρχική κατασταλτική εκστρατεία, η οποία συνοδευόταν από το αντίστοιχο δημοσιογραφικό ντελίριο και την ανάλογη μακαρθική ρητορεία. Ωστόσο, το μόνο που κατάφερε να αναδείξει η στρατηγική αυτή είναι ο πανικός και η αβεβαιότητα που διαπερνούν την κυβέρνηση, η οποία αδυνατώντας να δώσει πολιτικές απαντήσεις, καταφεύγει στην προσπάθεια συσπείρωσης του ακροδεξιού ακροατηρίου, την επίθεση στα κοινωνικά κινήματα, τη στρατηγική μηδενικής ανοχής και την πολιτική συστηματικής φυλάκισης.
Πέραν όμως από την παραδειγματική ποινική εξόντωση, στόχος του συγκεκριμένου δικαστηρίου ήταν η πολιτική και ηθική απαξίωση τόσο των συγκεκριμένων μέσων αγώνα όσο και όλων όσων συνδράμουν, στέκονται αλληλέγγυες/οι ή εμπνέονται από αυτά. Από τη μία η έδρα επιχείρησε να απονομιμοποιήσει ηθικά την επαναστατική αντιβία υποστηρίζοντας ότι αποτελεί κάτι παράλογο και αποκομμένο από την κοινωνική και αντιστασιακή συνείδηση και παράδοση. Η προσπάθεια αυτή δεν βρήκε όμως αντίκρισμα. Αντίθετα, ανέδειξε τη δυσκολία να αποσπαστούν οι συγκεκριμένες μορφές αντίστασης από το ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν. Από τη μία οι μάρτυρες υπεράσπισης με τις επαναστατικές διαδρομές και τοποθετήσεις τους ανέδειξαν την διαχρονικότητα, την αναγκαιότητα και τον διεθνισμό της συγκεκριμένης μορφής αγώνα το νήμα της οποίας διαπερνά όλη την ιστορία της επαναστατικής πάλης αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη για ισότητα και ελευθερία καθώς και το διαχρονικό ένστικτο αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας. Από την άλλη το γεγονός ότι οι ίδιοι οι κάτοικοι της πολυκατοικίας έδωσαν έμφαση στην κυβερνητική στάση και όχι στην πολιτική επιλογή μας, καθώς και το ότι ο δικηγόρος κατηγορίας αναγνώρισε το ήθος μας, αποδυνάμωσαν ακόμα περισσότερο την προσπάθεια αυτή. Εκτός από την αποτυχημένη προσπάθεια κοινωνικής ποινικοποίησης της ένοπλης πάλης, ο δικαστικός μηχανισμός επιδίωξε να μειώσει ηθικά τις μεθόδους και πρακτικές μας, επιτιθέμενος στην ποιότητα των κοινωνικών μας σχέσεων. Περιγράφοντας με τους δικούς τους ορισμούς τις σχέσεις μας, επιδίωξε να διασπείρει την ανασφάλεια, την καχυποψία και τη διάσπαση, αποτυγχάνοντας όμως για άλλη μια φορά. Η υπεράσπιση των σχέσεων και της αλληλεγγύης, η άρνηση του διαχωρισμού και η συμπόρευση με οποιοδήποτε κόστος, επιβεβαίωσαν έμπρακτα την αντοχή και την ουσία των συντροφικών μας σχέσεων. Επιπρόσθετα η καθημερινά κατάμεστη αίθουσα και η συνεχόμενη παρουσία του αλληλέγγυου κόσμου τόσο εντός όσο και εκτός της, σε συνδυασμό με όλες τις κινήσεις αλληλεγγύης του προηγούμενου διαστήματος, απέδειξαν με τη σειρά τους πως η αποστασιοποίηση και ο φόβος της καταστολής δεν έχει χώρο στους κόλπους ενός κινήματος το οποίο αποδεικνύει συνεχώς την αλληλεγγύη και την αιχμηρότητά του.
Όλη αυτή η προσπάθεια το μόνο που κατάφερε να επιτύχει είναι να αποδείξει πως το κράτος και το κεφάλαιο, όσο και αν παλεύουν να το κρύψουν, γνωρίζουν ότι η παντοδυναμία τους δεν είναι δεδομένη. Η καθημερινή τους βία μπορεί να απαντηθεί και να αντιμετωπιστεί, και η επαναστατική ελπίδα μπορεί και επιβιώνει ακόμα και σήμερα. Σήμερα όπου άνθρωποι δολοφονούνται κατά εκατοντάδες στα πολεμικά μέτωπα και άλλοι τόσοι πεθαίνουν από ασιτία και ελλιπή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στα βομβαρδισμένα τοπία. Όπου η απλή επιβίωση αποτελεί καθημερινό στοίχημα και τα εφηβικά όνειρα κείτονται σε μια πιλοτή πολυκατοικίας. Σήμερα όπου ο καπιταλισμός παρουσιάζεται ως ο μόνος τρόπος κοινωνικής οργάνωσης και το κράτος ως ο μόνος εγγυητής της ασφάλειας και της ευημερίας. Όπου το σύστημα εμφανίζεται πιο άτρωτο από ποτέ και το μονοπώλιο της κρατικής βίας δείχνει να μην έχει όρια.
Ακόμα και σήμερα υπάρχουν αγωνιστές και αγωνίστριες οι οποίες αρνούνται να παραιτηθούν από το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, τη ζωή και την αντίσταση. Το ήθος, η επιμονή και η αποφασιστικότητά τους αποδεικνύουν με τον πιο άμεσο τρόπο πως ούτε η ιστορία έχει τελειώσει, ούτε η επαναστατική προοπτική έχει σβήσει. Πως εναπόκειται σε εμάς το αν θα συνεχιστεί η εκμετάλλευση και η καταπίεση, καθώς και το αν θα την καταπολεμήσουμε στα σωματεία, τις σχολές, τις απεργίες, τις καταλήψεις. Πως εξαρτάται από εμάς το αν θα κυριαρχήσει η οπισθοχώρηση και η ηττοπάθεια, καθώς και το αν θα την αντιμετωπίσουμε με συλλογικά προτάγματα όξυνσης των αγώνων, δέσμευσης και αφοσίωσης. Πως εξαρτάται από εμάς το αν θα επιτρέψουμε να μας τρομοκρατήσει η καταστολή, καθώς και το αν θα σταθούμε ανυποχώρητα απέναντί της, ρισκάροντας, σχεδιάζοντας και οργανώνοντας τα επόμενα βήματά μας, στεκόμενοι πάντα αλληλέγγυοι με τους διωκόμενους και τις κρατούμενες.
Η δίκη αποτέλεσε μια διαδικασία ενδυνάμωσης και αλληλεγγύης, όχι μόνο γιατί η επαναστατική πρακτική δεν μπορεί να καταδικαστεί στις κούφιες αίθουσες της αστικής δικαιοσύνης, αλλά διότι έγινε κατανοητό πως ούτε η επαναστατική προοπτική μπορεί να φυλακιστεί. Αναγνωρίζοντας την επαναστατική μας ιστορία και συνέχεια, υπερασπιζόμενοι/ες όλα τα μέσα αγώνα και τις σχέσεις μας, αντιμετωπίζοντας τις ελλείψεις μας, ατομικές και συλλογικές, διατηρώντας την επαναστατική μνήμη του συντρόφου και επαναστάτη Κυριάκου Ξυμητήρη, καταφέραμε συλλογικά –κάθε ένας από τη θέση του– να διαρρήξουμε το κυρίαρχο αφήγημα. Το αφήγημα που παρουσιάζει όσους και όσες υποθηκεύουν τη ζωή τους στον αγώνα ενάντια στην αδικία και την καταπίεση «επικίνδυνους και τρομοκράτες» ενώ αυτούς που αδιαφορούν για τις ζωές μας, που πλουτίζουν ακατάπαυστα στις πλάτες μας, που επιβάλλουν τον αποκλεισμό και τη βία τους, τους αποκαλεί ευυπόληπτους πολιτικούς, νομοταγείς πολίτες, επιφανείς επιχειρηματίες.
Αυτό το αφήγημα όμως δεν καταρρίπτεται μόνο στη δικαστική αίθουσα και η διατήρηση της επαναστατική μνήμης του συντρόφου δεν διασφαλίζεται μπροστά σε προέδρους και εισαγγελείς. Απαιτείται δέσμευση και καθημερινός αγώνας για να μπει ανάχωμα στην κρατική και καπιταλιστική βαρβαρότητα, επιμονή και πίστη για να παραμείνει το επαναστατικό όραμα ζωντανό, οργάνωση και αποφασιστικότητα για να οξυνθεί η αντίσταση, πείσμα και προσπάθεια για να μην κυριαρχήσει η λήθη που θέλει να επιβάλει η κυριαρχία. Χρειάζεται νέα χέρια να απλωθούν, να πάρουν το επαναστατικό νήμα, να συνεχίσουν την αντίσταση και να σηκώσουν το βάρος της επαναστατικής μας ιστορίας. Ο αγώνας εξάλλου δεν δίνεται στις δικαστικές αίθουσες, αλλά έξω στον δρόμο, μέρα και νύχτα, με κάθε πιθανό αλλά και απίθανο τρόπο. Και μπορεί ο Κυριάκος να βρέθηκε δίπλα μας στην αίθουσα του εφετείου, αλλά η θέση του είναι στον δρόμο, σε κάθε πορεία, κάθε σύγκρουση, κάθε οδόφραγμα, κάθε τοίχο. Βρίσκεται σε κάθε ενέργεια που διαρρηγνύει την επίπλαστη ειρήνη τους, κάθε φλόγα που ανάβει φωτίζοντας τα βράδια μας, κάθε σύνθημα που φωνάζεται σπάζοντας τη σιωπή, κάθε εκκωφαντικό θόρυβο που αναγκάζει τον φόβο να αλλάξει στρατόπεδο. Μα πάνω απ’ όλα βρίσκεται στην καρδιά και το μυαλό κάθε επαναστατημένου ανθρώπου. Κάθε ανθρώπου που επιλέγει τη συλλογικοποίηση αντί της ιδιώτευσης, τον αγώνα αντί της υποχώρησης, την ελευθερία αντί της συναίνεσης, τη ζωή αντί της ασφάλειας. Δίνοντας με αυτόν τον τρόπο απαντήσεις στα πιο δύσκολα διλήμματα, ρίχνοντας φως στα πιο δύσβατα μονοπάτια, προτείνοντας τρόπους αντεπίθεσης με φαντασία, αισιοδοξία, ρίσκο.
Τίποτα δεν τελείωσε, ούτε βήμα πίσω.
Κυριάκος Ξυμητήρης, παρών.
Χρωστάμε μόνον σε κείνους
που πολύ αγάπησαν
και ζήσανε την πίκρα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ
αγωνίστηκαν
και ζήσανε την ήττα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ
ονειρεύτηκαν
και ζήσανε τον εφιάλτη
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που περιφρονήσανε
τον θάνατο
και πέθαναν κι είναι νεκροί κι
ανθίζουν
και μυρώνουνε το χώμα
χρωστάμε μόνον
το φως του κόσμου
Αυτό είναι το δικό μας χρέος
Τόλης Νικηφόρου 1979
Μαριάννα Μανουρά,
Γυναικείες Φυλακές Θήβας


